Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Ο πατέρας της ήταν εκδότης εφημερίδας με ιδιαίτερα φιλελεύθερες ιδέες για την εποχή του και πάθος για τη δημοσιογραφία. Φοίτησε στο Λύκειο Κοραής και στο Καθολικό Γυμνάσιο των Ουρσουλίνων στη Νάξο. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής φυλακίστηκε για αντιστασιακή δράση ενώ ήταν έγκυος και γέννησε στη φυλακή. Μετά την απελευθέρωση εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Τη διετία 1953-1954 έζησε στο Παρίσι. Από τη θέση της δημοσιογράφου αντιτάχθηκε στη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1950 με τη συλλογή από νουβέλες "Αγάπη", γνωστή έγινε όμως εννιά χρόνια αργότερα με την έκδοση του βιβλίου της "Νίκος Καζαντζάκης, ένας τραγικός", μια απομυθοποιητική και ψυχαναλυτική προσέγγιση της προσωπικότητας του κρητικού συγγραφέα. Συζητήσεις προκάλεσε και το δοκίμιό της "Αντίγνωση: Τα δεκανίκια του καπιταλισμού" στο οποίο υποστήριξε τη θεωρία της περί του χριστιανισμού ως θεμελιακού όρου για την επικράτηση του καπιταλισμού ανά τον κόσμο. Το πιο γνωστό έργο της είναι το μυθιστόρημα "Η Συβαρίτισσα" με έντονα αυτοβιογραφικό χρώμα και εμφανείς επιρροές από τη νιτσεϊκή φιλοσοφία. Το θεατρικό έργο της "Τιμή ευκαιρίας για τον παράδεισο" παραστάθηκε το 1976 από τη Β΄ σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.
Αυτό το βιβλίο μιλά για τη συναρπαστικό βίο μιας γυναίκας, αλλά και όλων όσοι την περιτριγυρίζουν. Είναι η ιστορία μιας γοητευτικής ηθοποιού του θεάτρου, που όσο κι αν περνούν τα χρόνια εξακολουθεί να ελκύει τους πάντες, άντρες και γυναίκες. Η Ελισάβετ είναι μια από εκείνες τις γυναίκες που δε γερνάνε ποτέ. Που ξεχελίζουν από ζωή σε κάθε τους εκδήλωση. Που θεωρούν τα πάντα - ακόμη και τον έρωτα-, σαν πράγματα περαστικά, που δεν έρχονται για να μείνουν, αλλά που μας προσφέρουν ηδονές και ευτυχία που οφείλουμε να ρουφήξουμε. Η Ελισάβετ είναι μια γηραιά κυρία κι ένα τρελό κοριτσάκι, μια φιλόσοφος της ζωής και μια γυναίκα αλανιάρα. Οργίζεται, χαίρεται και λυπάται με το ίδιο πάθος. Είναι γυναίκα με τα όλα της, δεν έχει τίποτα να κρύψει, κι έτσι δε φοβάται μήπως και εκτεθεί. Κάποιοι θα έλεγαν ότι η Ελισάβετ είναι η συνείδησή μας. Και φυσικά είναι μια γυναίκα γεμάτη πάθη και αδυναμίες που δεν προσπαθεί να συγκαλύψει. Αντίθετα τα αποκαλύπτει η ίδια και χαίρεται γι’ αυτό: “…Τα πάθη μας μάς καίνε μέχρι στάχτη, αλλά ξαναγεννιόμαστε κι αγαπούμε ξανά και ξανά παντοτινά, παντοτινά πάλι και πάλι”. Να, αυτά υποστηρίζει, κι ας τολμήσει κανείς να την αμφισβητήσει! “Ό,τι είμαστε κι ό,τι μας περιβάλλει είναι ζωή, άρα δεν υπάρχει τίποτα αφύσικο ή μυστικό”. Όπως είναι λογικό γυναίκες σαν την Ισαβέλλα, προκαλούν στους άλλους το φόβο. Γιατί ο άνθρωπος φοβάται εκείνους που δε φοβούνται, πόσο μάλλον εκείνους που τον αγνοούν και του το λένε κατάμουτρα. Αλλά η Ισαβέλλα δεν είναι μόνο άφοβη αλλά και προκλητική: “…Σκέψου να τη γνώριζα και να τη ρωτούσα. Δε νομίζετε, κυρία μου, πως μια από τις κατάφορες κοινωνικές αδικίες σε βάρος των γυναικών είναι πως δεν υπάρχουν μπορντέλα με άντρες για να εξυπηρετούμαστε και μεις τέλος πάντων;” Και σ’ αυτό τη νουβέλα, όπως και σε όλα σχεδόν τα βιβλία της η συγγραφέας ασχολείται με τρία από τα αγαπημένα της θέματα: Τη γυναικεία χειραφέτηση, τη ζωή, την ελευθερία. Στεκόμαστε στα δύο τελευταία μέσα απο τα δικά της λόγια: “Η ιδιοφυϊα του ζην… είναι ταλέντο σαν τη μουσική. Το παν είναι να την προλάβεις…”, “Αφροδίτη. Θεά του έρωτα; Λάθος. Η ελευθερία!”. Το βιβλίο αυτό διαβάζεται εύκολα και γρήγορα, κάνει τον αναγνώστη να σκεφτεί και να χαμογελάσει. Όσο για την Ισαβέλλα, αυτή μάλλον θα γελά ειρωνικά που διαβάζουμε για τη ζωή αντί να τη ζούμε!
Σε σημεία λυρικό κι άλλοτε σκληρό, κάποτε κουραστικό και ξεπερασμένο ή, τουλάχιστον, έτσι φαίνεται σε μένα που έχω από καιρό απωλέσει την ποιητική αναζήτηση στις ανθρώπινες σχέσεις και δη τις ερωτικές.
Δεν ξέρω αν μπορώ να βαθμολογήσω το βιβλίο, κάποια βιβλία είναι απλά για να τα διαβάζεις και να έρχεσαι σε επαφή με αυτούς τους ανθρώπους που τα έγραψαν. Να ζήσεις έτσι λίγο από την σημαντική ζωή τους. Θα διαβάσω κι άλλα έργα της Λιλης Ζωγράφου, τα τρία αστέρια τα βάζω γιατί μου ήταν αρκετά δυσνόητο το κείμενο αλλά δεν θα κάτσω να την κρίνω.
Ετούτο εδώ είναι από τα βιβλία που μόλις διαβάσεις και την τελευταία του γραμμή θες να χειροκροτήσεις, γιατί αισθάνεσαι σαν να ολοκληρώθηκε μόλις ένα θεατρικό και πέφτει η αυλαία. Είναι οι ήρωες που επιθυμούν να στέκουν στην κορυφή μα τελικά κατρακυλάνε στις παρυφές της κοινωνικής αποδοχής, ο ευθύς τρόπος που δίνονται οι διάλογοι, η σκιαγράφηση-ψυχανάλυση της Ισαβέλλας, της μεγάλης θεατρίνας, που θρέφεται από τον έρωτα των άλλων γι' αυτήν, ανδρών και γυναικών, για να καλύπτει τη νιότη που χάθηκε και την πληγή που της άφησε ο μοναδικός και ανολοκλήρωτος έρωτάς της για τον Γιώργο, είναι το ημίφως στα καμαρίνια και στις κουίντες του θεάτρου, οι μυρωδιές στα ταξί και οι στυφές γεύσεις των ποτών που δημιουργούν μια ατμόσφαιρα μεθυστική. Και μέσα σε όλα, θαύμασα σε τούτο το βιβλίο ένα απόσπασμα-εξορθολογισμό στο επάγγελμα της πόρνης, που το εξισώνει με κάθε άλλο επάγγελμα και το αντιπαραβάλλει με αυτό της θεατρίνας: "Να μ' αγαπούν θέλω, γι' αυτό αγαπώ. Τον Κώστα, τον Γιώργο, εσένα, όλ' αυτά τα ωραία σώματα, τα πλαστικά χέρια με λυώνουνε αλλά με ξεχρεώνουν από την ανάγκη μου ν' αγαπιέμαι". Διαβάστε το...χθες.
Μίνι περιγραφή της ζωής μιας φτασμένης μεσόκοπης ηθοποιού και των ερωτικών επιλογών της. Βαθιά φιλοσοφημένο. Η Λιλή Ζωγράφου δεν διστάζει να πει πολλά πράγματα με το όνομά τους.
το συγκεκριμένο βιβλίο δεν άντεξα ούτε να το τελειώσω. έχοντας διαβάσει την αρχή της αμφισβήτησης, εξίσου της Ζωγράφου, σκέφτηκα να συνεχίσω με το δεύτερο και τελευταίο βιβλίο της που είχα στη βιβλιοθήκη. ο τρόπος γραφής παρέμεινε στεγνός, σχεδόν αδιάφορος, ενώ εξαιρετικά λυρικός. δε με άγγιξε καθόλου. η ιστορία δε με ξετρέλανε, μπορώ να πω πως ούτε καν μου προκάλεσε επιθυμία να μάθω το τέλος. τα δύο αστεράκια οφείλονται στο γεγονός ότι από τη στιγμή που δεν τελείωσα το βιβλίο θα ήταν άδικο να το κρίνω τόσο σκληρά.