Κανόνες και αντινομίες που απαντούν στον Όμηρο και την αρχαία Τραγωδία εξετάζονται από τον Seaford μέσα από το πρίσμα της αναδυόμενης πόλεως της κλασικής εποχής. Οι διαφορές και οι ομοιότητες στη λειτουργία του έπους και της τραγωδίας εξετάζονται πέρα από το φάσμα της λογοτεχνικής ανάλυσης, αποκτώντας ιστορικό βάρος και «βάθος».
Η ανταπόδοση και η τελετουργία, στις κοινωνίες πριν τη θέσπιση νόμων, επέχουν θέση νόμου. Για παράδειγμα, στις πρωτόγονες οικονομίες που απαντούν στον Όμηρο, η απουσία χρήματος αναδεικνύει την αξία του δώρου και της ανταπόδοσής του, αλλά και αντίστοιχα, η έλλειψη θεσμικού πλαισίου αποτροπής αδικοπραξίας δίνει στην ανταπόδοση τη μορφή της ικανοποίησης του θύματος (ή των συγγενών/οικείων στην περίπτωση φόνου, βλ. «Αίαντας προς Αχιλλέα»). Η τελετουργία, λειτουργεί σαν μηχανισμός εκτόνωσης κοινωνικών παθών και κατευνασμού, συνήθως ομαλοποίησης των συνθηκών μετά από κάποιο αρνητικό γεγονός, αλλά και ως μηχανισμός συσπείρωσης και ενίσχυσης της κοινωνικής δομής.
Ωστόσο, οι διαφορές μεταξύ έπους και τραγωδίας είναι πάντα εκεί. Καθώς το κράτος (πόλις) αναπτύσσεται, εκδίδει χρήμα και θεσπίζει νόμους, οι σχέσεις ανταπόδοσης μετασχηματίζονται, η τελετουργία αποκτά διαφορετική χροιά, απηχώντας ιστορικές εξελίξεις στη μετάβαση από την απουσία κράτους και τη συσπείρωση γύρω από τοπικούς πολέμαρχους (ακόμη κι αν αποκαλούνται βασιλείες, η εξουσία τους δύσκολα υπερβαίνει σε έκταση μιας μέρας πορεία προς κάθε κατεύθυνση), στην επιβαλλόμενη ισχύ των νόμων και την εγκατάλειψη της ανταλλακτικής οικονομίας με την έκδοση νομίσματος.
Στο δίπολο έπος-τραγωδία οι διακρίσεις (σύμφωνα πάντα με τον Σήφορντ) εντοπίζονται και εξηγούνται με όρους μετάβασης από ένα είδος κοινωνίας σε ένα άλλο. Η απουσία κράτους έχει απέναντί της της την πόλιν, η αμοιβαιότητα των σχέσεων ανταπόδοσης έχει απέναντί της την οργάνωση γύρω από ένα κέντρο και θεσμούς.
Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς με τα βασικά σημεία της ανάλυσης του Σήφορντ, οφείλει να αναγνωρίσει την επιμέλεια που επιδεικνύει και τη βαθιά γνώση του ζητήματος, ακόμη κι αν μερικές φορές «ξεχνιέται» και επανέρχεται διαρκώς στα ίδια και τα ίδια (κυρίως στα κεφάλαια 6-9) κάτι λίγο κουραστικό για τον αναγνώστη (και εξ αιτίας του οποίου έχασε το 5ο αστεράκι). Ωστόσο, δεν παύει να είναι μια εξαιρετική απόπειρα κατανόησης της ανάπτυξης της πρώιμης αρχαιοελληνικής λογοτεχνίας υπό το πρίσμα μετάβασης από αρχαιότερες μορφές κοινωνικής οργάνωσης και διακυβέρνησης προς την πόλη κράτος (ιδιαίτερα Αθήνα απ’ όπου αντλείται κατά μείζονα λόγο υλικό, αλλά και άλλες).