Τον διαβόητο Εραστή του Λώρενς στα κλεφτά τον διάβασα, σε μια έκδοση που είχα αγοράσει έφηβος από πάγκο στον δρόμο –αφού είχα δει την ταινία(;) – και νομίζω ότι είχε ένθετες φωτογραφίες με κάποιες σκηνές της ταινίας (μπορώ πάντως να τις ανασύρω από το ταμιείον). Αλλά για ευνόητους λόγους δεν έδωσα έμφαση στη λογοτεχνικότητά του. Αργότερα οι Γιοι κι εραστές με είχαν εντυπωσιάσει, αλλά δεν θα το ξανάπιανα. Και καθώς χρόνια περιμένουν για ανάγνωση τα Complete Poems του, τα ξεφύλλισα τελευταία και βρήκα κάποια ωραία ποιήματα, από τα τελευταία του, για το κακό και τον θάνατο. Με αυτά στο μυαλό, έτυχα σε άλλον πάγκο (βιβλιοπωλείου αυτή τη φορά) μισοτιμής το βιβλίο και, καθότι ένα αλεπουδάκι πάντα προκαλεί, το αγόρασα και δεν έχασα (παρά λίγο χρόνο).
Η εύθραστη Μαρτς (παρότι March, του αγρού και όχι του πολέμου) και η αρρενωπή (αλλά υπερευαίσθητη) Μπάνφορντ, κοντά στα τριάντα, συζούν σε ένα αγρόκτημα, ταπεινό και όχι ιδιαίτερα προσοδοφόρο, κάπου στην Αγγλία. «Είχαν ένα όμορφο σπίτι και θα έπρεπε να ήσαν ευτυχισμένες. Μόνο που μέσα τους ένιωθαν κάποια αηδία για τον τρόπο που ζούσαν, για την παράξενη επιμονή τους να μείνουν ανέραστες». Τα κουτσοκαταφέρνουν εκτρέφοντας κυρίως κότες. Τίποτε το τρομερό δεν ταράζει το αργό κύλισμα της ζωής μέσα στη φύση. Εκτός από κάτι: Ένας είναι ο εχθρός τους, εκτός από όλα τα άλλα, μια αλεπού, που –παρά τις προφυλάξεις– όλο και τα καταφέρνει και τρυπώνει και κάνει τη ζημιά. Και σκοπός τους να την εξολοθρεύσουν.
Κι όμως: όταν τα μαύρα μάτια της οπλισμένης Μαρτς καρφώνονται από τα μάτια της αλεπούς, ένιωσε μαγεμένη: «βαθιά μέσα της ήξερε ότι την γνώριζε […] ο τρόπος που την είχε κοιτάξει [η αλεπού] έμοιαζε να είχε κυριεύσει το μυαλό της. Αισθάνθηκε ότι το ζώο γινόταν ο κυρίαρχος του μυαλού της […] κυριαρχούσε στο υποσυνείδητό της». Ό,τι κι αν έκανε, «στο μυαλό της ερχόταν η γνωστή γοητεία της αλεπούς, εκείνη που την είχε τυλίξει όταν το ζώο την κοίταξε κατάματα. Ήταν σαν να το μύριζε εκείνες τις στιγμές. Και ερχόταν ξανά και ξανά, σε στιγμές που δεν το περίμενε, όπως όταν πήγαινε να κοιμηθεί το βράδυ, ή όταν έριχνε το νερό στην τσαγιέρα»….
Και σαν να μην έφτανε αυτή η αλεπού, ένα βράδυ, με σίγουρα βήματα και συρτή, μαλακή και χαμηλή φωνή εισβάλλει στο σπίτι ένας άντρας, κι η Μαρτς έμεινε να τον κοιτά γοητευμένη (ένα θέμα με τη γοητεία του απρόσμενου το είχε η κοπελιά). Είχε έρθει από αλλού, «από τη Θεσσαλονίκη» για την ακρίβεια (κι όμως!!! –από το μακεδονικό μέτωπο). Κι αρχίζει ένα γαϊτανάκι συναισθημάτων και συγκρούσεων ανάμεσα στις δυο γυναίκες και τον άντρα που τάραξε την ησυχία τους, με την Μαρτς το βράδυ να ονειρεύεται να την χαϊδεύει η φουντωτή ουρά της αλεπούς και το πρωί να βλέπει τον Χένρυ στο λιβάδι σαν αλεπού. «Δεν ήρθα να σου κλέψω τα κοτόπουλα», της ρίχνει παιχνιδιάρικα και την αποτελειώνει(;). Και πού τελειώνει το συμβολικό και πού το πραγματικό; (η χαρά της ψυχαναλυτικής κριτικής). Η συνέχεια επί του χάρτου (και επί του χόρτου;) είναι χορταστική :), όσο το επιτρέπει μια νουβέλα -αλλά εκτός αυτής της κριτικής.
Καθώς έχει τελειώσει η ιστορία (δεν έχει σημασία πώς), ο Λώρενς κρίνει σκόπιμο να αφιερώσει μερικές σελίδες με σκέψεις του αφηγητή για την ιστορία και την εξέλιξή της. Είναι οι τελευταίες που διαβάζονται και τις θυμάσαι ως πιο πρόσφατες, αλλά δεν θα πρέπει να μας παρεξηγήσει ο καλός μας συγγραφέας αν είναι και οι πρώτες που ξεχνάω. Τι χρειάζονται; Μου φαίνονται τόσο εύκολες μερικές, που μου χάλασαν την εντύπωση:
όσο περισσότερο κυνηγάς να πιάσεις το μοιραίο λουλούδι της ευτυχίας, που τρέμει τόσο μπλε και όμορφο σε μια ρωγμή, τόσο πιο φριχτά καταλαβαίνεις, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι το φρικαλέο και τρομερό χάσμα του γκρεμού κάτω σου, που αναπόφευκτα θα βουτήξεις μέσα του, σαν μέσα στην άβυσσο, αν προχωρήσεις λίγο περισσότερο. […] Αυτή είναι όλη η ιστορία για την αναζήτηση της ευτυχίας, ανεξάρτητα από το αν επιζητάς τη δική σου ευτυχία ή την ευτυχία ενός άλλου. […] Και οι γυναίκες; Ποιον άλλον σκοπό μπορεί να βάλει μια γυναίκα εκτός από την ευτυχία; Μόνο ευτυχία, για τον εαυτό της και για όλον τον κόσμο. Αυτό και τίποτε άλλο.
Τίποτε άλλο; Ε, καλά… Αυτό το παιχνίδι έμφυλων ρόλων, αρρενωπότητας και θηλυκότητας κ.τ.ό. μπορεί να ιντριγκάρει τον αναγνώστη μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, που είχε και θέματα επαναφοράς στην κανονικότητα ενώ ο κόσμος είχε αμετάτρεπτα αλλάξει και όντως βρισκόταν ακόμη στο χάος. Και βλέπω ότι ακόμη και σήμερα έχει τη θέση του. Αφήνω που η “fox” (με τόσες συνδηλώσεις στην αγγλική…) είναι η χαρά των gender studies…
Πέρα όμως από το τέλος, ο Λώρενς πετυχαίνει να μπει κάπως στη θέση και των δύο γυναικών, ο αφηγητής ξεδιπλώνει ικανοποιητικά τον ψυχισμό τους όχι σαν κάποιο αρσενικό που απλώς παρατηρεί (και παρεξηγεί) εξωτερικές γυναικείες κινήσεις, που έτσι κι αλλιώς (τουλάχιστον τότε) υπαγορεύονταν από τους κοινωνικούς κώδικες. Κάποιες σελίδες σε παρασύρουν εντελώς σε μια κατανοούσα προοπτική, κι όλοι οι δισταγμοί και οι βεβαιότητες καίγονται καθώς ο νους κι η σάρκα φλέγονται (με τον τρόπο τους). Όμως, τελικά, δεν μένει τίποτε…
Αξίζει να διαβαστεί!
Γκρινιάρικη σημείωση για την έκδοση: η έκδοση που διάβασα είναι του 1991, η τρίτη –ανατύπωση όμως, όχι πραγματική νέα έκδοση. Το «Πλέθρον», προσεκτικό σε πολλά, αρκέστηκε να το γράψει αυτό μόνο στον κολοφώνα κι άφησε τη σελίδα τίτλου της δεύτερη έκδοσης του 1979. Κακώς! Δεν είναι πια και καμιά πολύτιμη παλαιά έκδοση που δεν θάθελε κάποιος να ‘χαλάσει’ τη σελίδα τίτλου. Επίσης, και αυτό το βλέπω και σε άλλες φωτογραφικές ανατυπώσεις (και πολύ πρόσφατες), η ποιότητα της εκτύπωσης ποικίλλει και αρκετές σελίδες είναι πιο αχνές. Τουλάχιστον απολαμβάνει κανείς το παλιό τυπογραφικό του «Πλέθρου».