Σε έναν κόσμο μυθικό, μαίνεται ένας πόλεμος: Αντίπαλοι, τα δύο μέλη της βασιλικής οικογένειας των δράκων, ο Κρόνος, που επιθυμεί την επικυριαρχία σε καθετί ζωντανό, και η Ηώ, που θέλει την ισορροπία. Από αυτή την τιτανομαχία θα επιζήσουν ελάχιστοι, και η ισορροπία θα επικρατήσει μόλις για μια χιλιετία.
Χίλια χρόνια μετά, ο Κρόνος θα φέρει στον κόσμο δαίμονες από τη διάσταση της φωτιάς, για να τον υπηρετήσουν και να πολεμήσουν για χάρη του. Τότε η Ηώ, μόνη πιστή από τους δράκοντες της γενιάς της, θα σώσει ένα νεογέννητο αγοράκι από τα νύχια των δαιμόνων, για να γίνει ο ήρωας στην τελική μάχη. Το όνομά του: Ορίωνας.
Μια ιστορία φαντασίας με επικά στοιχεία που συνδυάζουν περίτεχνα την ελληνική μυθολογία με εκείνη των σκανδιναβικών χωρών, με ήρωες που συναντάμε για πρώτη φορά. Δράκοι που ζουν σε ένα φανταστικό σύμπαν μάχονται με όλες τους τις δυνάμεις ο ένας ενάντια στον άλλο, αλλά και ενάντια στις ανθρώπινες αδυναμίες τους.
Ο Στράτος Μελίτης γεννήθηκε και µεγάλωσε στην Αθήνα, µε καταγωγή από την Ίµβρο. Aπό µικρή ηλικία ασχολήθηκε µε το χώρο του φανταστικού, πρώτα ως αναγνώστης και στη συνέχεια ως story teller σε παιχνίδια ρόλων ηρωικής φαντασίας (RPG). Ξεκίνησε τον "Πρίγκιπα των δράκων" σαν αυτοτελείς ιστορίες στα δεκαέξι του, και το 2004 άρχισε να τις αναπτύσσει σε έναν καινούριο φανταστικό κόσµο.
Μια προσπάθεια γραψίματος ηρωικής φαντασίας. Καλές μάχες. Ωραία αρχαιοελληνική ονοματολογία. Σημεία όμως που πραγματικά βαρέθηκα... Αναμενόμενο από την αρχή έως το τέλος δίχως εκπλήξεις...
Μετά από 3 μήνες αγώνα κατάφερα και το τελείωσα και εγώ. Και όταν λέω αγώνα το εννοώ, το βιβλίο μόνο ευκολοδιάβαστο δεν είναι...
Ο συγγραφέας είναι άλλος ένας άντρας κάτω των 30 που διάβαζε Κόναν, Άρχοντα των Δακτυλιδιών, Ελληνική μυθολογία, έπαιζε D&D και κάποια στιγμή αποφάσισε να γράψει ένα δικό του βιβλίο σε παρόμοιο ύφος. Έτσι λοιπόν μας γράφει την ιστορία του Ωρίονα, που όλοι τον λένε Όριν, που είναι ο τελευταίος βάρβαρος (τον έσωσε μωρό μία δράκαινα που παριστάνει τη γριά του δάσους των Κενταύρων) αφού η φυλές των βαρβάρων σφάζονται ολοκληρωτικά από τους Κρούνταλ, βάρβαρους της ερήμου που καθοδηγούνται να κατακτήσουν τον κόσμο από πυροδαίμονες.
Η γριά-δράκαινα τον μεγαλώνει σαν παιδί της, αλλά εντάξει, κάπου στην πορεία τον υιοθετεί η πριγκίπισσα των Κενταύρων (μία από τις πρωτοτυπίες του βιβλίου είναι ότι αντί για ξωτικά έχει κενταύρους) και τον μεγαλώνει σαν γιο της. Κάποια στιγμή σκάνε και κάτι σοφοί δρυιδιδες και τους προειδοποιούν για μία νέα εισβολή, έτσι ο Οριν με τους δύο αδερφικούς του φίλους, τον Σολ και την Πενθεσύλια πάνε στο βασίλειο των ανθρώπων, και πιο συγκεκριμένα στην Αφαία, που είναι η μόνη πόλη που έχει αντέξει από την προηγούμενη εισβολή (πρωτοτυπία #2- Η Γκόντορ του βιβλίου θυμίζει Αρχαία Σπάρτη). Και κάπου εκεί έχουν περάσει 100 σελίδες και κάτι μέσα μου έσπασε για τα καλά, αν και κράτησα την ελπίδα και συνέχισα καρτερικά να διαβάζω - με μεγάλα διαλείματα. Ενδεικτικά αναφέρω ότι, όσοι γνωστοί μου το έχουν πιάσει, έχουν φτάσει μέχρι και τους αγώνες πάλης... Ε, μετά αρχίζει να τρέχει η πλοκή και στα μισά ο συγγραφέας το παίρνει απόφαση ότι αυτό που θέλει πραγματικά να γράψει είναι επικές μάχες και αρχίζει το ξύλο και το μυθολογικό υπόβαθρο. άπαξ και έφτασα εκεί μπόρεσα και το τελείωσα.
Το βιβλίο καθεαυτό είναι αξιοπρεπώς γραμμένο. Ο συγγραφέας γνωρίζει καλά τη γλώσσα και τη χειρίζεται με πετυχημένο τρόπο, αν και πολλές φορές ξεφεύγει και αρχίζει να γράφει αυτό που αποκαλώ "φανταζίστικα", δηλαδή τη διεθνή διάλεκτο που χρησιμοποιούν όλοι οι φάνταζυ συγγραφείς, με τα ίδια σχήματα λόγου, φράσεις και παρομοιώσεις. Σε αρκετά σημεία η γραφή αυτή δουλεύει, σε άλλα όμως ο συνεχόμενος επικός τόνος καταντάει πολύ κουραστικος, αφού δεν επιτρέπει στους χαρακτήρες να αναπνεύσουν.
Βασικά γράψτε άκυρο για το τελευταίο, δε φταίει η γραφή για τους χαρακτήρες, αυτοί είναι μία μαύρη σελίδα από μόνοι τους. Οι χαρακτήρες είναι μονοδιάστατοι, απλά εργαλεία για να προχωρήσει η πλοκή. Δε νομίζω ότι υπήρχε κάποιος από αυτούς (με μόνη εξαίρεση ίσως τον Σολ, που έχει κάποιες καλές ατάκες και εξαφανίζεται από τη μέση του βιβλίου και μετά) που να έχει αυτό που λέμε: "προσωπικότητα". Ειδικά ο πρωταγωνιστής είναι ο ορισμός του Εκλεκτού, απίστευτα δυνατός, χαρισματικός και που του έρχονται όλα (μα εννοώ όλα) στο πιάτο.
Αυτό αφαιρεί αρκετά από τις 250 σελίδες που δεν βλέπουμε κοσμογονικές μάχες.
Α, ναι, οι κοσμογονικές μάχες, εδώ ο συγγραφέας μας δείχνει ένα άλλο πρόσωπο. Ένα πρόσωπο ενθουσιασμένο, που γράφει αυτό που γουστάρει. Από την εναρκτήρια μάχη στο βουνό των βαρβάρων, που είναι κάτι μεταξύ Κόναν και 300, μέχρι και την τελική σύγκρουση για τη μοίρα του κόσμου, το βιβλίο αποκτάει ενδιαφέρον. Οι μάχες αυτές βέβαια είναι μεγάλες σε μέγεθος, επικές σε τόνο και φαντασμαγορικές. (πρωτοτυπία #3 - κανένας δε λυποθυμάει στα μισά τους για να του αφηγηθούν αργότερα τί έγινε).
Βέβαια, κάτι που ίσως ενοχλήσει κάποιους, είναι ότι διαβάζονται σαν κάτι ανάμεσα σε Ομηρικό έπος και βίντεο γκέημ: ο ένας επώνυμος ήρωας σκάει στις ορδές των εχθρών και σφάζει αριστερά και δεξιά τους πάντες, λέει κάτι και ξαφνικά οι στρατιώτες του σφάζουν για πλάκα πολλαπλάσιους αντιπάλους, τεράστια ξόρκια εξοντώνουν στρατούς και γενικότερα, κάπου προς το τέλος είχα αρχίσει να λυπάμαι τις ανώνυμες ορδές από τερατώδεις εισβολείς, που σφάζονταν κατά δεκάδες από τους χαρακτήρες του βιβλίου με χαρακτηριστική ευκολία.
Η κοσμοπλασία είναι σχεδόν προσχηματική, υπάρχει για να πει την ιστορία, αν και το μυθολογικό υπόβαθρο έχει την ομορφιά του.
Συνολικά, πρόκειται για μία ενδιαφέρουσα πρώτη προσπάθεια, που αφήνει υποσχέσεις για κάτι καλύτερο στο επόμενο μυθιστόρημα του συγγραφέα. Ως βιβλίο όμως είναι μετριότατο και προτείνεται μόνο σε όσους θα ήθελαν να διαβάσουν επικό φάνταζυ αυτού του είδους από Έλληνα συγγραφέα - στην κατηγορία αυτή δε μπορώ να σκεφτώ κάποιο βιβλίο που να ήταν καλύτερο...
Ένα μέτριο βιβλίο φαντασίας. Τίποτα το σπουδαίο. Ειδικά στο πρώτο μισό μέρος, το βίβλιο είναι αφάνταστα βαρετό και πραγματικά κουράζει. Ο πρωταγωνιστής(Ωρίωνας) είναι άλλος ένας κλασικός ήρωας φαντασίας που βρίσκει την γυναίκα των ονείρων του και στο τέλος νικάει και τον τελικό κακό.
Το lore δεν έχει ιδιαίτερο βάθος, υπάρχει μόνο για να βγει η ιστορία. Ίσως ο συγγραφέας μπορούσε να κάνει περισσότερα σε αυτό τον τομέα. Και η πλοκή του δεν είναι κάτι σπουδαίο, είναι αρκετά προβλέψιμη.
Εκεί που δίνω πραγματικά θετικό πρόσημο είναι στο finale. Στην τελική μάχη με τους δαίμονες. Αν και με αερκετά προβλήματα στην περιγραφή, ο συγγραφέας κατάφερε να με καθηλώσει με την επική μάχη ανάμεσα σε ανθρώπους, κένταυρους, δαίμονες, δράκους και Δρυίδες. Σίγουρα και εδώ θα μπορούσε να κάνει καλύτερη δουλειά, αλλά το τελικό αποτέλεσμα δεν απογοητεύει.
Άλλο ένα θετικό στοιχείο που μου άρεσε είναι ότι υπήρχαν αρκετά στοιχεία από Ελληνική μυθολογία στο Lore. Δηλαδή οι κένταυροι και τα αρχαιοελληνικά ονόματα που χρησιμοποιήθηκαν.
Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι το βιβλίο είναι μέτριο. Δεν είναι κάτι το σπουδαίο, έχει αρκετά προβλήματα σε διάφορα σημεία, αλλά μπορείς περάσεις την ώρα σου. Ελπίζουμε στο μέλλον ο κ.Μελίτης να βγάλει και άλλα βιβλία και να μας προσφέρει ακόμη καλύτερο περιεχόμενο. Είναι νέος συγγραφέας και σίγουρα έχει μέλλον μπροστά του.
Είναι μια ιστορία ηρωικής φαντασίας, εμφανώς επηρεασμένη από D&D. Η αφήγησή του είναι πολύ πομπώδες, θέλοντας να δώσει έναν αέρα επικότητας, που όμως το κάνει δύσκολο στην ανάγνωση. Ειδικά στην αρχή κόλλησα κανά δύο φορές γιατί δεν έβγαζε και πολύ νόημα. Επίσης σε αρκετά σημεία, μας αναφέρει τι θα γίνει στο τέλος μιας μάχης μέσα απτην αφήγηση, ενώ είμαστε ακόμη στην αρχή, με αποτέλεσμα να μην έχει αγωνία και ανατροπές. Κατά τα άλλα είχε ωραίες/ περιγραφικότατες μάχες και πολύ δράση.
Το βιβλίο όπως και η βαθμολογία του. Μέτριο. Η αλήθεια είναι πως δυσκολεύτηκα να το τελειώσω. Πολύ. Οι χαρακτήρες... βασικά δεν υπήρχαν χαρακτήρες. Όλοι οι καλοί ήταν φοβεροί, δυνατοί, ρωμαλέοι. Οι κακοί ήταν απλώς κακοί. Καμία αλλαγή, απλώς θαρραλέοι χαρακτήρες που πλαισίωναν έναν θαρραλεο πρωταγωνιστή. Και επίσης πολύ κλάμα ρε παιδί μου. Ο Οριν έκλαιγε που έβλεπε την Αλισαχνη, που χώριζε με την Αλισαχνη, που έβλεπε τους φίλους του, που δεν έβλεπε τους φίλους του, που αναπνέε. Γενικα ήθελα να του προσφέρω ένα πακέτο χαρτομάντιλα και να του κάνω ένα φιλικό πατ πατ στον ώμο. Α και μιας και είπα Αλισαχνη... Εμετικό love story, χωρίς λογο ύπαρξης. Την είδε, τον είδε ερωτεύτηκαν και πέθαιναν ο ένας για τον άλλο. Really? Και στα καλά. Ο τύπος ξέρει να γράφει μάχες. Το ήθελε και φάνηκε. Όταν έμπαινε στη μάχη δεν μπορούσα να το αφήσω, ίσως από τις καλύτερες περιγραφές που έχω διαβάσει. Τις τελευταίες σελίδες τις ξαναδιάβασα. Αν και λυπήθηκα λίγο τους Κρουνταλ. Τους ψιλοεσφαξε σαν πρόβατα. Οκ δικέ μου, δεν θα ήταν λιγότερο φοβερός ο Οριν αν αντί για χιλιάδες έσφαζε εκατοντάδες. Γενικά ενοιωσα πως οι 400 σελίδες ήταν ένα περιττο κομμάτι που θα σε οδηγήσει εκεί που πραγματικά αξίζει. Την τελική μάχη.
Όπως είπανε και πολλοί άλλοι, τούτη η ιστορία έχει μηδέν πρωτοτυπία μιας που ακολουθεί τα κλασικά στερεότυπα της επικής φαντασίας πριν από 40 και βάλε χρόνια. Όσο κουλ κι αν ήταν τότε, σήμερα δεν λένε πολλά, ιδίως αν οι χαρακτήρες δεν είναι αξιομνημόνευτοι. Και δεν είναι.
Όσο κι αν λατρεύω το ρετρό στυλ αλά Κόναν και Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, πρέπει στην τελική να νοιάζεσαι για τους χαρακτήρες όσο και για τις μάχες που δίνουν ή τον κόσμο της φαντασίας που ζούνε. Έλα που όμως ο συγγραφέας δεν έδωσε σκασίλα για κάτι τέτοια και αφέθηκε να γράφει εκατοντάδες σελίδες με κουλ επικές μάχες και φαντασμαγορικές περιοχές, παρατώντας τους ήρωες του σε ρόλο χαρτόκουτων που πάνε εδώ κι εκεί για να λέμε ότι κάτι γίνεται.
Με μηδέν ενδιαφέρον χημεία ή σκιαγράφηση, ο αναγνώστης αδιαφορεί πλήρως για το τι συμβαίνει. Όσες χιλιάδες δαίμονες κι αν πετάξει στην μέση μιας κοσμοϊστορικής μάχης, δεν αλλάζει το αποτέλεσμα πέρα φυσικά από το να τονίσει το πόσο υπερβολικά ακούγονται όλα. Και ναι, οι μάχες είναι το καλύτερο κομμάτι του βιβλίου, ακόμα κι αν στην τελική οι ήρωες δυναμώνουνε με την δύναμη της φιλίας και του καλού καταμεσής του πολέμου.
Ακόμα κι αυτό κουράζει γρήγορα όμως, μιας που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και όλες τις κλασικές διευκολύνσεις για να προχωρά η πλοκή, όπως το να έχει τον πρωταγωνιστή να είναι ο εκλεκτός που φυσικά και τον γαλουχήζουνε οι καλύτεροι μέντορες, συναντά αυτούς που η πλοκή το απαιτεί, και νικάει σε κάθε μάχη με την δύναμη του κλισέ ότι οι καλοί πρέπει πάντα να νικάνε.
Χωρίς ανατροπές, γκρίζες προσωπικότητες, στυγνό ρεαλισμό, ή κάτι άλλο τέλος πάντων για να σου κρατάει το ενδιαφέρον, το βιβλίο παραμένει μια σούπα από αρχή μέχρι τέλος. Αυτό δεν το κάνει κακό αλλά μέτριο, μιας που ακόμα και η μετριότητα απαιτεί ένα επίπεδο ικανότητας που ο συγγραφέας το κατέχει. Μέχρι εκεί όμως πάνε τα εύσημα μου και δεν το προτείνω σαν κάτι παραπάνω από σκότωμα χρόνου.
Το συγκεκριμένο βιβλίο μου άφησε μία θετική εντύπωση. Μπορεί η ιστορία του να μην είναι και η πιο πρωτότυπη (μου έφερε εικόνες από Dragonlance στο μυαλό), αλλά οι χαρακτήρες, ο κόσμος και όλα τα συμβάντα, ειδικά οι μάχες, περιγράφονται με ιδιαίτερη λεπτομέρεια που δεν αφήνει κανένα κενό. Επίσης υπάρχουν διάφορες πινελιές που προσπαθούν να δώσουν μία κάποια μοναδικότητα στο έργο. Συνοψίζοντας, πιστεύω πως πρόκειται για μία προσεγμένη και πάνω από όλα έντιμη προσπάθεια που αποδίδει τις ανάλογες τιμές στις επιρροές του συγγραφέα.