Ο Μιλτιάδης, καθηγητής της συγκριτικής φιλολογίας στο Παρίσι, θα ήθελε πολύ να μάθει, πριν το θάνατό του, ποια ήταν η πρώτη λέξη που ξεστόμισε ο άνθρωπος. «Έτσι θα φύγω πιο ήσυχος», λέει. Δυστυχώς πεθαίνει πριν προλάβει να την ανακαλύ-ψει. Την ημέρα της κηδείας του η αδελφή του τού υπόσχεται να λύσει το αίνιγμα για λογαριασμό του. Θα συναντήσει επιστήμονες κάθε λογής, που θα της μιλήσουν για τον ανθρώπινο εγκέφαλο, τη γλώσσα των βρεφών, τους χιμπατζήδες και τους Homo sapiens, τον Δαρβίνο και τους δημιουργιστές, τον Φρόιντ και το πείραμα του φαραώ Ψαμμήτιχου. Επίσης, θα διασταυρωθεί με μια σειρά χαρακτήρες, οι οποίοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα φωτίσουν κάποια πτυχή του μυστηρίου της ανθρώπινης επικοινωνίας, χαρίζοντας στην ίδια πλήθος νέες γνώσεις και εμπειρίες. Θα προχωρήσει την έρευνά της μέχρι το τέλος, γιατί αυτή η υπόσχεση είναι από αυτές που δεν μπορεί να μην κρατήσει κανείς. Ξέρει καλά ότι ο αδελφός της περιμένει μια απάντηση. Θα τα καταφέρει άραγε να του τη δώσει;
Ατυχώς ο θάνατος του Βασίλη Αλεξάκη συνέπεσε με το διάστημα κατά το οποίο διάβαζα αυτό το βιβλίο. Και προφανώς δεν είναι ο ρόλος μου να εκφραστώ για την απώλειά του. Υπάρχουν πολλοί πιο κατάλληλοι άνθρωποι από μένα για να το κάνουν. Ωστόσο, οφείλω να πω ότι όσες φορές έχω διαβάσει βιβλία του δεν έχω απογοητευτεί. Ως συγγραφέας, δεν είναι η πρώτη φορά που γράφει σαν γυναικείος χαρακτήρας. Που με τη σειρά του γράφει κι αυτός. Κάτι σαν βιβλίο μέσα στο βιβλίο δηλαδή. Στο συγκεκριμένο, εκτός από τις χορταστικές αναφορές στη γλωσσολογία ως επιστήμη, έχουμε και εξίσου πλούσιες εικόνες των ανθρώπινων σχέσεων και δη των αδελφικών. Το έργο που ο Μιλτιάδης δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει, αποφάσισε να το επιχειρήσει η αδελφή του, ενδεχομένως προσπαθώντας να συμφιλιωθεί με τον θάνατο του αδελφού της: ποια να ήταν άραγε η πρώτη λέξη που ειπώθηκε ποτέ; Το οδοιπορικό της ηρωίδας μας σε αυτή την αναζήτηση λέξεων πλαισιώνεται από μια πληθώρα άλλων γεγονότων, εικόνων από Παρίσι, προσωπικών μαχών καθώς και διαφόρων κοινωνικών και όχι μόνο μηνυμάτων. Αν όχι για οποιονδήποτε άλλο λόγο, αξίζει να διαβαστεί για τις ενδιαφέρουσες πληροφορίες σχετικά με τη γλώσσα και τις διαλέκτους ανά τον κόσμο.
Λίγο πρίν φύγει από τη ζωή ο Μιλτιάδης, καθηγητής φιλολογίας στο Παρίσι, αναφέρει στην αδερφή του ότι θα ήθελε να ανακαλύψει ποια ήταν άραγε η πρώτη λέξη που ειπώθηκε ποτέ. Εκείνη, έχοντας τεράστια αδυναμία στον αδερφό της, αποφασίζει να ψάξει την υπόθεση όσο μπορεί. Παράλληλα όμως, μας αφηγείται πώς έζησε εκείνη την ασθένειά του, τα τελευταία τους Χριστούγεννα μαζί και την αγάπη που έλαβε ο αδερφός της από τους φίλους του. Σε αυτούς άλλωστε απευθύνεται για να τη βοηθήσουν με το εγχείρημά της. Όλο το βιβλίο κινείται γύρω από τις λέξεις - τις λέξεις και τη σημασία τους, τις λέξεις και την καταγωγή τους, τις λέξεις και τα θέλω τους. Μου άρεσε η σχέση των δύο αδερφών που ωρίμασε με τα χρόνια, όπως και οι φιλικές σχέσεις του Μιλτιάδη με επιστήμονες διαφόρων κατηγοριών και εθνικοτήτων. Είναι ένα βιβλίο, χωρίς ιδιαίτερη πλοκή θα έλεγα, κι η αλήθεια είναι ότι θα ήθελα κάτι περισσότερο από τους χαρακτήρες. Σίγουρα πάντως, όσοι ασχολούνται με τη γλωσσολογία θα το βρούν εξαιρετικά ενδιαφέρον!
"Τον ωραιότερο φόρο τιμής που μπορεί να αποδώσει κανείς σ'έναν νεκρό τον έχουν επινοήσει, κατά τη γνώμη μου,κάποιοι ιθαγενείς της Αυστραλίας. Όταν πεθαίνει ο αρχηγός τους, καταργούν μια λέξη, τη διαγράφουν οριστικά από τη γλώσσα τους. Αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι ο φίλος μας θα συμφωνούσε αν κάναμε κάτι τέτοιο, γιατί τις αγαπούσε τις λέξεις, ακόμα κι αυτές που δεν του άρεσαν."
Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ο καθηγητής συγκριτικής φιλολογίας Μιλτιάδης (που εμφανίζεται ως ένα alter ego του συγγραφέα) πεθαίνει στο Παρίσι, τη θετή του πόλη. Η αδερφή του έρχεται εσπευσμένα από την Αθήνα και εν είδη αποχαιρετιστήριου επικήδειου, αναλαμβάνει να πραγματοποιήσει την τελευταία επιθυμία του αδερφού της : να ανακαλύψει την πρώτη λέξη που ειπώθηκε από άνθρωπο.
Η «Πρώτη λέξη» αποτίει φόρο τιμής στη γλώσσα και την επιστήμη της, τη γλωσσολογία. Πολλά σχετικά χωρία είναι απολαυστικά, ικανοποιώντας τη φιλομάθεια του αναγνώστη σ’ αυτόν τον τομέα: από τις συνδέσεις της λατινικής ή της γαλλικής με την ελληνική και τις μακρινές τους σχέσεις με τον κοινό τους πρόγονο, την ινδοευρωπαϊκή, ως τον άφιξη του homo sapiens στην Ευρώπη και τις σχέσεις που ανέπτυξε με τον Νεάτερνταλ. Στις σελίδες του γίνεται επίσης λόγος για τα ελληνικά νησιά, το θέατρο σκιών, τον Ελύτη και τους άλλους μεγάλους Έλληνες ποιητές, τον Μανώλη Γλέζο, τη Χούντα.
Παρ’όλες τις ενδιαφέρουσες αναφορές και το πρωτότυπο εγχείρημα του συγγραφέα, η πλοκή παραμένει στοιχειώδης κι έτσι η διήγηση γρήγορα χάνει τον σπινθηροβόλο χαρακτήρα της και κουράζει τον αναγνώστη, ο οποίος μένει με την αίσθηση πως διαβάζει ένα εκλαϊκευμένο δοκίμιο πάνω στη γλώσσα πάρα μία μυθοπλασία.
Χωρίς κάτι το ιδιαίτερο ως προς την λογοτεχνική του πλευρά. Ανιαρό και χωρίς ενδιαφέρον. Η γραφή μπορεί να είναι καλή, αλλά η ιστορία και τα μηνύματα επαναλαμβάνονται στο ίδιο μοτίβο. Σίγουρα πίσω από την έρευνα για τα λεκτικά ζητήματα υπάρχει ουσία, αλλά η απόδοση σε μορφή μυθιστορήματος δεν αποτελεί το δυνατό σημείο του βιβλίου αυτού. Χωρίς έντονους ήρωες και χαρακτήρες, χωρίς πλοκή και δράση, χωρίς ανατροπές, παρά μόνο μια ιδιαίτερη έμφαση στο θέμα των λέξεων, είναι ένα καλός λόγος για να μην τον προτείνω σε κάποιον.
«Η πρώτη λέξη ήταν ο επίλογος μιας πολύ μακράς σιωπής.» Το βιβλίο είναι ξεχωριστό σε νοήματα αλλά κουραστικό, ειδικά μέχρι την μέση. Επίσης, πολλές επαναλήψεις. Κάποιος που έχει ξανασχοληθεί με γλωσσολογικά και παλαιοντολογικά ζήτημα νομίζω δεν θα βρει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αντιθέτως κάποιος αδαής επί του θέματος θα ενθουσιαστεί.
Ένα βιβλίο γεμάτο γνώση, από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία που έχω διαβάσει.
Η πλοκή είναι στοιχειώδης έτσι ώστε να δώσει χώρο στις λέξεις, στις λέξεις που οδηγούν στην επικοινωνία.Καθηγητής συγκριτικής φιλολογίας στο Παρίσι ο Μιλτιάδης προσπαθεί να αποκωδικοποίηση μέσα στο χρόνο τη γλώσσα και να φτάσει στην πρώτη λέξη που απαρχής ξεστόμισε ο άνθρωπος... Η υγεία του τον προδίδει και πεθαίνει πριν προλάβει να φτάσει σε αυτήν τη λέξη. Την ημέρα της κηδείας του η αδελφή του υπόσχεται να την βρει για χάρη του. Έτσι το βιβλίο εξελίσσεται μέσα από τις έρευνες της.
Ο Αλεξάκης εδώ γράφει ως γυναικείος χαρακτήρας αλλά επί της ουσίας ως αρίστος δάσκαλος που ξέρει να αποφεύγει τους στείρους δρόμους για τη μετάδοση της γνώσης. Ικανοποιεί την φιλομάθεια του ερασιτέχνη γλωσσολόγου μέσα από ένα κείμενο σαν μυθιστόρημα. Σφιχτοδεμένη αφήγηση δοσμένη με ένα χαλαρό τρόπο, έχει πολύ πετυχημένες χρονικές μεταφορές στην αφήγηση χωρίς όμως να χάνεται ο αναγνώστης. Δεν υπάρχουν μόνο μεταφυσικά αλλά και σουρεαλιστικά στοιχεία. Επίσης θίγονται πολλά σύγχρονα κοινωνικά θέματα όπως το μεταναστευτικό κ η διδασκαλια των κωφών.
Ο συγγραφέας που σκεφτόταν έγραφε και ονειρευόταν σε δύο γλώσσες λέει: "το παρόν δεν είναι παρά ο ακροατής ένωσαν ευτελούς διαλόγου ανάμεσα στη μνήμη μας και τη φαντασία μας"
Τον Αλεξάκη ή τον αγαπάς ή όχι. Ανήκω στην πρώτη ομάδα. Αγαπώ τον τρόπο γραφής του, τις παλινδρομήσεις του ανάμεσα στη γαλλική και ελληνική γλώσσα και ζωή, την καταβύθισή του σε εσωτερικούς διαλόγους ή μονολόγους, τις σουρεαλιστικές του καταστάσεις, την αναμέτρησή του με τη μνήμη, τη γλώσσα, το παρελθόν, τον έρωτα, την απώλεια αγαπημένων προσώπων. Όλα αυτά τον απασχολούν και στο παρόν βιβλίο.
Λέξεις λοιπόν. Παντού λέξεις. Εκφράζουν οργή, αγανάκτηση, πόνο, χαρά, κίνδυνο και πάνω από όλα την ανάγκη του ανθρώπου για επικοινωνία. Πώς επικοινωνούσαν λοιπόν οι προϊστορικοί άνθρωποι μεταξύ τους, ο homo sapiens, o homo erectus; Πόσες γλώσσες υπάρχουν σήμερα στον κόσμο και πόσες διάλεκτοι; Πόσο γρήγορα αφανίζονται από τον γλωσσολογικό χάρτη ανησυχώντας την UNESCO; Ποια άραγε να είναι η πρώτη λέξη που ειπώθηκε πο��έ; Πώς προέκυψε η νοηματική και πόσο εύκολη είναι να μαθευτεί και να εκφράσει κάθε λέξη και δυνατότητα της επικοινωνίας;
Αν το διαβάσει κανείς σα μυθιστόρημα ίσως δυσκολευτεί και μπερδευτεί με την πορεία της πλοκής. Ο Μιλτιάδης, καθηγητής φιλολογίας, ζει στο Παρίσι και ψάχνει να βρει την πρώτη λέξη που ξεστόμισε ποτέ ο άνθρωπος. Δυστυχώς ο θάνατος τον προλαβαίνει και αναλαμβάνει η αδερφή του να βρει αυτό το μυστικό της ανθρωπότητας. Συναντά διάφορους επιστήμονες, κάνει μια βαθιά και μεγάλη συγκριτική έρευνα στις γλώσσες και τις διαλέκτους των ανθρώπων, μέσα σε όλα αυτά ξαναφέρνει στον νου της ευτυχισμένες στιγμές από το οικογενειακό τους παρελθόν κλπ. Δεν κατάφερα να παραμείνω πιστός στη ροή της αφήγησης, κάπου χάθηκα κι εγώ, κάπου μπλέχτηκα, κάπου έδωσα περισσότερη βάση στις πολλές και συναρπαστικές εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες του συγγραφέα για τη γλωσσολογία και την ανθρωπολογία. Ένα δυνατο βιβλίο που το συστήνω κυρίως ως προς τον πλούτο των πληροφοριών.
A novel about a Greek woman coming to terms with the death of her brother, a professor of comparative literature in Paris, it's a wonderfully sensitive look at grieving and at language - not only the puzzling over the very first word humans ever spoke, the motif which gives the book its title, but also the linguistic issues that arise when someone settles permanently in a foreign country and raises children whose native language is different from one's own.
Une prémisse intéressante, j'ai appris beaucoup de choses sur divers sujets, mais je n'ai pas réussi à apprécier pleinement ma lecture.
Certains aspects sont beaux, certaines réflexions sont importantes, notamment sur les langues et leur rapport au pouvoir, sur la langue des signes aussi ; mais j'ai trouvé que la narratrice mêlait trop de choses qui n'avaient rien à voir : cela devenait confus, j'étais parfois un peu perdue, je n'arrivais pas à rester accrochée au livre, je n'avais parfois pas envie de le reprendre.
C'était aussi un peu long à se mettre en place : la narratrice mêle passé et présent, et le lecteur ne comprend pas tout de suite où elle se situe vraiment. Elle est censée chercher le premier mot, mais commence vraiment par relater les trois derniers jours passés avec son frère. La recherche ne commence vraiment qu'à la moitié du livre, ce que j'ai trouvé un peu tardif. Le synopsis induit peut-être aussi le lecteur en erreur en mettant surtout en avant cette enquête, et pas la relation entre le frère et la sœur ; la narratrice cherche aussi à garder un lien avec Miltiadis, à préserver sa mémoire, à continuer de communiquer avec lui - en parlant du synopsis, je trouve qu'il en dit trop, et qu'il résume assez mal le livre.
Μια ιστορία αποχαιρετισμού. Μεσήλικη Αθηναία μαθαίνει ότι ο αδερφός της, γλωσσολόγος ακαδημαϊκός που ζει στο Παρίσι, έχει μόνο λίγες μέρες ζωής. Περνά μαζί του τα τελευταία του Χριστούγεννα και, έπειτα από το θάνατό του, επιδίδεται στην αναζήτηση του ερωτήματος που της είχε θέσει εκείνος πριν πεθάνει: ποιά θα μπορούσε να ήταν η πρώτη λέξη που είπαν ποτέ οι άνθρωποι. Μέσω αυτής της, όχι απαραίτητα εξαντλητικής, αναζήτησης ανακαλύπτει τους ανθρώπους του κύκλου του, και την καθημερινότητά του συνολικότερα.
Το γνώριμο ύφος του Αλεξάκη, με το σκελετό του βιβλίου να πατάει σε δοκιμιακή γνώση (με μη ακαδημαϊκό ύφος παρόλα αυτά) και σίγουρα προσωπικά του βιώματα. Παρόλα αυτά, όπως σχεδόν πάντα, οι μη-γυαλισμένοι διάλογοι, οι μικρές λεπτομέρειες (π.χ. το κάδρο που ο αδερφός της ηρωίδας είχε αφήσει να κρέμεται στραβά), οι απρόσμενες στιγμές όπου οι ήρωες του φέρονται σαν παιδιά, δίνουν στην ιστορία το ζεστό και οικείο ύφος του Αλεξάκη, αυτό που κάνει τα βιβλία του όμορφα χωρίς να μπορεί κανείς να ορίσει με ασφάλεια το γιατί.
Καλή γραφή αλλά χωρίς ιδιαίτερο βάθος. Είναι λες και πρωταρχικός στόχος του συγγραφέα ήταν να βάλει σε ένα βιβλίο όσες περισσότερες γλωσσολογικές, ανθρωπολογικές, εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες μπορούσε.
Ευχάριστο μυθιστόρημα με έναν λόγο που ρέει αβίαστα.. Ως γλωσσολόγος, χαιρόμουν να διαπιστώνω ότι οι γλωσσ(ολογ)ικές του αναφορές είναι επιστημονικά σωστές, προβάλλοντας και ταυτόχρονα στηλιτεύοντας διάφορους γλωσσικούς μύθους!
Ce livre maintient une interprétation fascinante de la vie. L’ambiguïté et la fluidité entre le réel et l’imaginaire est un thème constant du livre. L’échange continuel entre plusieurs temps – le passé, le présent, et le futur – suggère que la réalité n’est pas concrète, mais fluide, ce qui est confirmé par les liens entre l’imaginaire et le réel. Quant aux temps, le présent anime le passé, le passé sculpte le présent, et le futur est à imaginer, dépendamment de l’influence des deux autres temps. Dans ce livre, le passé, le futur et le présent prennent la parole l’un après l’autre ; le livre entier est un dialogue entre les trois temps. En outre, on doit conclure, surtout à la fin du livre, que tous les trois sont constamment dans un état de renégociation, parce que (et voici l'important du livre) la vraie version d’une histoire est impossible à trouver.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Le premier mot, de Vassilis Alexakis, nous entraîne dans l'histoire d'une femme qui veut répondre au souhait de son frère disparu qui est de connaître le premier mot ayant été dit par l'homme. On se retrouve dans une recherche linguistique qui retrace plusieurs langues et les différences de significations des mots dans chacune d'elles. Récit passionnant, qui nous donne envie d'approfondir le sujet de l'histoire des langues. Si vous êtes passionnés de littérature, je vous le recommande vivement.