...φέτος, για πρώτη φορά που θυμάμαι εγώ (και για 100 χρόνια όπως λένε οι παλαιότεροι), οι πηγές φρέσκου νερού στις ρίζες των βουνών της ανατολικής Εύβοιας έχουν στραγγίξει. Στάλα. Η εικόνα του στεγνού βράχου το μεσημέρι, γυρνώντας από την θάλασσα, κατάφερε να πληγώσει μέχρι και τους μικρούς που έχουν ελάχιστη μνήμη αυτού του νερού. Μικρές ήττες, ίσως και ασήμαντες στην μεγάλη εικόνα των πραγμάτων.
Ο Νικολάι Σουλτς εστιάζει σε τέτοιες. Δεν στήνει καταστροφές κλίμακας ούτε ξεφεύγει από τον στενό προσωπικό ορίζοντα του αφηγητή, που αποδρά απο το αποπνικτικό Παρίσι για να βρει καταφύγιο σε ένα νησάκι της Μεσογείου, μόνο και μόνο για να καταλάβει πως δεν υπάρχει πια τόπος απόδρασης. Κάπου ανάμεσα στην αυτομυθοπλασία και το δοκίμιο, ανάμεσα σε μια καλοκαιρινή νουβέλα και ένα συνοδευτικό υλικό για τις διακοπές των φοιτητών του, με την εγγενή δυσκολία που έχει το να μιλάς για την κλιματική αλλαγή και δη μέσα από τη λογοτεχνία, ίσως θέλει λίγες σελίδες για να αποδεχτείς το στυλ και το ύφος του, ενίοτε διδακτικό. Όμως, τα λέει όλα όπως είναι. Ή πιο σωστά, έχει κάτι ουσιώδες να πει.
Με κορυφές τις σελίδες για την "εδαφικοποίηση" της ελευθερίας αλλά και την γεωκοινωνική πτυχή των τάξεων, και με έκδηλη την μαθητεία υπό τον Μπρούνο Λατούρ (το "Που θα προσγειωθούμε" κυκλοφορεί από Εκδόσεις Πόλις), το βιβλίο είναι καταρχήν ένα πολιτικό/κλιματικό δοκίμιο που φοράει το μαγιό που θα είχε ένα μυθιστορηματάκι. Δεν είμαι σίγουρος αν του βγαίνει ως προς το στυλ, αλλά σίγουρα στήνει ένα ολοκληρωμένο επιχείρημα.
Η Ναυτία της Γης (Αντίποδες) είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί, ειδικά στις διακοπές, ειδικά στο κατάστρωμα ή την παραλία. Να διαβαστεί και να αφεθεί σε ένα πεζούλι για τους επόμενους/ες.