... Το τρέμουλο της προσδοκίας, η απολαυστική κι ανεξερεύνητη αναμονή του ξεχωριστού. Η Ευδαίμων Αρκαδία τους καλούσε! Επιτέλους, η ευκαιρία να ξεκινήσουν όλα απ την αρχή. Ν ανατραπεί η άποψη πως η ειδυλλιακή εικόνα της πρώτης νιότης σπάνια βγαίνει αληθινή. Τινάχθηκε όρθιος. "Εμπρός λοιπόν!" θριαμβολόγησε. Ο κοσμοδιαβάτης! Προσκολλημένος στα παιδικά του οράματα, παραμέριζε την τραχύτητα των καταστάσεων, βέβαιος πως το όνειρό του άντεχε πιο πολύ απ τη σκληρή πραγματικότητα.
Ο Μιχάλης Αντωνόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Φυσική, Αστροφυσική και Μετεωρολογία στα πανεπιστήμια Αθήνας και Ρώμης. Διδάσκει στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Το βιβλίο βασίζεται σε μια καλή ιδέα (ταξίδια στο χρόνο) και στο κλείσιμό του οι χαρακτήρες δίνουν μερικές πληροφορίες που θα μπορούσαν να το κάνουν πολύ ενδιαφέρον. Οι διάλογοι του, όμως, η πλοκή που ξεκινάει παράξενα και ύστερα ξεφεύγει, οι αδιάφοροι χαρακτήρες και η επιστημονική πληροφορία που πετιέται κατά ριπάς (και δεν γνωρίζω κατά πόσο είναι στην ολότητά της σωστή. Βρήκα πάντως σημεία που μου φάνηκαν λίγο λάθος) το κάνουν κουραστικό.
Ο Αντωνόπουλος πρέπει να είναι ο μόνος συγγραφέας που έχω διαβάσει του οποίου κάθε νέο βιβλίο είναι χειρότερο από το προηγούμενο. Στις Πηγές του Χρόνου λοιπόν έχουμε μία νουβέλα με μία αρκετά καλή ιδεά ΕΦ (για αυτό και το +1 αστέρι) αλλά δεν επαρκεί για να γεμίσει το βιβλίο. Και μετά η γραφή... απολύτως στεγνή στο λογοτεχνικό κομμάτι, αχρείαστα λαύρη και γεμάτη λαϊκίστικες κορώνες στις σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου. Κρίμα, γιατί η τριλογία της Υπερβορέας ήταν εξαιρετική.
Θυμάστε εκείνον τον εκκεντρικό καθηγητή φυσικής ή χημείας σε κάθε λύκειο, που είναι εκτός τόπου και χρόνου και μιλάει σαν εξωγήινος; Κάτι τέτοιο να περιμένετε κι από τον συγγραφέα, γιατί όλο μου έδινε την ιδέα ότι κατάγεται από το άλφα του Κενταύρου. 150 σελίδες με χάρτινους χαρακτήρες να αραδιάζουνε θεωρίες περί ανέμων και υδάτων, και να σε κάνουνε να μισείς την επιστήμη τόσο απόμακρη που είναι, αντί να την αγαπάς. Οι ιδέες περί ταξιδιού στον χρόνο και εκδίκησης των τιτάνων έχουν κάτι να πουν, αλλά τόσο έρημος Σαχάρα ξερά που σου τις πασάρουνε, σε αφήνει παντελώς αδιάφορο, αν όχι εκνευρισμένο.
Δυστυχώς δεν φτάνει στο ύψος της Υπερβορέας. Η γραφή είναι βαριά και οι διάλογοι πολύ επιτειδευμένοι. Οι χαρακτήρες είναι άνισα δοσμένοι, στην αρχή μιλάμε για τέσσερις, όμως τελικά οι δύο μένουν στην απέξω. Ίσως να είναι το κλου του βιβλίου αυτό, που τελικά πρέπει να μείνουν αυτοί οι δύο χαρακτήρες απ' έξω αλλά και πάλι πιστεύω ότι αφαιρεί αρκετά από τη δραματικότητα του θέματος. Η πλοκή είναι μάλλον τυπική ενός διηγήματος με ταξίδια στο χρόνο, και οι πληροφορίες που δίνονται στο τέλος ενδιαφέρουσες, αλλά σου αποσπούν την προσοχή από το κείμενο. Οι γεωλογικές μου αντιρρήσεις είναι μάλλον ψιλά γράμματα, αλλά δυστυχώς δε μπόρεσα να τις καταπιέσω. Υπήρχαν πολλές τρύπες στην ιδέα δυστυχώς. Όχι μόνο στην πλοκή ή στους χαρακτήρες, αλλά στην ιδέα αυτή καθεαυτή.
Και κάτι που με τρώει μέρες τώρα: Η κόλλα βιβλιοδεσίας των νέων βιβλίων του Αιόλου, πώς να το πω τώρα και να μη πάρετε για τρελή, μου μυρίζει άσχημα. Και Οι Πηγές του Χρόνου και ο Δρακογέννητος της Εριέλλας Χρυσού έχουν μια βαριά μυρωδιά που μου θυμίζει τη μυρωδιά του εμετού, τουλάχιστον τα αντίτυπα που έχω εγώ, που ήταν πρώτη έκδοση. Μαρτύρησα μέχρι να διαβάσω τις 170 σελίδες των Πηγών.