Αισθάνθηκα πολύ ηλίθια προσπαθώντας να διαβάσω αυτό το βιβλίο. Μια παράγραφος που βγάζει νόημα, ακολουθούμενη από 2 σελίδες από πολύ ωραία γραμμένες μεν, ακατανόητες δε (για μένα) περιγραφές. Και εκεί που λέω να το παρατήσω, εκεί άλλη μια παράγραφος που βγάζει νόημα και προχωράει την υπόθεση και λέω "οκ, το'χω!" για να ακολουθήσουν πάλι οι δυσνότητες περιγραφές περί απαλών γραμμών και σκοτεινών εικόνων, που δεν ξέρεις αν αναφέρονται στο τέλος της ζωής ή στο παρελθόν του ήρωα. Γενικά η γραμμική ροή των γεγονότων δεν υπάρχει σε αυτή την ιστορία, όλα είναι ατάκτως ειρημένα ενώ ο συνδετικός κρίκος φαίνεται να είναι ο τόπος που βρίσκεται την κάθε στιγμή ο ήρωας.
Το αποτέλεσμα είναι παρόν, παρελθόν και μέλλον, ανακατεμένα σε μια πολύ όμορφα γραμμένη, λυρική αλλά εντελώς σουρρεαλιστικά δοσμένη ιστορία.
Για παράδειγμα:
"Ο Χασάν πασάς, κατακτητής του οροπεδίου και γαμπρός του αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλη, διέσχιζε το ξερό χώμα επιστρέφοντας στον Χάνδακα νικητής. Το μέγεθος αλόγου και αναβάτη δεν ξεπερνούσε το περίγραμμα της πεταλούδας που πετά. Είδε το άλογο ν' αφηνιάζει και να ρίχνει καταγής τον ιππέα. Το αγόρι σήκωσε τον σκοτωμένο ιππέα πιάνοντάς τον προσεκτικά από τα φτερά των κόκκινων ρούχων, κι αμέσως τον πέταξε πέρα φοβισμένο∙ το πρόσωπο του κατακτητή έμοιαζε στο δικό του.
Λίγες μέρες αργότερα οι Οθωμανοί σήκωσαν από τη γη το πτώμα του Χασάν πασά, που σκοτώθηκε πέφτοντας από το αφηνιασμένο του άλογο ενώ ξεκινούσε για την πόλη, και το κουβάλησαν κρυφά στον Χάνδακα από τον φόβο μήπως ο θάνατός του ενθαρρύνει τους νικημένους."
Προσωπικά, την παραπάνω παράγραφο, τη διάβασα 2 φορές για να καταλάβω αν όντως σκοτώθηκε ο Χασάν πασάς, αν το παιδί είχε κάποια σχέση με αυτό το θάνατο, ή αν αυτό ήταν ένα όνειρο/όραμα του πρωταγωνιστή.
"Το αγόρι μπήκε στην κοίτη του Νείλου πλέοντας προς την πρωτεύουσα της καινούργιας χώρας, το Κάιρο. Όσες φορές κι αν έκανε κατόπιν την ίδια ποτάμια διαδρομή, δεν μπόρεσε να μη χαμηλώσει το βλέμμα ως το ύψος του παιδικού του προσώπου και να μην ξαναδεί τις πρώτες εικόνες. Η ρευστότητα του τοπίου, απείκασμα της ψυχής του, τον οδηγούσε στην εντύπωση ότι το χέρι του μίκραινε στη λαβή του γιαταγανιού, ώσπου τέλος δεν εκρατούσε παρά τη λεπίδα της σπηλιάς. Και παρόλο που ο Ισμαήλ Φερίκ πασάς γνώριζε από καιρό πως η ίδια διαδρομή είχε μετατρέψει τα ταξίδια παλιών εραστών σε θεϊκά δώρα, δεν μπόρεσε ποτέ να βρει τ' αυλάκι που άφησε το όλβιο πλοίο τους. Μόνο το πρόσωπο της μάνας του χάραζε το νερό με την καμπύλη ενός χαμόγελου, όμοιου με πνιγμένη ημισέληνο. Άκουγε τότε κανακίσματα στη γλώσσα του, καθώς σκέπαζαν τις ερωτικές λέξεις της αλεξαντρινής κοινής μ' ένα παλίμψηστο ελληνικών ματαιωμένων αισθημάτων."
Αυτή ήταν και η τελευταία παράγραφος που διάβασα από το βιβλίο. Αφού τη διάβασα 3 φορές, χωρίς να καταλάβω τι θέλει να πει η συγγραφέας, αποφάσισα να εγκαταλείψω την προσπάθεια.