<< Έμοιαζαν και των δυονών τα βλέμματα να είναι μια αμοιβαία ξεκούραση, μια ανάπαυλα της μέρας που τελείωνε και της νύχτας που ερχόταν >>
Σ’ αρπάζει απ’ τα μούτρα, σε καθηλώνει με την παρατηρητικότητα, την ειρωνεία, τη διορατικότητα του κι ύστερα αρχίζει να χτίζεται ο κώδικας. << Συνέβαινε όπως όταν ταξίδευες μ’ ένα φίλο στενό, ή πρόσωπο αγαπημένο. Τότε η συνείδηση του κόσμου σβήνει γύρω σου, για να επιστρέψει βασανιστικότερη τη στιγμή που ξαναμένεις μόνος >> . Γραφή αλήτικη, λυρικός ‘’περιθωριασμός’’, γρήγορη, ζωντανεύει τον πίνακα, τον ήχο του συρμού, τα σώματα σα να τα κοιτάς έξω απ’ το τζάμι να κυματίζουν με τη φορά του τρένου.
<< Ήταν όμορφα να τα κοιτάς από μακριά, μα εκείνη χαιρόταν που το δικό της σπίτι, ένα διώροφο μεταπολεμικό, βρισκόταν απομακρυσμένο στην Κηφισιά, μέσα στο πράσινο και την ησυχία >>
<< Το τεκνό που έχεις φώναξε κάποιος του μουστάκια, αξίζει πολλά φράγκα! Δεν είναι για τα δόντια σου! Απαντούσε εκείνος. Και πιάνοντας το παιδάριο από το σαγόνι, του απόστρεφε το πρόσωπο απ’ τα βλέμματα των άλλων. Το χνώτο του ποτισμένο τσιγάρο και κρασί έφτανε ίσαμε την Κούλα. Τι σημαίνει τεκνό; Ρώτησε η Κούλα >>
<< Κι αφού δεν κοιμάστε μαζί επέμενε ο νεαρός, πασχίζοντας να χωρέσει το πόδι του μέσα σ’ ένα γοβάκι της Κούλας, τότε τι κάνετε; Ζούμε, είπε η Κούλα >>
Δε θα ασχοληθώ με τη διαφορά ηλικίας, γιατί στην πραγματικότητα ούτε το συγγραφέα ενδιαφέρει πραγματικά. Άλλωστε το παίρνω απ’ τη δική μου εμπειρία, με γυναίκα 10 χρόνια μεγαλύτερη καταλαβαινόμασταν στο παίξιμο του βλεφάρου, με γυναίκα 2 χρόνια μεγαλύτερη, εγώ να ήμουν στον Ψηλορείτη κι εκείνη στο Νεπάλ καλύτερα θα καταλαβαινόμασταν. Άλλωστε η Κούλα ούτε με τον άντρα της έχει πραγματικά καμιά επικοινωνία, με το νεαρό δε συμβαίνει αυτό.
Διαφορετικό απ’ ότι μοιάζει στην αρχή, απατηλό, σε κρατάει από παντού, αλάτι του ο ερωτισμός, πιπέρι του οι ίδιοι οι χαρακτήρες. Εκείνος νέος, πρόθυμος να δοκιμάσει κάθε τακτικισμό που μόνο η αποπλάνηση συγχωρεί, μέσα σε όλα της εποχής του, ανήσυχος. Εκείνη καθησυχασμένη, στην πληκτική καλοβαλμένη ζωή της. Μα μήπως κανείς τους δεν είναι αυτό που φαίνεται; Μήπως κανείς δεν ξέρει ποιος θα γίνει μόλις γεννηθεί ο Κώδικας των δύο, πέρα από ψευδαισθήσεις κι έξω απ’ το δικό του σχεδιασμό; Καρέ καρέ αλλάζουν διαρκώς τα χρώματα, αρώματα δίνουν και χάνονται, περνούν στιγμές σε δυο ταχύτητες, σα διανύσματα πάνω σε καθρέφτη.
Διαφορετική σκέψη, γεμάτη ευαισθησία αυτή με την επέτειο: αν θυμηθείς της επέτειο, ο άλλος θα νιώσει αμηχανία και θα γελάσει λέγοντας κάτι ανόητο, αν πεις πως το θυμήθηκες γιατί έβαλες σημάδι πχ από κάτι στη δουλειά σου, για να τον προστατέψεις απ’ την αμηχανία του και να σε προστατέψεις απ’ το ακύρωμα που θα σου ρίξει με την κρυάδα του, ο άλλος θυμώνει.
Δυο αλλιώτικοι μεταξύ τους άνθρωποι, ένας νέος άντρας παντού κύριος του εαυτού του, μια μεγαλύτερη γυναίκα σ’ ένα πεθαμένο γάμο, νιώθει δύναμη κι αυτοπεποίθηση στο σπίτι, στη δουλειά, μα παντού αλλού αόρατη, σαν αυτούς που συχνά απαντούν ΔΞ/ΔΑ.
Έχετε παρατηρήσει πως σε κάποια ιδιαίτερα πάθη, εκείνα βέβαια που απαιτούν τον ιδιαίτερο κώδικα που κάνει κάθε λέξη ή σιωπή να μοιάζει πρωτόφαντη, πως οι χώροι που συνδέονται με το ζευγάρι, ξεπερνούν το sex κι αποκτούν μυθικές διαστάσεις, βγάζουν πόδια, σχηματίζουν ρόδες, το ταβάνι τους γίνεται θόλος, μεταστοιχειώνονται σε κάτι αξεδιάλυτο απ’ τους ανθρώπους τους, σχεδόν τους μιλούν; Κάτι τέτοιο λέει κι εδώ.
Όταν είσαι σ’ αυτή την ιδιαίτερη κατάσταση του κώδικα, όχι δηλαδή απλά με το αίσθημα, οι άλλοι δεν είναι απλά αόρατοι. Το παραμικρό τρενάρισμα, οι ψίθυροι, η συμβατικότητα, η πολυκοσμία βγάζουν χυδαιότητα, ξερνούν την άνευ αντικρίσματος όψη τους. Και σε μια ομίχλη κάπου υπάρχει εκείνος ο άγνωστος ακόμα που εν δυνάμει απειλεί να σου πάρει αυτό που έχεις. Τότε αρχίζει η απόγνωση, ο θυμός χωρίς σκοπό κι αποδέκτη, οι νεφέλες κι η έλλειψη ισορροπίας. Και σ’ αυτές τις μεγάλες ώρες μακριά απ’ τον άνθρωπο του κώδικα, έτσι είναι ο κόσμος σου. Και όσο δίνουν οι μέρες, τόσο μεγαλώνουν αυτές οι ώρες, ώσπου τα χρώματα ξαναβάφονται μ’ αυτό τον κόσμο και συνηθίζεις ξανά σε αυτή την ταχύτητα, το αποφασίζεις.
<< αφέθηκε μ’ εμπιστοσύνη στις κινήσεις των ανθρώπων στο σπίτι. Μέσα εκεί όλα έμοιαζαν κανονισμένα κι αποφασισμένα, θαρρείς ένα αόρατο χέρι να τα είχε επιμεληθεί. Εκεί αισθανόταν υπήρχε ένας Θεός – πληκτικός ίσως – ωστόσο υπήρχε >>
Πως τελειώνει μια ιστορία; Υπάρχουν εκείνες που τελειώνουν για κάποιο λόγο, υπάρχουν οι άλλες που διακόπτονται φαινομενικά ξαφνικά κι άλογα, στην πραγματικότητα όμως, επειδή οι τακτικισμοί της αποπλάνησης που συγχωρούνται, πριν την κατάκτηση, έχουν ίσως και μια παραπάνω γοητεία, βάζοντας το τρικ της αξιολόγησης στο παιχνίδι, όμως μετά, όταν συνεχίζονται από μιαν απαίτηση παραπάνω προσοχής, ή κόρο, φτάνουν σ’ ένα σημείο που δεν έχει άλλο.
Αυτό που ίσως κάποιους να τους προβληματίσει, ή να τους παραξενέψει σ’ αυτή την ιστορία, είναι πως δε γίνεται λόγος για τύψεις απέναντι στον άντρα της Κούλας. Γιατί να υπάρχουν; Ένας γάμος που έγινε συμβατικά, από ενήλικες, έδωσε μια όμορφη οικογένεια, λειτουργική και φτάνεις σε ένα σημείο όπου δε διαφέρεις από ηλεκτρόνιο. Κάνεις τις ίδιες διαδρομές και κάτι σε ξυπνάει, θέλεις να εξεγερθείς, να αλλάξεις κάτι, χωρίς να κατεδαφίσεις τα πάντα. Το αν θα το κάνεις ή όχι, έχει να κάνει με τον καθένα, δε θα το απαντήσω εγώ και δε θα το απαντήσω εδώ. Αν όμως το κάνεις, οι τύψεις δε χωράνε πουθενά. Ούτε μπροστά σε πάνε, ούτε πίσω. Η μόνη ένσταση μου στο συγγραφέα, είναι πως οι περισσότεροι από μας αδυνατούμε να τις βγάλουμε απ’ το παιχνίδι, στην οποιαδήποτε κατάσταση, ακόμη κι αν η απάντηση είναι αρνητική. Είτε θα τις νιώσεις για τους άλλους, είτε για τον εαυτό σου.
Μπήκα ανύποπτος σ’ αυτή την ιστορία, εξεπλάγην πολύ πολύ ευχάριστα. Μου άρεσε ο ρεαλισμός, η αμεσότητα κι ο ερωτισμός της. Είναι ευκολοδιάβαστη, όχι και πολύ χαρούμενη, έχει τους προβληματισμούς της, το κάτιτίς της, αλλά όχι πολύ περισσότερα. Για τις 75 σελίδες της όμως, μια χαρά τα πάει.
3+