Τούτο το άλλο όνειρο ήταν σαν οικογενειακό μυστικό, το οποίο πατέρας και γιος το ομολογούσαν τώρα σε μένα. Καταλάβαινα τα αισθήματα τους, τα συμμεριζόμουν ως ένα σημείο, αλλά επιθυμούσα, ακόμα και μ’ αυτή την κατανόηση, ν’ ανήκω στον εαυτό μου. Δεν μπορούσα να υποφέρω την ιδέα πως ανήκα σε μια ομάδα.
Η οπτική του συγγραφέα θυμίζει αυτή του Παμούκ, το ύφος πιο στερεό και σαφές, ενώ είναι λιγότερο δριμύς στις λέξεις. Μου θυμίζει μια δική μου πρόθεση, που εφαρμόζω κυρίως στη δουλειά μου, να γράφω κάτι με σκοπό να σταθεί ως έχει, αλλά πιο μετά, στο σύνολο κειμένου να απαντήσει τη σκέψη του αποδέκτη, για ένα μήνυμα σε ερώτηση που προκαλείται χωρίς να εγείρεται και που δε φαίνεται με την πρώτη ματιά. Το να θες να σκεφτούν, να σε ‘’ψάξουν’’, να ‘’βρουν’’, είναι ιδιαίτερη, όσο και επίφοβη αρετή. Βέβαια, εκείνοι που δε θα το κάνουν τελικά, έμμεσα, σου φανερώνουν κάτι άλλο.
Το δεύτερο στοιχείο που απαιτεί πολύ μεγάλη ικανότητα και θέληση, είναι η αποτύπωση ηθικών και συναισθηματικών ισορροπιών, στο Τρινιντάντ, τόπο συγκέντρωσης πλείστων ‘’μειονοτήτων’’, από χρόνια εγκατεστημένες και άρα ‘’συνεπείς’’. Η γραφή κυλά αβίαστα, κυκλώνει τα άτομα, χωρίς να τα στοχοποιεί κριτικά. Απ’ την αρχή ήδη του βιβλίου, συνάντησα σελίδες πολύτιμες, πολυκύμαντα, για επίδοξους συγγραφείς, ανώτερες από ασαφή, μαρκετινίστικα τρικ. Τουλάχιστον για όσους θέλετε να γίνετε συγγραφείς, ή για όσους επιθυμούμε, απευθυνόμενοι στον εαυτό μας, εν ολίγοις, αφορά συγγραφείς με αιτία, συγγραφείς που με το γράψιμο τους λευτερώνουν τους κόμπους μέσα τους και ταξιδεύουν ορμητικά, λέξεις ικανές ενώ απελευθερώνουν, να δαμάζουν.
Παρόλ’ αυτά, μπερδεύεσαι κάπως στη συνέχεια, όταν βλέπεις τον νεαρό που φεύγει με μια υποτροφία να σπουδάσει με σκοπό να γίνει συγγραφέας, επειδή αυτό θέλει. Στο θέλω δεν υπάρχει αιτία, δεν υπάρχει γιατί. Ο άνθρωπος που το ‘χει, ξεχειλίζει κι όμως ο νεαρός επίδοξος, είναι κάποιος που δεν γράφει, δεν ξέρει τι να γράψει, ή απλώνει λέξεις άλογες. Κι όμως, είναι η ίδια η θέληση, ο πόθος μέσα της που υπερβαίνει τα γιατί κι η απροκάλυπτη ειλικρίνεια. Κι όσο προχωρά η αφήγηση, βλέπεις πως η θέληση έχει μέσα της, το απαράβατο πνίξιμο του ανθρώπου, που δεν αντέχει να μη γράψει. Όμως, δε μπορώ να αγνοήσω πως στην αρχή, είναι κάποιος που θέλει να διαβάζεται, και, όχι να διαβάζει. Σιγά σιγά, μέσα στην ανατρεπτικότητα των διαπιστώσεων αυτών, ανακαλύπτει τα προσωπικά του στίγματα κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η μαγεία.
Υπάρχουν καθημερινές λειτουργίες για τους Ινδιάνους. Οι ώρες εργασίας είναι καθορισμένες. Κάπου κάπου τα βράδια, στον ανοιχτό χώρο μπροστά στη μεγάλη παράγκα – με μια φωτιά που καπνίζει ( για να διώχνει τα έντομα ) και προσθέτει τη δική της μυρωδιά σ’ αυτή του ταγκιασμένου ταμπάκου – προβάλλονται ταινίες στο βίντεο. Αμερικάνικα θρίλερ, διαστρεβλωμένα. Όχι τόσο αβλαβή όσο φαίνονται: είναι μέρος της αντιαφρικάνικης κατήχησης των Ινδιάνων. Οι Ινδιάνοι σοκάρονται από τα όπλα, τις συγκρούσεις και τα αυτοκίνητα που τρέχουν σαν τρελά. Στενάζουν και φωνάζουν. Κάπου κάπου, για να σπάσει η ένταση, κάποιος ρίχνει το φακό του στα μαύρα πρόσωπα της ογόνης. Οι θεατές γελούν, κι άλλοι φακοί πέφτουν στην οθόνη, η ταινία ξαναγίνεται ταινία κι η ζωντάνια κάνει τους Ινδιάνους να μοιάζουν και πάλι με λαό με δυνατότητες.
Ο Νάιπωλ ξεκινάει συστήνοντας μας, έναν απ’ τους πολλούς εαυτούς που θα χρησιμοποιήσει με μεγάλη επιτυχία, μέσα στο μυθιστόρημα και μας εισάγει σταδιακά και απαλά, σε αυτό που αργότερα, θα γίνει δυσκολότερο, να ανιχνεύσεις που κρύβεται, πως μπαίνει και βγαίνει μέσα στους ρόλους, πότε είναι αυτός και πότε μένουν μόνοι. Εδώ βλέπουμε τον εκκολαπτόμενο συγγραφέα, στα ταξίδια επιστροφών και αλλαγών, του εαυτού και του τόπου. Με έκπληξη, μαθαίνεις σε αυτή την πρώτη προειδοποίηση, πως θα σου συστήσει τον αφηγητή, ενός βιβλίου που σκέφτεται να γράψει και ξεκινά, μια ιστορία. Θεματολογία δύσκολη, κυρίως γιατί ασχολήθηκαν μαζί της τρεις συγγραφείς, με πολύ μεγάλη ενσυναίσθηση: Γκρην, Κόνραντ, Μωμ. Εδώ όμως η ματιά είναι, μέσα – έξω – μέσα. Οι τρεις μεγάλοι συγγραφείς κινούνται πάνω και κάτω, σε άλλες ποιότητες και διαφορετικές ταχύτητες. Ο Κόνραντ κινείται και κυκλικά. Εδώ, η κίνηση γίνεται, πλάγια. Γρηγορότερη και παλμική, σε σχέση με του Γκρην, γρηγορότερη και στακάτη, ως προς τον Κόνραντ, απλούστερη κι όμως συναφής, με του Μωμ, ως προς τη συνχότητα και το ίδιο ευκρινής κι αεράτη. Κι έπειτα επιστρέφει, αυτή τη φορά, στη σελ. 86, στον εαυτό του. Δεν υπάρχει προειδοποίηση τούτη τη φορά. Ενδιαφέρουσα πάντως, λίγο παρακάτω, η αναφορά του ίδιου του συγγραφέα, στις κοινές γραμμές, με το Γκρην. Κι αρκετές σελίδες μετά, θα αναφερθεί και ο Μωμ. Κι αργότερα, αν και τα ονόματα παραλείπονται θα συναντήσουμε στα σοκάκια της Μαρτινίκα, τη σκληρή ανοησία του μπαλζακικού Καρτιέ Λάτεν,.
Αυτό που με ικανοποίησε στην κοινή αποστροφή μας για τα ταξιδιωτικά λευκώματα, δεν είναι επειδή τη μοιράζομαι με κάποιον άλλο, αλλά κυρίως γιατί είναι κοινοί οι λόγοι. Αν και λιγότερο κυνικός, ο συγγραφέας, βρίσκει ένα λόγο να κάνει χιούμορ σ’ αυτό, σαν μέρος μιας αλυσίδας. Κι αυτό είναι το σημαντικό, η πρώτη γνωριμία με το χιούμορ του: έρχεται σε μικρές, ανατρεπτικές μπαλίτσες. Διακριτικό και καυστικό. Διαθέσιμο να αποτελέσει σύνδεσμο με άλλους κρίκους, ανάλαφρο.
Ίσως το χάρισμα της όρασης να μην είναι αμιγές ή πρωταρχικό. Μπορεί η όραση να διδάσκεται και να εξαρτάται από την ικανότητα να συγκρίνεις το ένα πράγμα με το άλλο.
Ακολουθεί η περίτρανα κρυστάλλινη σκιαγράφηση του Λεμπρέν, δεν τον ακούμε να μιλάει, δεν μαθαίνουμε τις σκέψεις του και όμως μέσα στο ανατίναγμα των ενεργειών του, στο πάτημα τους, ένας απόηχος που περιμένει, μια πορεία που διακόπτεται και συνεχίζει ως τη φθορά. Και μαζί με τον επινοημένο συγγραφέα, Φόστερ Μόρις, είναι δυο χαρακτήρες που στέκονται επί πραγματικού, χωρίς να είναι, είναι. Το πώς ο συγγραφέας Νάιπωλ, εισβάλλει καταλυτικά, στο συγγραφέα του βιβλίου, στον αφηγητή, σε κάθε άλλο, θυμίζει μια ακόμη ποιότητα του Μωμ, αυτή της παρεξηγήσιμης αμεσότητας. Στην Κόψη, ο φίλος συγγραφέας, ποτέ δεν μπορείς να καταλάβεις ποιος είναι, τον περιμένεις παρήγορα, να είναι εκεί. Την ίδια ποιότητα, αν και με εντελώς διαφορετικό τρόπο, διαχειριζόταν κι ο Κόλλινς, ενώ η συχνότητα των μέσα – έξω του Νάιπωλ θυμίζει περισσότερο την ιδέα του συγγραφέα – ταξιδιώτη Κόνραντ και λιγότερο το έργο του, μορφικά, τον υπαρξιακά βέβαιο Κόνταντ που όμως δημιουργούσε αιώνια άγουρους, περιπλανώμενους, χαρακτήρες. Υπάρχει κάτι και σαν αυτό, στα αρχικά μέσα – έξω – μέσα του Νάιπωλ. Σε αντίθεση πάντως, με τους, κάποιες φορές, αβέβαιους ηθικά χαρακτήρες του Μωμ και την έλλειψη έννοιας ανθρώπων που βρίσκουν ένα ηθικό βήμα, τελικά, στον Κόνραντ και των αιώνια πεπλεγμένων με τον εαυτό τους, χαρακτήρων του Γκρην, βλέπουμε εδώ λόγου χάρη, το σίγουρο βήμα του Λεμπρέν και τις εσωτερικές μάχες με την πεμπτουσία της αυτοακύρωσης, που αντιλαμβάνεται την ανοησία του εσώτερου, όσο και του εξωτερικού κόσμου, στο Φόστερ Μόρις και που, και οι δυο αντιλαμβάνονται έναν κόσμο που τους έχει αφήσει πίσω, να μάχονται από συνήθεια, όταν τα αίτια έχουν αφήσει τα κοστούμια του χθες κι ακόμη δεν έχουν ντυθεί με άλλα.
Κι όταν, ο αφηγητής, βρεθεί στη ζούγκλα, συναντάμε μια ονομαστική επίκληση στη σεξουαλικότητα, που μοιάζει έτοιμη να ξυπνήσει τη διαπλοκή της και θυμίζει εκείνα τα αγγίγματα που στον Κόνραντ μένουν άρρητα πάντοτε, ενώ μοιάζουν να ξεφεύγουν από σύμπτωση. Εδώ η επαφή δεν αποφεύγεται, όμως μοιάζει να μη βρίσκεται στα κέντρα της, να έχει ανάγκη να υπάρξει, για να βεβαιώσει για την ύπαρξη. Κι όλα αυτά, ο Λεμπρέν, ο αφηγητής στη ζούγκλα, το παλιό ταξίδι του Μόρις, οι υπαινιγμοί του νεαρού Λεμπρέν στην ανάστροφα φυλετική υπερβολή, μοιάζουν να βρίσκονται στον πέπλο, ενός NKVD που δεν λέγεται, υπάρχει όμως και μοιάζει κι αυτό, έξω από άξονες, να διεκδικεί, να δηλητηριάζει και να επιμένει στα κοστούμια, μα τα αίτια έχουν αρχίσει, ήδη να γδύνονται. Στέκονται τα λόγια του Λεμπρέν, πως Ιστορία είναι η εξωευρωπαϊκή πολιτική του Λένιν κι ο Γκάντι με το Νεχρού, υποσημειώσεις.
Αρνιόταν να μιλήσει σαν τουρίστρια, η άρνηση ήταν μέρος της αυτοεκτίμησης της. Κι είχα την αίσθηση πως ( λαμβανομένου υπόψη του νησιού για το οποίο μιλούσε και του άλλου με το γιατρό – μάγο ), όπως όλα τα δάση που υπήρχαν εκεί εξαρχής αποψιλώθηκαν για να γίνουν φυτείες ζαχαροκάλαμου, έτσι είχε κι εκείνη απογυμνώσει τον πληθυσμό, που με τόση ευκολία είχε δει τα χαρακτηριστικά του, για να φτάσει σε μια ιδανική δομή η οποία υπήρχε στο μυαλό της.
Θυμήθηκα πόσο με είχε επηρεάσει το άρθρο του Λεμπρέν στο ρώσικο περιοδικό, ήταν σαν να με είχε ανεβάσει πάνω απ’ το επίπεδο του δρόμου και μου επέτρεπε να δω τα πράγματα από ψηλά. Ένιωθα πως ο Λεμπρέν είχε κάνει το ίδιο και γι’ αυτή την ομάδα, πως όλα στον τρόπο που έβλεπε αυτή η γυναίκα προέρχονταν από την ερμηνεία όσων είχε πει ο Λεμπρέν
Συχνά, σκεφτόμουν κάτι μεταμεσονύκτιες, αμερικάνικες τηλεταινίες, που έβλεπα φοιτητής, όπου έπαιζαν μόνο μαύροι. Υπήρχε κάτι ιδιαίτερο σ’ αυτές και έμοιαζαν να απωθούν να σταθείς για πολύ κι ούτε ακούς να μιλούν ποτέ γι’ αυτές, σαν κάτι αντισυμβατικό, ή έντεχνο κι έξω απ’ το σύστημα, ενώ δεν υστερούν σε κάτι, σεναριακά και υποκριτικά. Ενυπάρχει στην αιτιολόγηση της ύπαρξης τους, κάτι που φαίνεται εχθρικό, μια αίσθηση πως δεν παίζουν για ‘σενα, δε θέλουν να δεις, να καταλάβεις την κουλτούρα, τους ανθρώπους, την αργκό, μοιάζουν άνθρωποι – ηθοποιοί κι όχι ηθοποιοί – άνθρωποι. Είχα δει κάποτε μία, γιατί οι εξωτερικοί παράγοντες ήταν εχθρικότεροι: ήταν εξαιρετική. Αυτό το βιβλίο όμως, δεν είναι έτσι. Προσκαλεί τους πάντες, δεν αντιμετωπίζει κανέναν σαν ιδιοκτήτη, ή ξένο και γίνεται γι’ αυτό αγαπησιάρικο. Κι όμως μοιάζει σε κάτι, το βιβλίο μ’ εκείνες τις ταινίες, εκείνες τις εξαιρετικές ταινίες, που δε μας θέλουν στη ζωή τους: στον τρόπο να ανήκει στον εαυτό του, σε μια ορισμένη ιδιοσυχνότητα που αντηχεί εντός του, αναλαμβάνει σιωπηλό κι όχι βρυχώμενο ρόλο ιστορικού, παραμένει εντός του και την ίδια στιγμή μπαίνει σ’ εμάς, μέσω ενός απροκάλυπτου ρεαλισμού, που αιτιολογεί πια, γιατί κάποιοι είναι πάντα έξω από ομάδες, όσο δελεαστική κι αν μοιάζει η μαζική δύναμη.
Και πας να φύγεις και δε μπορείς, γυρνάς πίσω στο Λεμπρέν. Σε κρατάει εκεί στις τέσσερις φάσεις της ζωής του. Επαναστάτης με αιτία. Επαναστάτης χωρίς επανάσταση. Επαναστάτης χωρίς αιτία κι επανάσταση. Ρατσιστής μ’ απωθημένα.
Θάλασσα έξω απ’ το Τρινιντάντ 1618. Ο χρόνος επιτελεί ρόλο ξεναγού όχι όμως κι υπηρέτη. Αρνείται τις ταυτίσεις. Όπως η Ιστορία αρνείται την εξαντικειμενίκευση της. Ο άνθρωπος μιας εποχής, οι βλέψεις του, οι ελπίδες κι οι στρεβλώσεις, η δωροδοκία του χρόνου, σαν περνά σιωπηλός και χωρίς τσέπες, δεν έχει που να βάλει τη μωροφιλοδοξία, την πικρία της ατέλειας που προσπαθεί να κρυφτεί σε συζητήσεις θησαυρών και στο βάθος ένας τόπος γνώριμος, σε φιλανθρωπικό ξεπούλημα των γηγενών, σ’ ένα θηριώδη εκπολιτισμό που εξηγεί πολλά, χωρίς ουσία. Θα περάσει καιρός, ώσπου κάποιος Χιουμ να πυρπολήσει, κάθε βεβαιότητα και να απαιτήσει αποδείξεις για τα οφθαλμοφανή τεχνάσματα κι οι ωραίες, καθαρές φορεσιές θα είναι πεσμένες κατάχαμα και τότε θα δεις πως έχουν στίγματα από αίμα, δεν ήταν τόσο καθαρές και πως οι κλωστές ξέφτιζαν ή ήταν τσιτωμένες. Είναι ο καιρός, που όσο μεγαλύτερο, τόσο πιο θανατηφόρο και γι’ αυτό το μικρό οφείλει να είναι ανεξίκακο και πλούσιο. Αν όμως δεν είναι;
Και φτάνουμε στο αριστουργηματικό κεφάλαιο του Κόλπου της μοναξιάς. Φρανσίσκο Μιράντα, Βενεζουέλα – 1806.
Είμαστε στο πετσί του Μιράντα, μαζί με όλους αφηγητές, συγγραφείς, Νάιπωλ κι όση οργή έχει μαζέψει το μέλλον για το παρελθόν. Σοκάρει κι εξοργίζει, ο διαχωρισμός των ανθρώπων σε έγχρωμους και νέγρους. Οι νέγροι είναι δούλοι, οι έγχρωμοι είναι μιγάδες, ‘’νέγροι’’, Ινδοί ελεύθεροι και με το δικαίωμα να αποκτούν και να κατέχουν δούλους. Όλα γίνονται με την εργασία των δούλων κι όλη η χώρα είναι ένα ζωοστάσιο εισαγωγής κι εντατικής εκκόλαψης δούλων. Που υπάρχει δίκαιο; Στο λευκό που θέλει να στερήσει το ‘’δικαίωμα’’ στους έγχρωμους να έχουν δούλους, στο ότι οι έγχρωμοι θέλουν να έχουν δούλους, στο ότι οι λευκοί δε θέλουν οι έγχρωμοι να έχουν δικά τους σπίτια και αν δεν έχουν και δούλους, άρα κανένα μέσο βιοπορισμού, θα γίνουν τελικά πάλι δούλοι, στον κυβερνήτη που κάνει οικονομική αποτίμηση της κατάστασης, στην τεμπελιά λευκών κι έγχρωμων ελεύθερων και σκέφτεσαι όταν έχεις φτάσει πολλές σελίδες μετά την ιστορία του Μπλερ για την κλινική στη Νέα Υόρκη με τις ρόμπες με τα χρώματα, θυμάσαι κι ένα παλιό ρώσικο παραμύθι, με τα παιδιά – εχθρούς που κοιμούνται και μες στη νύχτα φορά ο ένας τα ρούχα τ’ αλλουνού…
Βλέπουμε το Τρινιντάντ κάπου απέναντι, σαν ένα δρόμο, ασύμπτωτος, άσπονδος επαναστάτης κι ο ίδιος, ένας απλός γείτονας, σαν τη συνοικία των Πάτσι. Την πόθησα να τη δω τη Βενεζουέλα κι έψαξα να βρω για το Μιράντα: παραπλανημένος, φιλόδοξος κι ωστόσο ανθρωπιστής. Θυμίζει μια ιστορία που αφηγείται ο Αριστοτέλης για ένα μαθηματικό, που σε κάποιο ταξίδι του υπεξαίρεσαν ένα χρηματικό ποσό. Κι απ’ το Μιράντα υπεξαιρέθηκαν πολλά και νιώθω λύπη. Κι επειδή είναι η Βενεζουέλα με τους δούλους κι επειδή ο Μιράντα καταδικάζεται εκεί, σε απραξία, πριν την οριστική προδοσία, γίνεται σαφέστερος με πολλαπλούς τρόπου, ο υπαινιγμός της σχόλης των αρχαίων, όπως συνδέεται όχι με την αρετή, αλλά με τη δουλεία. Ας θυμηθούμε και τους ελεύθερους πολίτες που δεν κάνουν τίποτα. Ας θυμηθούμε πως ζούμε σ’ ένα κόσμο δουλικό και συμφερτικό, τα πάντα είναι θέλημα της. Κι ο Μιράντα που έστησε ένα σύνταγμα στο μυαλό του, μα δεν του έμαθαν τα βιβλία που τον βοήθησαν να μάθει να σκέφτεται πως και που ταιριάζουν τα χρώματα και κάνοντας ένα άλμα, που έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να θεσμοθετηθεί, θεώρησε πως δεν υπάρχουν. Και δε μπορείς καθώς το κεφάλαιο φτάνει στο τέλος του, να μη νιώσεις μεγαλύτερη λύπη και για τη Σάρα, μα και χαρά για τους τόμους, αυτούς της Αβάνας. Κι αν η λογοτεχνία δεν έχει άλλη εφήμερη δύναμη, πέραν των αναδρομικών της, είναι έστω αυτή: να ξυπνάει τους ληθαργικούς και να ζεσταίνει τους ψυχρόαιμους.
Φτάνουμε στην πατρίδα και πάλι, ή σε μια πατρίδα. Κι ο Ντε Γκρόοτ θυμίζει τόσο το Μπερνάρ, μικρά ‘’φωσάκια’’ που δεν το περιμένεις και γίνονται μεγάλα σημεία, γιατί, ίσως βρίσκουν στην απλότητα, το ατόφιο που χάνουμε μέσα στα στρώματα μας κι είναι αυτοί για τους οποίους θυμάσαι τους τόπους κι ας μην κάνεις ποτέ γι’ αυτούς επαναστάσεις.
Ξέχνα τις μειονότητες κι όσα έχεις μάθει για το κατά κεφαλήν εισόδημα. Εδώ έχεις, Ινδούς, Αφρικανούς, Μιγάδες, Απόηχους Ινδιάνων κι ένα συγγραφέα που δεν τσιρίζει στ’ αυτί σου, είναι ο τόπος μου, δεν είναι δικός τους. Όχι! Πουθενά, δεν το βλέπεις. Ποιο το συμπέρασμα απ’ αυτό; Κι αν θες να διαβάσεις ένα βιβλίο που μιλά για τα πρωτόφαντα, άσε και δώσαμε, να πάρεις κάτι άλλο. Αν πάλι θέλεις να διαβάσεις μια ζεστή ιστορία για χώρες που είναι όλες δρόμοι αντικριστοί, μ’ ανθρώπους γείτονες, θύτες και θύματα να μπλέκονται, να μην ξεχωρίζονται και εσύ να μην μπορείς να καταλάβεις σε ποιο ρόλο πήγε και τρύπωσε ο συγγραφέας και σε ποια χώρα η χρονολογία θα βρεθείς, μείνε.