Ο Λιγκότι είναι ένας συγγραφέας τρόμου που όσα άκουσα πριν ξεκινήσω τον τόμο αυτό καθώς και διαβάζοντας την εισαγωγή, χαίρει άκρατης εκτίμησης. Λογοτεχνικές χάρες πέραν των καθιερωμένων του σιναφιού του του αποδίδονται και γενικά περιμένει κανείς έναν εξαιρετικό αφηγητή, έναν συγγραφέα από τους λίγους, εκείνους τους καλούς. Είναι;
Ναι, νομίζω πως ο Λιγκότι είναι πράγματι ένας άνθρωπος που γράφει τόσο καλά όσο λένε. Γιατί από τις πρώτες σελίδες του The Frolic παρασύρθηκα σε εκείνη την δίνη που ανοίγει σπάνια και σε ρουφάει από τον περίγυρο σου μέσα στις σελίδες: όταν ο ψυχοθεραπευτής που δουλεύει σε φυλακή επιστρέφει φορτισμένος σπίτι του μπαίνουμε μαζί κι εμείς σπίτι του - είμαστε εκεί κοντά, στην θαλπωρή του σαλονιού όταν η σύζυγός του ετοιμάζει ποτά, ζούμε αυτήν την προσωπική στιγμή, η οποία, καθώς ο άντρας αφηγείται τα παράδοξα ενός περιστατικού, κορυφώνεται σε μια φρικιαστική ιστορία στο τέλος της βραδιάς.
Οι ιστορίες του πρώτου βιβλίου χωρίζονται σε μεγάλες θεματικές ενότητες με αλλόκοτους τίτλους που σαγηνεύουν τον αναγνώστη. Και κάθε ιστορία δουλεύει εκπληκτικά καλά. Ακόμα κι όταν δεν καταλάβαινα που το πήγαινε ο Λιγκότι, όπως για παράδειγμα στην τρίτη ιστορία, alice’s last adventure, που ο αφηγητής παρεμβάλλεται στις πρώτες κιόλας γραμμές ως δημιουργός του φαινομενικά κεντρικού χαρακτήρα, δεν έδωσα δεκάρα. Ήθελα απλά να διαβάσω αυτά που ήθελε να μου πει ο Λιγκότι. Γιατί ο Λιγκότι είναι ένας πραγματικός σκηνοθέτης των αφηγηματικών τεχνικών – δεν προσκολλάται σε μία μόνο οπτική της εξιστόρηση, αλλά την μεταφέρει από ιστορία σε ιστορία κατά το δοκούν, εκπλήσσοντας πάντα τον αναγνώστη. Φαίνεται πως έχει δοκιμάσει, έστω νοερά αλλά διεξοδικά όλες τις πιθανές εκδοχές και έχει καταλήξει σε αυτήν που δουλεύει πιο σωστά και συνεισφέρει τα μέγιστα στον τρόμο. Ένας τρόμος που ενώ δεν βασίζεται στην βία μου προσέφερε έντονες ανατριχίλες και μουδιάσματα. Δήλωση η οποία είναι καθόλα πραγματική και όχι σχήμα λόγου. Αρκεί να ανακαλέσω το τελείωμα από το Dream of a Manikin. Δε θυμάμαι να έχω διαβάσει πιο τρομακτική ιστορία.
Οι χαρακτήρες του Λιγκοτι μπαίνουν στα χωράφια του γκροτέσκου. Σταδιακά, καθώς περνούσανε οι ιστορίες, μια κουστωδία από διφορούμενος τύπους σχηματιζόταν στο κεφάλι μου – φιγούρες που άνετα θα έπαιρναν το εισιτήριο για το φρενοκομείο αν δεν υπήρχε αυτή η τρομακτική διαύγεια της σκέψης τους. Είναι αυτή η γειτνίαση του απόκοσμου, του ελλοχεύοντος εφιάλτη που απωθεί και την ίδια στιγμή έλκει τον αναγνώστη.
Ο Λιγκότι είναι εξαιρετικός, κυρίως στις πρώτες ιστορίες του τόμου. Μα δεν παύει να εκπλήσσει, ακόμα και όταν δεν αποδίδει τον μέγιστη απόλαυση, όπως στην μπλεγμένη φαντασία του Dr. Locrian's Asylum, που με την φωνή να αποκτά συχνά μια καθολική φωνή της πόλης, τον πληθυντικό της κοινής γνώμης, αλλά και με το κτίριο που στέγαζε και φύλασσε μια κατάρα δεμένη με εκείνο τον τόπου, μου έφερε στο νου τον Μιλχάουζεν. Το the sect of the idiot με την λαβκραφκική του γλώσσα, μάλλον με κούρασε. Το ίδιο και το Vastarien που είναι μια ξεκάθαρη απόδοση τιμών στις Ονειροχώρες του μεγάλου Αμερικανού, αλλά η κορύφωσή της με άφησε σε μια σύγχυση, με την φρίκη να βρίσκεται κάπου κοντά μου, αθέατη.
Ο πρώτος τόμος, Songs of a Dead Dreamer έτσι δεν κράτησε τον ενθουσιασμό μου σταθερό - ίσως μερικές ιστορίες να μην είχαν την συνεκτικότητα των πρώτων, των εντυπωσιακών, ίσως πάλι να ήταν λίγο αφαιρετικές και υπερβολικά γοτθικές, με τις λέξεις και τις περίτεχνες φράσεις στα αγγλικά να με κάνουν να χάνω μεγάλο μέρος, απαιτώντας μια παράλογα μεγάλη προσπάθεια εκ μέρους μου. Ωστόσο, ακόμα κι έτσι, τελειώνοντας αυτήν την ενότητα του τόμου, ήμουν υποταγμένος στις συγγραφικές βουλές του Λιγκότι. Με τον απόηχο των Λαβακραφκικών, τελευταίων ιστοριών έτσι πέρασα στο Grimscribe. Αν και είναι ένα ξεχωριστό βιβλίο, η μετάβαση είναι ομαλή - κανείς νομίζει πως συνεχίζει να διαβάσει την ίδια συλλογή ιστοριών. Δεν είναι τυχαίο πως τούτα τα δύο περιλήφθηκαν στον ίδιο τόμο. Η θεματική του ξεκινάει με μια παρόμοια Λαβκραφτική προσέγγιση των ιστοριών που είχα μόλις αφήσει. Με το The Last Feast of Harlequin προσεγγίζει τον τρόμο του Ντάνγουιτς, όπου μια μικρή πόλη γιορτάζει υπό την άγνοια της πλειοψηφίας των πολιτών την λατρεία αρχαίων, χθόνιων οντοτήτων. Πόσο πιο Λάβκραφτ! Ο Λιγκότι, όμως, έχει μια πέννα που δεν είχε ο Λαβκραφτ. Έχει χωνέψει και έχει ζυμώσει μέσα του αυτά κι άλλα διαβάσματα και παραδίδει μια εξαιρετική μαρτυρία φρίκης και παραλογισμού.
Ωστόσο, όσο κι αν αυτός ο κοσμικός τρόμος του Λιγκότι είναι μια φρίκη σπάνιας ομορφιάς, αναγνωστικά δυσκολεύτηκα. Ο υπαινικτικός τρόμος διαστάσεων που αδυνατεί να συλλάβει ο νους αν και είναι ένα εντυπωσιακό συγγραφικό επίτευγμα με τον Λιγκότι να αποφεύγει κλισέ εκφράσεις και να χρησιμοποιεί ένα εντυπωσιακό λεξιλόγιο είναι κάτι που εγώ μπορώ να το αντέξω σε μικρές δόσεις. Είναι λεπτολόγος δίχως να πλατειάζει και μεταφέρει τον ασαφή τρόμο που δεν μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους με μια φοβερή ευρηματικότητα. Δίχως να επαναλαμβάνεται μεταφέρει στον αναγνώστη αβυσσαλέες κοσμογονίες, χρώματα πέραν από το γνωστό φάσμα και στρεβλές γεωμετρίες. Αλλά είναι σα να έρχεσαι σε επαφή με ένα εντυπωσιακό έργο αφαιρετικής τέχνης. Σε μικρές δόσεις είναι ένα εκλεκτό έδεσμα. Παραπάνω όμως και εκτεταμένες αναγνώσεις μου στερούν την αφηγηματική ανάγκη που έχω και που οι πρώτες του ιστορίες μου ικανοποίησαν. Η προ-τελευταία ιστορία ανταμείβει, όμως, αποτελώντας το αμάγαλμα όσων διάβασα. The Voice of the child. Υπάρχει κάτι το αινιγματικό πίσω από την ήρεμη αφήγηση του νεαρού αγοριού, με την ομιχλώδη επαφή του με το ανεξήγητο. Είναι φορέας του "άλλου"; αναρωτιέται κανείς καθώς οι ασκητικές ��ιγούρες που κατά καιρούς το επισκέπτονται, μύστες του ανεξήγητου καταλήγουν να χάνονται σε εκείνες τις άλλες διαστάσεις, μέσα από ομίχλες και ήχους ενός άλλου κόσμου. Εκπληκτική ιστορία, γραμμένη με μια ακρίβεια, με τις ζυγισμένες φράσεις του και τον ρυθμό του γράφει μια ιστορία που στα χέρια κάποιου άλλου θα είχε χλιαρά αποτελέσματα.
Τελικά, πόρισμα; Εξαιρετικός. Πρωτίστως γιατί ο Λιγκότι έχει εμμονές. Οι οποίες γενικά σε έναν συγγραφέα, το λέω και το υπερασπίζομαι, είναι προϊόν ευφυίας, δείγμα συγγραφικής ταυτότητας και καλό είναι να τις εντοπίζουμε. Και ο Λιγκόττι έχει τις δικές του. Διαβάζοντας αυτά τα δύο βιβλία, είδα μια λατρεία για το αλλόκοτο, το ερεβώδες, και για κάτι επικίνδυνο που ελλοχεύει πέρα από την ανθρώπινη φύση σε άλλες διαστάσεις. Αυτές οι αποκλίσεις, φαίνεται να λέει ο Λιγκότι, που ονομάζουμε σχιζοφρένεια, νοσηρότητα, φρικαλεότητα σε κάποια πλάσματα, οι αρρωστημένες ορέξεις που φτάνουν στα όρια του αποτρόπαιου, του ειδεχθούς, δεν είναι παρά τα σημάδια μια παρουσίας από κάπου εκεί έξω. Είναι το φορτίο των λίγων να ξέρουν την αποτρόπαια αλήθεια που εμείς οι υπόλοιποι αγνοούμε. Φρικαλέο; Που να τον διαβάσετε κιόλας. Ακόμα κι αν σε επιμέρους αναγνώσεις κουράστηκα, αυτό οφείλεται στην φύση των ιστοριών: ίσως καλό είναι να τις διαβάζει κανείς με ρέγουλο και διαλλείματα μεταξύ αναγνώσεων. Γιατί τελικά, το αναγνωστικό μετείκασμα είναι εθιστικό και θα ήθελα κι άλλον Λιγκότι. Τον έχω πια πολύ ψηλά στην λίστα μου με τα μελλοντικά διαβάσματα. Περισπούδαστη θέση θα έλεγα…