Όπως οι καλοκαιρινές διακοπές είναι αλλιώς σ’ ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί, έτσι και το Πάσχα έχει το δικό του ξεχωριστό χρώμα στα (πολλά, μα πάρα πολλά) χωριά της πατρίδας μας. Ένα τέτοιο (ωραίο) χωριό, κτισμένο στις υπώρειες της Γκιώνας, με τη Δωρική κοιλάδα να απλώνεται μπροστά του, είναι τα Καστέλλια Φωκίδας. Γνωστά σε μένα από τα μικράτα μου, κοντοχωριανός γαρ (από ένα ακόμη πιο όμορφο χωριό στις πλαγιές του Καλλίδρομου), επισκέπτομαι πάντα με ξεχωριστή χαρά τα Καστέλλια και τα άλλα χωριά τριγύρω (Αποστολιά, Μπράλλος, Πολύδροσος, Γραβιά), αγνοώντας επί χρόνια ότι εδώ ακριβώς βρισκόταν κάποτε η Δωρική Τετράπολη, οι κατά Στράβωνα, δηλαδή, τέσσερις πόλεις (Ερινεόν, Βόϊον, Κυτίνιον και Πίνδον), τις οποίες ίδρυσαν και κατοίκησαν οι Δωριείς (αν και κατ’ άλλους ιστορικούς και γεωγράφους οι πόλεις αυτές ήταν μόλις τρεις).
Στο λεκανοπέδιο του Βοιωτικού Κηφισού, λοιπόν, ανάμεσα στους ορεινούς όγκους της Οίτης, της Γκιώνας και του Παρνασσού, θα εκδράμει για τις διακοπές του Πάσχα η “παλιοπαρέα” του Κώστα Στοφόρου. Αλλά δεν είναι οι μόνοι “επισκέπτες” της περιοχής. Μια πολυεθνική εταιρία έχει “αναπτυξιακά” σχέδια για τα μεταλλεύματα του βωξίτη που κρύβει στο υπέδαφός της η Γκιώνα κι ένας γνωστός της παρέας από τις περιπέτειές της στο Λιτόχωρο και τη Λέρο θα κάνει ξανά την εμφάνισή του (όπου βρωμοδουλειά, να σου κι ο Κουρτ Βίντερ από πίσω). Κι έτσι, άθελά τους, ο Ιάσονας και η Ζωή, ο Δημήτρης και η Ζηνοβία, η Κατερίνα και ο Γιάννης (είμαι βέβαιος ότι ξέχασα κάποιους), θα βρεθούν και πάλι στο επίκεντρο μιας περιπέτειας, που αυτή τη φορά δεν είμαι βέβαιος ότι θα έχει αίσιο τέλος.
Βιβλίο μυθοπλασίας για νέους, που αναδεικνύει την καταστροφή της Γκιώνας (που συντελείται εδώ και χρόνια), ευαισθητοποιεί τους νεαρούς αναγνώστες του στα θέματα της προστασίας του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, ταξιδεύοντάς τους νοερά σ’ ένα παρελθόν που – οι περισσότεροι εξ ημών - δεν είχαμε καν υπόψη μας. Και να, που με έναυσμα το βιβλίο αυτό, επισκέφτηκα σήμερα (!) ξανά τα Καστέλλια, με ποδήλατο αυτή τη φορά, για να θαυμάσω όσο το δυνατόν εντονότερα το απαράμιλλο φυσικό κάλλος της περιοχής, διατηρώντας μια φρούδα ελπίδα ότι, ξεστρατίζοντας πού και πού, μπορεί να τύχει να ανταμώσω κι εγώ ένα σημάδι αυτής της άγνωστης, μέχρι πρότινος, πέμπτης πόλης των Δωριέων στην περιοχή.
[Θυμάμαι την αείμνηστη γιαγιά μου, που κάθε φορά που περνούσαμε από τα Καστέλλια συνήθιζε να λέει ότι εκείνα τα χρόνια όλο γιατρούς έβγαζε αυτό το χωριό, αντίθετα με το δικό μας που οι άνθρωποι του δεν ήσαν το ίδιο μορφωμένοι. Αν ζούσε σήμερα, θα της θύμιζα τα λόγια της και, μαθαίνοντας πως ο Κώστας Στοφόρος είναι κι αυτός Καστελλιώτης, μπορεί να της έλεγα: “Όχι μόνο γιατρούς, γιαγιά, αλλά και συγγραφείς. Κι αν σε βοηθάν καθόλου τα μάτια σου, διάβασε αυτό το βιβλίο, τη γειτονιά μας αφορά και τα βουνά της πατρίδας μας, και τον πολιτισμό που άφησαν πίσω τους οι άνθρωποι που κατοίκησαν κάποτε τούτα τα υπέροχα μέρη. Και να ξέρεις, σε ευχαριστώ για όλες τις πολύ όμορφες και τρομακτικές ιστορίες που μου διηγήθηκες κάποτε, κι ας φοβόμουν μετά, κι αφορούσαν τους λόγγους και τα βουνά, τα ποτάμια και τα νεκροταφεία, και τους απλούς, αλαφροΐσκιωτους ανθρώπους μιας μικρής πατρίδας από την οποία εξακολουθώ να διατηρώ τις πιο υπέροχες παιδικές αναμνήσεις".]