"Δεν ξέρω ακόμη και τώρα αν προσποιόμουν ότι ήμουν τρελός για να σκοτώσω ατιμωρητί ή αν σκότωσα γιατί ήμουν τρελός· μάλλον δεν θα 'χω ποτέ τη δυνατότητα να μάθω. Ο εφιάλτης εκείνης της νύχτας χάθηκε, αλλά άφησε φλογερά ίχνη. Δεν υπάρχουν πια ανόητοι φόβοι, αλλά υπάρχει ο τρόμος του ανθρώπου που τα 'χασε όλα κι έχει ψυχρή συνείδηση της πτώσης, της καταστροφής, της απάτης και του άλυτου μυστήριου."
Η σκέψη είναι ένα από τα αριστουργήματα του Αντρέγιεφ (γράφτηκε το 1902), όπου ο συγγραφέας παίζει με το μοτίβο της προσποίησης της τρέλας ή της καταβύθισης στην τρέλα. Ο ήρωας, ο γιατρός Κερζέντσεφ, έχει δολοφονήσει έναν στενό του φίλο και καταθέτει την απολογία του στους κριτές του. Να είχε άραγε ο Αντρέγιεφ επίγνωση ότι η καλλιτεχνική του διαίσθηση τον είχε οδηγήσει να βρει και να περιγράψει αυτό που έμελλε να αποτελέσει ένα από τα κλινικά συμπτώματα στην εξέλιξη της σχιζοφρένειας;
"Από το επόμενο πρωί της εκτέλεσης των εργατών, όλη η πόλη με το που ξύπνησε ήξερε πως ο κυβερνήτης θα σκοτωνόταν. Κανείς δεν το 'λεγε αλλά όλοι το ξέρανε- ήταν σαν πάνω από την πόλη να είχε περάσει κάτι σκοτεινό και να την είχε σκεπάσει με τα μαύρα πανιά του."
Ο κυβερνήτης είναι, κατά κάποιο τρόπο, "το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου". Ο κυβερνήτης κάποιας μικρής πόλης έχει καταπνίξει μια εξέγερση διατάσσοντας πυρ κατά των λιμοκτονούντων απεργών: τριανταπέντε άντρες, εννέα γυναίκες και τρία παιδιά σκοτώθηκαν. Από την επομένη κιόλας της επίθεσης, όλη η πόλη ξέρει πώς ο κυβερνήτης είναι καταδικασμένος, πώς κάποιος θα τον σκοτώσει- κάτι για το οποίο άλλωστε έχει και ο ίδιος απόλυτη επίγνωση. Δεν προσπαθεί να ξεφύγει απ' τη μοίρα του και, με καθαρό μυαλό, βαδίζει προς αυτό το πεπρωμένο, που και ο ίδιος το θεωρεί θεία δίκη.
"Χτες ονειρεύτηκα την κηδεία σας", του γράφει ανώνυμα μια μαθήτρια λυκείου, "Πίσω απ' το φέρετρο υπήρχαν μόνο αστυνομικοί". Και κλείνει ως εξής: "Θα σας κλάψω σαν να ήμουν κόρη σας, γιατί σας λυπάμαι αφάνταστα".
Το αφήγημα αυτό γράφτηκε το καλοκαίρι του 1905. Ένας μοναδικός προβληματισμός για την εξουσία και το θάνατο.
Leonid Nikolayevich Andreyev (Russian: Леонид Николаевич Андреев; 1871-1919) was a Russian playwright and short-story writer who led the Expressionist movement in the national literature. He was active between the revolution of 1905 and the Communist revolution which finally overthrew the Tsarist government. His first story published was About a Poor Student, a narrative based upon his own experiences. It was not, however, until Gorky discovered him by stories appearing in the Moscow Courier and elsewhere that Andreyevs literary career really began. His first collection of stories appeared in 1901, and sold a quarter-million copies in short time. He was hailed as a new star in Russia, where his name soon became a byword. He published his short story, In the Fog in 1902. Although he started out in the Russian vein he soon startled his readers by his eccentricities, which grew even faster than his fame. His two best known stories may be The Red Laugh (1904) and The Seven Who Were Hanged (1908). His dramas include the Symbolist plays The Life of Man (1906), Tsar Hunger (1907), Black Masks (1908), Anathema (1909) and He Who Gets Slapped (1915).
«Να γράψω κάτι που θα μπορούσε να ενώσει δίνοντας τους μορφή όλες αυτές τις αόριστες φιλοδοξίες αυτές τις σκέψεις και αυτά τα μόλις και μετά βίας συνειδητά συναισθήματα που είναι η κληρονομιά τούτης της γενιάς. Θέλω να δείξω ότι στον παρόντα κόσμο δεν υπάρχει αλήθεια, δεν υπάρχει ελευθερία, Ούτε ισότητα – δεν υπάρχουν ούτε θα υπάρξουν ποτέ. Θέλω να δείξω όλη την αντιφατικότητα αυτών των επί νοημάτων που, μέχρι σήμερα εμπόδισαν την ανθρωπότητα να καταποντιστεί: Τον θεό, την ηθική, το επέκεινα, την αθανασία της ψυχής, την ευτυχία για όλους, και λοιπά. Θέλω να γίνω ο απόστολος της αυτοκαταστροφής. Θέλω με το βιβλίο μου να επηρεάσω τη λογική, τα συναισθήματα, τα νεύρα του ανθρώπου, Ολόκληρη την ζωώδη του φύση. Θα ήθελα ο άνθρωπος να χλομιάσει από τρόμο Διαβάζοντας το βιβλίο μου, να είναι για εκείνον κάτι σαν ναρκωτικό, σαν ένας τρομακτικός εφιάλτης, να χάσει τα λογικά του, να με καταραστεί, να με μισήσει, αλλά παρόλαυτα να ολοκληρώσει την ανάγνωση, προτού αυτοκτονήσει. Έχω διάθεση να χλευάσω την ανθρωπότητα, να γελάσω ηχηρά με την ανοησία της, με τον εγωισμό της, με την ευπιστία της.»
Εξαιρετικός, αν και κατάφωρα αδικημένος συγγραφέας. Μπορεί να εισβάλει εμβόλιμα σε ψυχή, καρδιά, πνεύμα και νου χωρίς να χρειαστεί ίδιαιτερη προσπάθεια. Απλώς γράφει. Νιώθει. Ταυτίζεται. Υποφέρει. Συμπονάει. Τρελαίνεται. Φτάνει σε δυσθεώρητα ύψη ανάλυσης ψυχισμού και σοφίας,μπερδεύεται λίγο με την παράνοια και την εμμονή. Μα πάντα θα θεωρείται γίγαντας και το έργο του θα αποτελεί τρομακτικά ανεκτίμητη αξία στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά.
Ο Λεονιντ Αντρέγιεφ ίσως είναι ο πιο αδικημένος συγγραφέας της Ρωσικής σχολής. Είναι ο μεγάλος ξεχασμένος. Ο συγγραφέας του οποίου το έργο αναγνωρίστηκε και εκτιμήθηκε πολλά χρόνια μετά τον θάνατο του διότι πιο πριν είχε παραδοθεί στην λήθη λόγω της θεματολογίας του αλλά και της αντιπάθεια του από το καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης...
Η Σκέψη και ο Κυβερνήτης είναι δυο μικρά λογοτεχνικά αριστουργήματα... Στο πρώτο ο Αντρέγιεφ καταβυθίζεται στα άδυτα της ανθρώπινης παράνοιας.Ένας γιατρός δολοφονεί τον καλύτερο του φίλο και προσπαθεί αν δικαιολογήσει αυτή του την πράξη στο εαυτό του μέσω μιας υποτιθέμενης τρέλας κάτι όμως το οποίο θα τον οδηγήσει σε ένα αδιέξοδο... Καλύπτει η λογική του σκέψη την παρανοϊκή πράξη ή η τρέλα έχει καταβάλει το μυαλό του;
Το δεύτερο διήγημα είναι η προσμονή για τον θάνατο. Οι σκέψεις ενός κυβερνήτη που γνωρίζει ότι θα δολοφονηθεί αλλά δεν γνωρίζει πότε. Οι σκέψεις ενός ανθρώπου που γνωρίζει πως πλησιάζει το τέλος των ημερών του.
Διαβάστε Αντρέγιεφ! Γνωρίστε τον! Αντικατοπτρίζει την προσωπική μας ανάγκη για εξιλέωση για όλες τις πράξεις και σκέψεις που κάναμε ή που πρόκειται να κάνουμε...