Φυσικά είχα ακούσει πάρα πολλά καλά λόγια για αυτό το βιβλίο η αλήθεια, όμως, είναι πως στην αρχή δεν μου γέμιζε το μάτι. Μου Φαινόταν σαν μία αφήγηση "ανδρικών" περιπετειών μέσα στο περιβάλλον της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Όπως συνήθως γίνεται τα πραγματικά ξεχωριστά βιβλία, όμως, σιγά σιγά τα διάφορα κομμάτια ερχόταν στη θέση τους, άρχισα να καταλαβαίνω ότι ο συγγραφέας έχει κάτι να πει και στο τέλος που μπορώ να πω ότι το κατατάσσουν στα πολύ σπουδαία βιβλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Το επίκεντρο της ιστορίας μας - ή τουλάχιστον το πρόσωπο με το οποίο ασχολείται περισσότερο ο αφηγητής της - είναι ο Λούης, ένας άνθρωπος ελεύθερος που έχει σκοπό της ζωής του να ζήσει όσο πιο έντονα μπορεί, να γευτεί όσες απολαύσεις του προσφέρονται και να πορευθεί όσο το δυνατόν περισσότερο ασυμβίβαστα, πέρα από κανόνες και πρέπει, όποιες και να είναι οι συνέπειες. Στον κύκλο του υπάρχουν διάφοροι διαφορετικοί χαρακτήρες, χαρακτηριστικές φιγούρες των δεκαετιών μετά τον εμφύλιο πόλεμο, άνθρωποι που προσπαθούν να βρουν έναν τρόπο να βολευτούν κάπου, να πραγματοποιήσουν τα μικροαστικά όνειρα της εποχής, ξεφεύγοντας από τη φτώχεια του περιβάλλοντος τους, ξεπερνώντας το σοβαρό εμπόδιο της αριστερής καταγωγής τους. Σε όλους αυτούς ο Λούης λειτουργεί με δύο τρόπους, στην αρχή τους παρασέρνει σε κάθε είδους τρέλες και ριψοκίνδυνα σχέδια, τους παροτρύνει να ρισκάρουν, να μείνουν πιστοί στις αρχές τους. Στη συνέχεια, όμως, γίνεται η φωνή της συνείδησής τους που τους κρίνει για τους πολύ μεγάλους συμβιβασμούς που έκαναν, το παρελθόν που απαρνήθηκαν, τους έρωτες που παράτησαν για να μπουν σε συμβατικούς γάμους, το βόλεμα τους σε πετυχημένες και όχι τόσο πετυχημένες θέσεις. Έτσι ο Λούις γίνεται σύμβολο αντικομφορμισμού, μία σχεδόν μυθική φιγούρα μου δείχνει ότι υπάρχει ένας άλλος δρόμος πέρα από την απόλυτη κυριαρχία της λογικής και του συμφέροντος, ένας δρόμος που οδηγεί στην ικανοποίηση των βαθύτερων επιθυμιών, στην καταστροφή αν τα πράγματα δεν πάνε καλά αλλά στο τέλος σε μία κατάσταση όπου τα έχεις καλά με τον εαυτό σου.
Όλα αυτά με φόντο την μεταπολεμική Ελλάδα την οποία ο συγγραφέας μας τη μεταφέρει με εξαιρετικό τρόπο, με μία γραφή που ακροβατεί μεταξύ του κυνισμού και της νοσταλγίας, σατιρίζοντας αυτές τις περίεργες καταστάσεις και μιλώντας σοβαρά οπότε πρέπει. Αυτό είναι το δεύτερο στοιχείο που κάνει αυτό το βιβλίο να είναι κάτι σπουδαίο, μία εποχή ολόκληρη ζωντανεύει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη, με τη φτώχεια, τις διώξεις, τις συγκρουόμενες ιδεολογίες, τις κοινωνικές αλλαγές στη συνέχεια, φτάνοντας μέχρι την εποχή της συγγραφής του, σε μία Ελλάδα εντελώς αγνώριστη. Έτσι το συνολικό αποτέλεσμα είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο που έχει μία σκληρή ομορφιά και λέει κάτι σε όλους μας. Ένα απολύτως απαραίτητο ανάγνωσμα.