Σε μια φανταστική ορεινή κωμόπολη της Αρκαδίας η Μάγδα Ζεΐρη, γυναίκα του τέως δημάρχου, διατηρεί την ισχύ της, ασκώντας κύρος με την επιβλητική της φυσιογνωμία. Παράλληλα, αναπολεί τις στιγμές δόξας και μεγαλείου, απολαμβάνοντας τον θαυμασμό μεγάλης μερίδας του τοπικού πληθυσμού.
Όμως, όσο τα χρόνια περνούν, η διαρκώς αμείωτη αίσθηση που έχει για τον εαυτό της ως τοποτηρητή της ηθικής καθώς και η βαθιά πεποίθησή της ότι βρίσκεται πάνω από όλους τους άλλους τής δίνουν την εντύπωση ότι η κοινωνία στην οποία ζει δεν της αξίζει, με αποτέλεσμα να παγώνει σιγά σιγά η καρδιά της.
Έτσι, η Μάγδα, θέλοντας να ελέγχει τους ανθρώπους, ξεκινά να υφαίνει έναν δηλητηριώδη ιστό, στα δίχτυα του οποίου θα παγιδευτεί όλη η κωμόπολη. Eντέλει διχάζοντάς τη σε έναν μικρό εμφύλιο, όπου ξυπνούν τα πάθη και οι έχθρες που ήταν βαθιά κρυμμένα μέσα στις ψυχές των ανθρώπων.
Το Ποτάμι των χιλίων τυφλών είναι ένα έργο για τη διαφθορά της εξουσίας, τους έρωτες, τα μίση και τα πάθη που διαχρονικά κυριαρχούν σε ανθρώπους και κοινωνίες.
Με λογοτεχνική δεινότητα και διεισδυτική ματιά, μας δείχνει ότι η ανθρώπινη φύση πάντα επιβεβαιώνει τις υψηλότερες και τραγικότερες προσδοκίες...
Είναι πιο εύκολο να μισείς απ’ ό,τι να αγαπάς; Η εξουσία είναι τόσο ισχυρό ναρκωτικό; Αυτό το βιβλίο είναι ένα δράμα μέσα στα βουνά που ψάχνουν την ανατολή.
Ο Πάνος Δημάκης κατάγεται από τα Βέρβενα, ένα ορεινό χωριό της Κυνουρίας στην Αρκαδία. Από την Κάπα Εκδοτική κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο «Το Βερβενιώτικο Ιδίωμα» το 2018. Μια προσπάθεια συγκέντρωσης 2.700 λέξεων που συναντάμε στην παράδοση των Βερβένων Αρκαδίας. Εργάστηκε στις Εκδόσεις Καζαντζάκη ως φιλόλογος και επιμελητής για δύο χρόνια. Ασχολήθηκε και με τη μετάφραση, μεταφράζοντας στην Αγγλική το βιβλίο του Ν.Καζαντζάκη “Καπετάν Μιχάλης”. Ολοκλήρωσε ένα ετυμολογικό λεξικό της αγγλικής με ασκήσεις, που απευθύνεται σε αυτούς που θέλουν να μάθουν λεξιλόγιο μέσω των ετυμολογικών ριζών των λέξεων, ώστε να μην το απομνημονεύουν στείρα και παπαγαλίστικα αλλά να το εσωτερικεύουν και να το κάνουν κτήμα τους.
Το Ποτάμι των χιλίων τυφλών είναι ένα από τα πιο ηθογραφικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό. Ξεχωριστή γραφή που λείπει από τις μέρες μας και μάλιστα γραφή που θυμίζει ανάλογους συγγραφείς της εποχής που πραγματεύεται το βιβλίο. Αν κάτι γίνεται αντιληπτό μέσα από το κείμενο, είναι η μεγάλη αγάπη που τρέφει ο συγγραφέας για την αρκαδική γη, η οποία αναδεικνύεται από την άψογη χρήση σχημάτων λόγου. Συνεχίζοντας, οι ήρωες είναι άρτια αναλυμένοι σε σημείο που γνωρίζεις κάθε χρονική βαθμίδα της ζωής τους. Άλλους τους συμπονάς και άλλους τους απεχθάνεσαι. Όσον αφορά στην κατάληξη της ιστορίας, δε θα πω πολλά για να μην προδώσω στοιχεία αλλά -ευτυχώς- συμβαίνει αυτό ακριβώς που αποζητούσα εξαρχής.
Τα πάθη των ανθρώπων είναι ποτάμι, ένα ποτάμι ορμητικό που φοβάσαι να βουτήξεις μέσα. Κάπως έτσι είναι και το βιβλίο του Πάνου Δημάκη. Μόνο που εδώ σας συμβουλεύω με σιγουριά. Βουτήξτε ελεύθερα!
Πρώτη φορά άκουσα το όνομα «Πάνος Δημάκης» όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Δεκαεπτά κλωστές» το οποίο μου κίνησε την περιέργεια και θέλησα να το διαβάσω. Πραγματική ιστορία στα Κύθηρα του 1909, ένα ειδεχθές έγκλημα, ήταν σαν να μου φωνάζει «διάβασέ με!». Άλλα βιβλία μπήκαν στη μέση και δεν τα κατάφερα. Διάβασα όμως τώρα το νέο του βιβλίο και πείστηκα ότι και το προηγούμενο θα μου άρεσε. Κι αυτό γιατί η γραφή του Δημάκη μου ταίριαξε.
Αυτή τη φορά η ιστορία είναι τελείως φανταστική. Βρισκόμαστε στη Μερζένιστα του 1949, μια κωμόπολη της ορεινής Αρκαδίας που δεν υπάρχει στο χάρτη. Εκεί, η Μάγδα Ζεΐρη αναπολεί τις ένδοξες ημέρες της δημαρχίας του συζύγου της, τότε που ήταν η πρώτη κυρία της Μερζένιστας και είχε ενεργό ρόλο στα πολιτιστικά της κωμόπολης αλλά και στην επιμόρφωση και θρησκευτική παιδεία των πολιτών. Και τώρα δεν είναι άσχημα. Παρ’ όλο που ο Ζεΐρης έχει πεθάνει και τη δημαρχία έχει πάρει πλέον ο αντίπαλός της, εκείνη ακόμα χαίρει του σεβασμού των συμπολιτών της. Τη χαιρετούν και της απευθύνονται στον πληθυντικό και με σεβασμό και θεωρείται σοφή γυναίκα, κάποια στην οποία θα προστρέξουν για συμβουλή και βοήθεια.
Η Μάγδα μεγάλωσε έχοντας πρότυπο τον πατέρα της. Εκείνος της μιλούσε για την αξία της ηθικής και της θρησκείας και αυτή ήταν και η παντιέρα της Μάγδας, τόσο στο μέρος που πρωτοδιορίστηκε δασκάλα, όσο και στη Μερζένιστα. Όμως όπως ακριβώς και ο πατέρας της, έτσι και η Μάγδα θεωρεί πως είναι πολύ καλύτερη και πολύ σοφότερη των υπολοίπων, εκτός ίσως του συζύγου της, αλλά τώρα πια εκείνος δεν υπάρχει. Έτσι η Μάγδα καταλήγει στη σκέψη πως πρέπει να ελέγξει το πως ζουν οι συμπολίτες της, να σιγουρευτεί ότι ακολουθούν πιστά τα όσα τους λέει και, τέτοιοι που είναι τους αξίζει και ό,τι πάθουν. Με αφορμή μια γυναίκα που προστρέχει σε εκείνη για τη συμβουλή της σε ένα οικογενειακό θέμα, η δημαρχίνα θεοποιεί τον εαυτό της, βρίσκει τη χαμένη εξουσία από την οποία τρέφεται το «εγώ» της και βυθίζει τη Μερζένιστα σε ένα έρεβος που ξυπνά μίση και πάθη καλά κρυμμένα, μετατρέποντάς τη σε ένα καζάνι που βράζει μέχρι να εκραγεί.
Ο συγγραφέας έχει πολύ σοφά επιλέξει την εποχή που ο εμφύλιος μόλις έχει τελειώσει και που ο πόνος είναι νωπός ακόμα, ώστε να μας θυμίσει πόσο εύκολα ξεχνάμε σαν λαός. Αυτό ήταν άλλωστε και ένα από τα επιχειρήματα του Δημάρχου προς το τέλος του βιβλίου. Να αφήσουν τις έχθρες και τα μίση, να ενωθούν, να μονιάσουν και να προχωρήσουν μπροστά. Όμως πόσο εύκολα πορώνεται ο άνθρωπος με μια ιδέα που του έχουν βάλει στο μυαλό, με επιχειρήματα σωστά ή αναληθή, δεν έχει σημασία. Η ψυχολογία του όχλου είναι νομίζω ένας όρος που δεν μας αρέσει ιδιαίτερα να τον ακούμε. Ο συγγραφέας όμως κατάφερε να τον ζωντανέψει μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του και να μας δείξει μέχρι που μπορούμε να φτάσουμε από μια ασήμαντη αφορμή.
Άλλη μια κινητήριος δύναμη είναι και η εξουσία. Αυτή που ξεγελά τον άνθρωπο και τον παρασύρει στα βάθη της, γιατί ύψη δυστυχώς σπάνια έχει. Όσους τους έχει μεθύσει η εξουσία, πιο εύκολα θα τους βρούμε στα σκοτάδια και στα κατακάθια του βάλτου, παρά στα καθάρια νερά ενός ποταμού. Ένας τέτοιος άνθρωπος, μεθυσμένος από την εξουσία και τη δύναμή της, είναι και η Μάγδα Ζεΐρη. Μπορεί προς τους άλλους να δείχνει ότι είναι πάντα στον αφρό, ότι τηρεί με προσήλωση τα όσα τους διδάσκει, τα όσα απαιτεί από εκείνους, μπορεί ακόμα και η ίδια να πιστεύει ότι έτσι ακριβώς είναι, τίμια και ηθική, τηρώντας το λόγο του Θεού, εντούτοις η καρδιά της είναι μαύρη σαν το κάρβουνο. Η εξουσία την έχει κατακτήσει και την έχει κάνει υποχείριό της, την έχει διαφθείρει μέχρι το μεδούλι, ενώ η Μάγδα θεωρεί πως έχει η ίδια τον έλεγχο.
Τελειώνοντας το βιβλίο, διάβασα το σημείωμα του συγγραφέα για τον τρόπο που επέλεξε τόσο το όνομα της κωμόπολης όσο και αυτά αρκετών από τους κατοίκους της και δεν μπόρεσα να μη συμφωνήσω με τις εξαιρετικές επιλογές. Μπορεί εγώ να μην αναγνώρισα εξαρχής τη σημασία όλων των ονομάτων, όσοι όμως γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα καλύτερα από εμένα, είμαι σίγουρη πως καθώς διαβάζουν, θα κάνουν κάποιες από τις συνδέσεις γνωρίζοντας τις προσωπικότητες αυτών των χαρακτήρων και το ρόλο τους στην ιστορία.
Με περιγραφές που ζωντανεύουν την αρκαδική γη, πολυδιάστατους χαρακτήρες και μια ιστορία που εξελίσσεται και προχωράει σε κάθε σελίδα, ο Πάνος Δημάκης καταφέρνει να κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα.
Πρώτη γνωριμία με τον συγγραφέα και μου άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Το μυθιστόρημα είναι ξεχωριστό, ασυνήθιστα ηθογραφικό, με τα γεγονότα του να εξελίσσονται τις δεκαετίες ‘40-‘50 και το στιλ γραφής όντως να θυμίζει κάπως τους συγγραφείς της εποχής, ίσως σκόπιμα, ίσως τυχαία, ίσως λόγω επιρροών, ίσως και να μου φάνηκε. Η περιγραφή της αρκαδικής φύσης είναι από τα πολύ δυνατά χαρακτηριστικά του βιβλίου, με τον συγγραφέα να χρησιμοποιεί θεσπέσιες μεταφορές και προσωποποιήσεις. Οι ήρωες περιγράφονται σε βάθος, καθένας συνοδεύεται από τη δική του βιογραφία, ώστε οι επιλογές και η πορεία τους να γίνονται αναπόφευκτες. Η κεντρική ηρωίδα είναι μια γυναίκα που αποδίδεται εξαιρετικά από τον Δημάκη, σηκώνει στις πλάτες της το μεγαλύτερο μέρος της πλοκής του βιβλίου και κρατά στα δαιμόνια χέρια της αμείωτο το ενδιαφέρον και την αγωνία του αναγνώστη, σαν άλλη Φραγκογιαννού, που δεν μπορείς να φανταστείς ως πού μπορεί να φτάσει. Κερασάκι - δώρο από τον συγγραφέα για τους λάτρεις της γλωσσολογίας, της ιστορίας και της μυθολογίας η επιλογή των ονομάτων είτε ηρώων είτε τοποθεσιών, ποταμών κλπ. Έργο διαχρονικό, για τα πάθη των ανθρώπων που μοιάζουν ίδια κι απαράλλαχτα από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Το διάβασα σε μια μέρα και βάζω τώρα στο καλάθι μου τις Δεκαεπτά Κλωστές. 👌👌👌
Το ποτάμι των χιλίων τυφλών είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει μέχρι στιγμής. Ένα εξαιρετικό ηθογραφικό μυθιστόρημα με ανάλυση εις βάθος στον κάθε χαρακτήρα και εξαιρετική γραφή!
Το "Ποτάμι των χιλίων τυφλών" είναι ένα ποτάμι γεμάτο μίσος, μυστικά, ψέματα, πάθη και θάνατο. Εξαιρετική χρήση της γλώσσας, αφηγηματικές περιγραφές που γεννούν εικόνες και παθιασμένοι, σε σημείο φανατισμού, χαρακτήρες που φτάνουν στα άκρα. Η υπόθεση ενδιαφέρουσα με αρκετά διαχρονικά μηνύματα σε σχέση με την εξουσία και την κατάχρηση της εξελίσσεται σχετικά γρήγορα. Υπήρχαν κάποιες επαναλήψεις σε περιγραφές συγκεκριμένων γεγονότων που με άφησαν με την εντύπωση ότι διάβαζα την ίδια παράγραφο ξανά αλλά σε γενικές γραμμές είναι ένα καλό βιβλίο.
Σε μία κωμόπολη της Αρκαδίας την Μερζένιστα η γυναίκα που κινεί τα νήματα και οι συγχωρι��νοί της την εχθρεύονται αλλά και κάποιοι την εκτιμούν είναι η Μάγδα Ζείρη. Η αναγγελία ενός δημοψηφίσματος καλεί τους πολίτες να αποφασίσουν για το μέλλον του τόπου τους όμως στην επιφάνεια θα αναδυθούν συμπεριφορές και συναισθήματά που αντικατοπτρίζουν την αρνητική πλευρά της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης.
Η Μάγδα είναι μία γυναίκα που στο όνομα της πίστης και της ευπρέπειας κάνει πράγματα που αντίκεινται σε αυτά που πρεσβεύει. Είναι σκληρή, αδίσταχτη και δεν υπολογίζει τίποτα. Αντλεί την δύναμη της μέσω της διαφθοράς και της δολοπλοκίας.
Ποικίλα θέματα παρουσιάζει ο συγγραφέας στο βιβλίο όπως είναι η δομή μίας μικρής κοινωνίας που στηρίζεται στο κουτσομπολιό. Η μέθη που προσφέρει η εξουσία σε όποια κατάσταση κι αν είναι είτε σε πολιτικό επίπεδο είτε σε προσωπικό. Ο άνθρωπος που εξουσιάζει είναι χειραγωγός, επιζητά την διαφθορά και υποκινεί την μάζα στον όλεθρο.
Αυτό που αγάπησα στο ανάγνωσμα είναι οι περιγραφές της φύσης που έκανε και είναι άμεσα συνυφασμένες με τα συναισθήματά των προσώπων της ιστορίας. Οι συμβολισμοί του είναι εύστοχοι. Επίσης μου άρεσε ο τρόπος που ανέλυσε τον ψυχισμό των χαρακτήρων.
«Το ποτάμι των χιλίων τυφλών» είναι ένα ανάγνωσμα που αντικατοπτρίζει την παθογένεια της κοινωνίας μας που έχει οικοδομηθεί πάνω στο μίσος και τον φθόνο.
Πάνο Δημάκη συγχαρητήρια για το εξαιρετικό σου βιβλίο!!!
Είμαστε στην Αρκαδία του 1949 και μια γυναίκα, χήρα δημάρχου, θεωρείται ακόμη αξιοσέβαστη και με υπολογίσιμη γνώμη. Πόσο αποφασισμένη είναι όμως να επιστρέψει στα δημόσια πράγματα και τι σκοπεύει να κάνει γι’ αυτό; Τι συνέβη και θέλει να τιμωρήσει; Πώς θα το κάνει αυτό και ποιους συμπαραστάτες θα βρει; Πώς μπορεί η επίσκεψη του βασιλικού ζεύγους Παύλου και Φρειδερίκης να ανατρέψει τα σχέδιά της ή μάλλον να τα βοηθήσει ακόμη περισσότερο; Πόσο τυφλοί είναι οι χίλιοι κάτοικοι της κωμόπολης;
Το νέο μυθιστόρημα του Πάνου Δημάκη είναι μια συναρπαστική, σκοτεινή ιστορία που αποτυπώνει όλη την ψυχολογία του ελληνικού λαού μέσω της σκιαγράφησης των κατοίκων μιας σημαντικής κωμόπολης της Πελοποννήσου. Ο Εμφύλιος μόλις έχει τελειώσει και διαφαίνεται μια περίοδος ανάκαμψης και ηρεμίας στον τόπο, μόνο που μια γυναίκα, κλονισμένη από κάτι που μαθαίνει για την οικογένειά της, αρχίζει να στρέφει χθόνια πυρά στους συμπολίτες της. Το πρώτο σκέλος του σχεδίου της πηγαίνει αρκετά καλά με τα πάνω του και τα κάτω του, όταν όμως βαλτώνει έρχεται ένα δώρο σα μάννα εξ ουρανού και πυροδοτεί μια σειρά από αναπάντεχες εξελίξεις που θα βάψουν τον Μέλανα ποταμό που ρέει στην πόλη κατακόκκινο: «Σε ένα μανιφέστο μεγαλομανίας και άκρατης αλαζονείας, η Μάγδα εκείνο τον καιρό μπήκε στο ποτάμι, πάνω στη στέρεη, μισάνθρωπη βάρκα της και άρχισε να πλέει αργά…» (σελ. 69).
Ο συγγραφέας εξακολουθεί να ανιχνεύει σκοτεινές ψυχές και να αποτυπώνει με παραστατικότητα τα κίνητρα σκοτεινών πράξεων, στο παρόν βιβλίο όμως καταφέρνει και κάτι περισσότερο: να πλέξει με έξυπνο τρόπο μια ιστορία που φαίνεται να χωρίζεται σε δύο μέρη, ενώνονται όμως αναπάντεχα και συναποτελούν ένα ενιαίο κείμενο με κλιμακούμενη πλοκή, ανατροπές και διαυγείς ψυχογραφίες, με τις πρώτες ενέργειες να ξανάρχονται στο φως όταν πλέον αναρωτιόμουν γιατί ξεκινήσαμε από αλλού και αλλού κινούμαστε και να δίνουν ένα αναπάντεχο τέλος στην ιστορία. Η πολύ καλά σχεδιασμένη πλοκή στολίζεται με ενδιαφέρουσες παρομοιώσεις, μεταφορές και άλλα καλολογικά στοιχεία («Οι χιονισμένοι χειμώνες έτρεχαν πίσω από τα ιδρωμένα καλοκαίρια όσο η Ελλάδα βυθιζόταν στον βάλτο του Εμφυλίου», σελ. 69) που χαρίζουν μια μετρημένη λυρικότητα, χωρίς όμως να βαραίνουν το κείμενο που είναι γεμάτο μυστικά, φόνους και χειραγώγηση. Έχουμε ένα μυθιστόρημα που δείχνει με παραστατικότητα και απανωτές ανατροπές τα διαχρονικά κακά της ανθρωπότητας: όλοι θέλουν να ανήκουν σε μια παράταξη και ταυτόχρονα πάντα θα υπάρχουν αυτοί που θα εκμεταλλευτούν αυτήν την κατάσταση. Πάντα εριστικοί, πάντα αχόρταγοι για εξουσία και επιβολή, πάντα ευάλωτοι σε δημαγωγούς, αυτοί είναι οι λαοί γενικότερα και ο ελληνικός ειδικότερα.
Οι κάτοικοι της Μερζένιστας αλλά και η ίδια η πόλη είναι ένας συμβολισμός, με κάθε όνομα να είναι διαλεγμένο προσεκτικά από έναν συγγραφέα που λατρεύει την ελληνική γλώσσα και τις λέξεις της. Η ίδια η ονομασία προέρχεται από τη σλάβικη «μερζένια» που σημαίνει μίσος, άρα είμαστε στην πόλη του μίσους, όπου ζουν περίπου χίλιοι κάτοικοι με ενδιαφέρουσες προσωπικές ζωές, μυστικά και ολοκληρωμένους χαρακτήρες. Η πόλη δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, η φαντασία όμως του Πάνου Δημάκη δίνει συναρπαστικές περιγραφές της, πλήρη ρυμοτομία, χαρακτηριστικά μέρη και τοπόσημα, την ιστορία της και τα αρχαιολογικά της ευρήματα όσο ξεδιπλώνει το παρελθόν των κατοίκων. Την πρωτοκαθεδρία ανάμεσά τους έχει φυσικά η χήρα Ζεΐρη, μια γυναίκα που προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις: «Το πρόσωπό της απέπνεε αυστηρότητα…Οι αδρές γραμμές του ήταν φτιαγμένες από χώμα και δέος» (σελ. 13-14). Σημαντικό μέλος της τοπικής κοινωνίας, μορφωμένη χήρα του πρώην δημάρχου Χριστόφορου Ζεΐρη, για δεκατέσσερα χρόνια ήταν η πρώτη κυρία και άτυπη βασίλισσα του τόπου, εργαζόταν ως αυστηρή και απρόσιτη δασκάλα, είναι μια ηθική κολόνα πάνω στην οποία μπορούν όλοι να στηριχτούν και ταυτόχρονα μια άτυπη δύναμη που ασκούσε αντιπολίτευση, παρόλο που ποτέ της δεν είχε εκφραστεί πολιτικά. Αυτά έφταναν για να τη βάλουν στο μάτι οι άντρες, ειδικά από τότε που χήρεψε, ενώ αντίθετα οι γυναίκες προστρέχουν σ’ εκείνη για συμβουλές και γνώμες, αφού τη θεωρούν σοβαρή και μετρημένη,
Η Ζεΐρη βάζει έναν σκοπό στο μυαλό της κι αρχίζει ένα σχέδιο, τα πάντα όμως αλλάζουν όταν επισκέπτονται την πόλη τους οι βασιλείς κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας και πέφτουν οι πρώτες σκέψεις για τουριστική αξιοποίηση. Έτσι ξεσπάει ένας εμφύλιος πόλεμος με το μισό χωριό να παίρνει το μέρος του νυν δημάρχου και το άλλο μισό της πρώην δημαρχίνας. Είναι εντυπωσιακός ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο υφαίνει τον ιστό της αυτή η γυναίκα απέναντι σε ανυποψίαστους συνομιλητές κι ο συγγραφέας παραθέτει μια ποικιλία επιχειρημάτων, μεθόδων και ευπείθειας, χειρίζεται πολύ καλά τις διαφορετικές οπτικές γωνίες που πηγάζουν από τους ξεχωριστούς χαρακτήρες κι όλο αυτό προσμετρέται στο σασπένς και στην αγωνία για τη συνέχεια και για την επιτυχία του εκάστοτε σχεδίου που εξυφαίνει η Ζεΐρη. Άλλοι πείθονται εύκολα, άλλοι έχουν λίγο μυαλό στο κεφάλι και καθυστερούν να υπαναχωρήσουν, άλλοι ρίχνουν το βάρος στο θέλημα του Θεού, άλλοι είναι τόσο αφελείς και ελαφρόμυαλοι που πέφτουν σαν ώριμα φρούτα. Ποιους να πρωτοθυμηθώ: τον νυν δήμαρχο Διομήδη Νόβα, τον παπα-Βασίλη, τις κουτσομπόλες Τασία Πεζοπούλου και Ευγενία Πάλλη, τον γιατρό Ζώη Μαχαιό, τη δασκάλα Λευκή και τον σιδηρουργό σύζυγό της Στέλιο; Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν η Βέρα Δαναΐδη, μια γυναίκα παγιδευμένη σ’ έναν γάμο με έναν άντρα που την κακοποιεί καθημερινά και με ασήμαντες αφορμές, οπότε καταγράφονται με ενάργεια και αντικειμενικότητα η ψυχολογία και τα συναισθήματα της κακοποιημένης γυναίκας που παραμένει σε αυτήν τη σχέση παρά τις ευκαιρίες να σωθεί, και η ομορφότερη γυναίκα της Μερζένιστας, η Θεοφανώ, η οποία ζει για τον έρωτα και την τρέφει ο θαυμασμός των αντρών για κείνη, αλλά οι γυναίκες φυσικά την κοιτάνε με μισό μάτι αφού διασαλεύει την ηθική και ξελογιάζει τους άντρες τους, και η οποία είναι παντρεμένη με τον Όθωνα Δρούζη που έχει την ταβέρνα, μόνο που ο γάμος τους είναι ένα τέλμα, η προσωποποίηση της πλήξης.
«Όσο άκουγε έξω τη βροχή να λυσσομανάει, την ένιωθε να μεταμορφώνεται σε ένα μαύρο ποτάμι, έτοιμο να κυλήσει μέσα από τους ανθρώπους. Χίλιοι στρατιώτες θα πνίγονταν στα αφρισμένα νερά του, έχοντας σπρώξει πρώτα ο ένας τον άλλο μέσα» (σελ. 17). Έτσι ξεκινάει ένα συναρπαστικό αιματοβαμμένο χρονικό μιας πόλης που γίνεται υποχείριο φιλοδοξιών, εμπάθειας και πόλωσης ενώ με παραστατικότητα και αντικειμενικότητα καθώς και με προσεκτικό σχεδιασμό μεταβαίνει από τις προσωπικές ιστορίες μέσω των οποίων γνωρίζουμε το «εν μέρει» στο ευρύτερο σύνολο που ξεσηκώνεται και χωρίζεται σε δύο στρατόπεδα με αφορμή την περιβόητη τουριστική αξιοποίηση που προτείνει το βασιλικό ζεύγος. Ο νυν δήμαρχος το επικροτεί, η δε Μάγδα παρασύρει μεγάλο μέρος του πληθυσμού κατά της πρότασης ώστε μέσω της διαμάχης να ξανάρθει στα πράγματα. Διχόνοια μεταξύ γειτόνων αλλά και μελών της ίδιας οικογένειας, από τη μια στιγμή στην άλλη μια ασήμαντη θρυαλλίδα οδηγεί σε ομηρικούς καβγάδες και ξύλο, ο φανατισμός είναι τέτοιος που ακόμη και οι ουδέτεροι αναγκάζονται να στραφούν προς τον δήμαρχο ή την άτυπη αντιπολίτευση, με αποτέλεσμα όλων αυτών η πόλη και το ποτάμι να σιγοβράζουν. Κι αυτή η διχογνωμία είναι η αφορμή για να αποκαλυφθούν πάνω στους καβγάδες απιστίες, ζήλιες, μικροψυχίες για τα κληρονομικά, γι�� τις σχέσεις, για τους συνεταιρισμούς, για τις φιλίες. Ο «Μέγας Αλέξανδρος» και η «Μεγάλη Αικατερίνη» ετοιμάζουν τους στρατούς τους χωρίς να ξέρουν πως τελικά θα χύσουν άφθονο αίμα.
Μια μικρογραφία της Ελλάδας είναι τελικά η Μερζένιστα, γεμάτη πάθη, μίση, κακία, εντάσεις και ασήμαντες αφορμές για αιματοχυσία. Όταν η αποφασιστικότητα της Φραγκογιαννούς συναντά την καλοσύνη της Βέρα Ντρέικ και μαζί δρουν στο ελληνικό Ναγκίρεβ που μετατρέπεται από τη μια στιγμή στην άλλη σε θέατρο παραλογισμού τότε μιλάμε για αυτό το μυθιστόρημα κι όλο και κάποιο κομμάτι της ζωής μας και του εαυτού μας θα βρούμε στις σελίδες του.
Μετά από το μυθιστόρημα 17 κλωστές θέλησα να διαβάσω και το επόμενο βιβλίο του συγγραφέα, καθώς άκουγα τα καλύτερα από κριτικές αναγνωστών. Βέβαια ο αρχικός παράγοντας για εμένα ήταν ο τίτλος του βιβλίου. Αινιγματικός και πιασαρικος καθώς σε ελκύει να κολυμπήσεις σε αυτό το ποτάμι.
Το βιβλίο δυστυχώς δεν με ενθουσίασε. Δεν ήταν αυτό που περίμενα. Απογοητεύτηκα.
Θα ξεκινήσω από τα θετικά αυτού του μυθιστορήματος. ⭐ Ο τίτλος. ⭐ Η εξαιρετική χρήση της ελληνικής γλώσσας. ⭐ Η ιδέα του όλου εγχειρήματος.
📎 Το ποτάμι των χιλίων τυφλών είναι ένα ατμοσφαιρικό βιβλίο που θα μπορούσε να σταθεί ως μια σειρά στη τηλεόραση. Είναι καθαρά ( για εμένα) ένα τηλεοπτικό σενάριο που για τα δικά μου μάτια είναι ελλειπή για μυθιστόρημα και θα εξηγήσω γιατί.
📎 Πέρα από τα όμορφα τοπία και τις περιγραφές τους, υπήρχε και μια ιδέα για να ιντριγκάρει και να αρχίσει το βιβλίο να έχει μια ροή και μια πλοκή. Μόλις έφτασα σε αυτό το κομμάτι μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα αλλά μόνο για λίγο. Η ιδέα αυτή δεν αναπτύχθηκε. Έγινε ένα με το βιβλίο και γυρνούσε γύρω - γύρω από τις εξελίξεις της υπόθεσης χωρίς να βοηθά ή να δίνει κάτι καινούργιο στο βιβλίο, ένα σασπένς, το οτιδήποτε για να μην κάνει κοιλιά. Αυτη η ιδέα αναφερόταν ξανά και ξανά στο βιβλίο που έφτασε στο σημείο να κουράζει απίστευτα, ένιωσα αρκετές φορές ότι έχω κάθε τι το είχα ξανά διαβάσει στις σελίδες που προσπεράσα.
📎 Από εκεί και πέρα το βιβλίο δεν είχε να μου προσφέρει κάτι θετικό. Συνέχισα την αναγνωσή του πιστεύοντας ότι ίσως με δικαιώσει στο τέλος. Κάπου προς τις τελευταίες σελίδες είδα μία μικρή αλλαγή που ξανά δεν αναπτύχθηκε. Υπήρχαν τα στοιχεία για να αναπτυχθεί, αλλά ο σεναριογράφος του αποφάσισε να μην πάρε την ευκαιρία να αλλάξει τα δεδομένα.
📎 Ακόμα και το τέλος για μένα ήταν ελλειπή. Το ποτάμι των χιλίων τυφλών είναι καθαρά για εμένα ένα τηλεοπτικό σενάριο και έτσι θα μπορούσε να σταθεί. Σαν μυθιστόρημα δεν με κάλυψε. Αλλά αν αυτο το βιβλίο μεταφερόταν στην τηλεόραση θα ήμουν μεγάλη fan του.
Ένα συγκλονιστικό κοινωνικό ψυχογράφημα που επιβεβαιώνει το σπάνιο ταλέντο του Πάνου Δημάκη! Στο «Το ποτάμι των χιλίων τυφλών» (Εκδόσεις Διόπτρα), ο συγγραφέας στήνει ένα αριστουργηματικό παιχνίδι εξουσίας και χειραγώγησης σε μια ορεινή κωμόπολη της Αρκαδίας. Η αρχιτεκτονική του βιβλίου είναι ιδανική. Το πλέξιμο των παθών, των μισών και των μυστικών των ηρώων γίνεται με τέτοια μαεστρία που η πλοκή ξεδιπλώνεται αβίαστα, κρατώντας σε σε απόλυτη πνευματική εγρήγορση. Είναι ένα βιβλίο που κυριολεκτικά «ρουφιέται» χάρη στον καταιγιστικό του ρυθμό. Κάθε σελίδα τροφοδοτεί την περιέργειά σου για το επόμενο βήμα της Μάγδας Ζεΐρη. Μια ανάγνωση γεμάτη ένταση που σε καθηλώνει μέχρι το τέλος!
Το πρώτο βιβλίο του Πανου Δημακη που διαβάζω και μπορω να πω οτι είναι μια εξαιρετική δουλειά απο ενα νεο Ελληνα συγγραφέα. Οι χαρακτήρες χτίζονται σωστά και τα κίνητρα τους αναλύονται, η γλώσσα ειναι όμορφη χωρις να κουράζει και η πλόκη σε κρατάει μεχρι το τέλος. Η πόλωση μια μικρής κοινότητας απο δυο αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα και οι συνέπειες σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο έχουν να μας διδάξουν αρκετά.
Διεισδυτικό και ανατρεπτικό, σκιαγραφεί απόλυτα τους τύπους ανθρώπων της τοπικής κοινωνίας. Σκοτεινό και ανατριχιαστικό, καθώς φιλοδοξίες, μισή, πάθη, ανομολογητα μυστικά και υπόνοιες οπλίζουν τα χέρια ανθρώπων που μέχρι χτες φαίνονταν ασπιλοι και με άμεμπτη ηθική. Προσωπικά θα το ήθελα ακόμα πιο σκοτεινό, ωστόσο δεν παύει να είναι ένα πολύ καλό ψυχογραφικό και ηθογραφικό μυθιστόρημα.
1 αστέρι με το ζόρι Μετά τις 17 κλωστές που που τόσο αγάπησα ,δεν περίμενα τέτοια απογοήτευση .Ειναι να απορεί κανεις γιατί ο εκδοτικός οίκος το ενέκρινε . Κρίμα γιατί εκτιμώ τον Κο Δημακη και στεναχωριέμαι για αυτά που γράφω Δεν βρήκα κάτι καλό να επισημάνω πέρα από την επιλογή των ονομάτων ,όπως αυτή παρατιθεται στο τελικό σημείωμα του συγγραφέα .🥲
Μια ενδιαφέρουσα ιστορία με πολλές διακλαδώσεις και plot twists που προβάλλει άψογα τις αντιλήψεις και τις αρχές που υπήρχαν σε κλειστές κοινωνίες εκείνης της εποχής. Επίσης, το βιβλίο περιείχε υπέροχες περιγραφές τοπίων ενώ μου άρεσαν κι οι συμβολισμοί (εξηγούνται στο τέλος αλλά προσοχή: αποτελούν spoilers).
Δεν μου δημιουργήθηκε η αίσθηση της εποχής που θέλει το μυθιστόρημα να περάσει ( έτος 1950) , βρήκα υπερβολές στη χρήση του λόγου , προτάσεις σύντομες οι οποίες πολλές φορές δεν είχαν συνοχή . Γενικά δεν μου πολύ άρεσε
Εξαιρετικό!!! Επαρκής ανάπτυξη των χαρακτήρων, δεμένη πλοκή που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον και λογοτεχνικές πινελιές στην περιγραφή της ομορφιάς της φύσης που σου δημιουργούν την επιθυμία να επισκεφτείς τη Μερζένιστα κι ας μην είναι υπαρκτό μέρος! Προσωπικά το αγάπησα πολύ!
Ίσως ένα από τα καλύτερα ηθογραφικά βιβλία που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Ποτέ δεν πρέπει να υποτιμούμε την δύναμη ενός χωριού στο να έρθει η καταστροφή.
Ωραία υπόθεση ωραία εξέλιξη λίγο επιτηδευμένες οι εκφράσεις οι περιγραφές αλλά ευχάριστο βιβλίο. Δεν θα προβληματιστείτε αλλά δεν θα χάσετε και την ώρα σας
μπορεί να μην του φαίνεται εξαρχής αλλά είναι ένα crime fiction μυθιστόρημα με όλα τα χαρακτηριστικά του. διαβάζεται πολύ εύκολα και σε βάζει στη διαδικασία ανασκεφτείς για την εξουσία και τις ανθρώπινες αδυναμίες