Ευθυμογραφήματα μικρά, 2-3 σελίδες το καθένα, εύθυμα σφηνάκια να γελάς μες στο τρόλεϋ και να κοιτάν οι συνεπιβάτες ενοχλημένοι (ίσως από τη φασία που προκαλείς, ίσως από τη ζήλια τους πουχει να σκάσει χειλάκι από τα πρώτα τους κουπεπε). Εύκολο, εύπεπτο, εύθυμο, ευθύβολο. Ρίχνουμε μια τεθλιμμένη ματιά πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, όπου για να περάσει η ώρα λένε ιστορίες, γιατί μπήκαν, πότε θα βγουν κλπ. Ιστορίες άτυχες, ιστορίες εξ ανάγκης, ιστορίες μικροκλοπών, απατεωνιών, ακόμη και φόνων. Στις 8 από τις 10 περιπτώσεις, οι μάγκες την πατάνε ένεκα το γκομενάκι. Φέρε άντρα μου, φέρνει ο άντρας της, πάνε τα λεφτά, πάμε στη ρεμούλα τώρα, να τα κονομήσουμε. Από ότι κατάλαβα οι ιστορίες διδραματίζονται παό τη δεκαετία του 1930 έως και την εποχή που γράφει ο Τσιφόρος, οπότε αναπαρίστανται μπορστά μας τα ήθη και τα έθμια της κοινωνίας, τα μέρη της Ομόνοιας όπου συχνάζουν οι μάγκες και τα καραγκιοζάκια τους (πειραγμένα ζάρια), όλος ο υπόκσομος δηλώνει το παρόν. Το μόνο μείον η γλώσσα του Τσιφόρου, μάγκικη, με διαλέκτους περίεργες, ουχί καθημερινές, ουχί 21ου αιώνα κι ίσως δυσκολευτούν κάποιοι. Από την άλλη ίσως αυτό αποτελεί κι άλλον έναν λόγο χαμόγελου.
Ευφυέστατα διηγηματάκια για ιστορίες που λένε οι φυλακισμένοι για να περνάει η ώρα... Πως έγινε και βρέθηκαν εκεί; Ποια ήταν τα εγκλήματά τους; Ποιά ήταν η ζωή τους πριν από το κελί; Ο Τσιφόρος καταφέρνει να παρασύρει τον αναγνώστη μέσα στην ατμόσφαιρα των φυλακών του '60, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα ιδιαίτερη, μόρτικη και αλανιάρα. Ευχαριστό ανάγνωσμα αλλά πολύ μεγάλο, δεν έπρεπε να το τελειώσω μονοκοπανιά, με κούρασε.
Διαβάστε το. Όσον ετών κι αν είστε, διαβάστε το. Ο Τσιφόρος, παρέα με τον Ψαθά, ήταν ένας από τους λίγους Έλληνες συγγραφείς που σε έκανα να γελάς με φωνή, ενώ αντιμετώπιζες την καθημερινότητά σου. Μη σας νοιάζει που είναι παλιό, εάν είστε νέος, θα δείτε πώς ζούσαν οι γονείς και οι παππούδες σας ενώ γελάτε με τη καρδιά σας. Εάν είστε πάνω από 40, θα θυμηθείτε τα νιάτα σας γελώντας.