- Τι κάνεις ρε; Πως είσαι;
- Εσύ; Ρώτησα με τη συνηθισμένη εχθρική μου αμηχανία
- Έλα μη χρονοτριβούμε μ’ αυτά θα τα πούμε στον καφέ.
- Ποιο καφέ; Δε θέλω να βγω έξω
- Ρε συ είναι καθιερωμένο: να ρουφήξουμε προχριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα
- Όχι κρυώνω.
- Μα είναι Χριστούγεννα!
-…
- Ρε μην κολλάς εκεί μέσα…
- Θα με στήσεις;
- Όχι! Όχι! Το υπόσχομαι
Περίμενα ήδη είκοσι λεπτά, όταν αισθάνθηκα λίγο γελοίος όπως πήγαινα από βιτρίνα σε βιτρίνα. Πήγα στο βιβλιοπωλείο, είπα γεια, ανέβηκα πάνω να δω τα βιβλία. Δεν έκατσα πολύ, χαοτική κατάσταση. Οι αγοραστές των γιορτών είχαν ανακατέψει τα πάντα. Είχα όμως συγκρατήσει μια φράση απ’ το προλογικό σημείωμα, στο μικρό μαύρο βιβλιαράκι: το μικρούτσικο έργο της όπως συνήθιζε να το αποκαλεί ο Μάρρυ, δεν ξεχάστηκε και δεν ξεπεράστηκε με το πέρασμα του χρόνου, αντίθετα έμεινε κλασικό, γιατί το αληθινό και ταπεινό περικλείει μεγαλοσύνη και διάρκεια . Κι ακόμη είχα συγκρατήσει κι αυτό: Κι αυτή όπως οι εικονιστές αποτυπώνει μια συγκεκριμένη στιγμή, όταν ένα πράγμα εξωτερικό κι αντικειμενικό μεταβάλλεται ή εισχωρεί σ’ ένα πράγμα εσωτερικό και υποκειμενικό . Δεν ήθελα όμως να το αγοράσω εκείνη τη στιγμή. Είχα στο σπίτι πολλά ανοιχτά μέτωπα, απλώς κράτησα μια σημείωση για κάποτε. Το βιβλίο έμοιαζε παλιό, στραβοχυμένο, δεν περίμενα να πουληθεί.
Ένα δεκαπεντάλεπτο μετά, έχοντας ήδη λάβει το μήνυμα που έλεγε ‘’θα καθυστερήσω’’ και λίγο μετά το απολογητικό τηλεφώνημα πως έπρεπε να κάνει ψώνια της μαμάς του για το γιορτινό τραπέζι και τελικά δε θα προλάβαινε, ξαναμπήκα στο βιβλιοπωλείο. Το αγόρασα. 2 ώρες μετά σηκωνόμουν να φύγω απ’ την καφετέρια. Μου είχε κοστίσει 16,50€, το βιβλίο, ένας καπουτσίνο και μετά από ώρα μια σοκολάτα.
Ο τρόπος που ξεκινά η αξιολόγηση αυτού του βιβλίου είναι αυτό ακριβώς που συναντάτε μέσα στην Αλόη: η αποτύπωση ενός και μόνο στιγμιότυπου όπως θα το βλέπαμε εξωτερικά και τελικά αναλόγως του αν θα το αφήναμε να επιδράσει πάνω μας ώστε να καταλήξει σε μια διάθεση που μας επηρέαζε με ένα τρόπο.
Σε πρώτη φάση, είναι βαρετό. Πάρα πολύ βαρετό. Εικόνες μιας οικογένειας που μετακομίζει στην εξοχή. Τα παιδιά, οι μεγάλοι, η φύση, τα ζώα, η τακτοποίηση. Σε κάθετί έχουμε την ευκαιρία να εισβάλουμε στο μικρογεγονός και να αντλήσουμε κάτι. Η πρώτη λέξη που είχα στο νου μου ήταν η λέξη ‘’ενάργεια’’ κι αυτό για να περιγράψω την καθαρότητα, το καλοπλυμένο κρυστάλλινο παραβάν απ’ το οποίο κυλάει μέσα μας, η χαρούμενη, φωτεινή παιδική αθωότητα, η ζωή τους, η όψη τους, τα παιχνίδια τους, οι φόβοι τους. Θυμίζει έντονα το ταλέντο της Δέλτα να γίνεται παιδί μέσα στον Τρελαντώνη.
Κυλά μέσα σε μια στιλβωμένη πλήξη μέχρι να επιτρέψεις στην εντύπωση να μετρήσει μέσα σου. Για ‘μενα αυτό ξανασυμβαίνει στο γράμμα της Μπέρυλ. Η εικόνα μιας γυναίκας που γράφει ένα τυπικό γράμμα, για να γεμίσει την ίδια με την ανοησία της εξωτερικής ζωής και φαντάζεται τον εσώτερο εαυτό της να τα σπάει όλα στην προσπάθεια του να την κάνει να ζήσει πραγματικά, να αλλάξει κάτι.
Η αδερφή της λέγεται Λίντα, είναι η μητέρα των κοριτσιών. Είναι το είδος εκείνο της γυναίκας που ζει με νωχέλεια και όλος ο κόσμος της είναι ο άντρας της. Φορτίζει αδρανής όταν εκείνος απουσιάζει και ζωντανεύει μόνο όταν εκείνος βρίσκεται κοντά, τότε όλα αποχτούν κάποιο νόημα. Κι αναρωτιέται η αφηγήτρια / κόρη, βάζει τα λόγια στο στόμα της Λίντας, ‘’γιατί άραγε αγαπώ τόσο τη ζωή’’. Φράση ικανή να ξεσηκώσει τις εντυπώσεις όλων μας, ειδικά στην εποχή μας που βλέπουμε ανθρώπους να κάνουν διαρκώς τα ίδια πράγματα, με μια βιολογική προσήλωση, πιστεύοντας ολόψυχα πως αυτό είναι μια ζωή με νόημα που δε θα άφηναν με τίποτα να τους φύγει και τελικά δεν τη ζουν, την αφήνουν να τους περνά και δε νοιάζονται ποτέ πραγματικά να ξαναπλησιάσουν τους άλλους, τους αρκεί ένα μικρό παλιό αρχικό πλησίασμα, μια γεννήτρια την οποία τρίβουν συνεχώς με λευκό ξύδι για να φεύγουν οι σκουριές και να ξανατροφοδοτείται διαρκώς με τα ίδια. Συνέχεια.
Όμως κακά τα ψέματα η μεγάλη φόρμα είναι καταδίκη τόσο για τη συγγραφέα, όσο και για τον αναγνώστη. Αισθάνεται αμήχανη να διεισδύσει, όταν όμως το κάνει, μαγεύει.
Κατά κάποιο το ανάλογο της είναι ο Στάϊνμπεκ, ένας ακόμη συγγραφέας που κλωθογυρίζει την εικόνα και προκαλεί ( εκείνος όμως όντως προκαλεί ) τον αναγνώστη να κοιτάξει βαθιά ώσπου η εντύπωση να περάσει μέσα του, διαστέλλοντας. Εδώ δεν υπάρχει αυτή η πρόκληση. Υπάρχει εγκαρτέρηση, υπάρχει πρόσκληση. Κι είναι μαζί μια θεραπεία για την ίδια την ταραγμένη ψυχή της Μάνσφιλντ, να γιατρέψει τον πόνο της απώλειας και τον πόνο χιλιάδων αναμονών. Όλα φωνάζουν ‘’θέλω να ζήσω αλλά πως; Γιατί’’;