Οι διακοπές του Αστυνόμου, Πολύκαρπου Ηλιάδη, διαταράσσονται απρόσμενα όταν το πτώμα του Αμερικάνου Στιβ Τζόουνς ανακαλύπτεται τυχαία στην ακατοίκητη βραχονησίδα Διαβολονήσι. Το πόρισμα του ιατροδικαστή είναι ξεκάθαρο: θάνατος από φυσικά αίτια. Για τον έμπειρο, όμως, Ηλιάδη, τα σημάδια στο σώμα του πλούσιου Αμερικάνου, σκιαγραφούν την ύπαρξη ενός δολοφόνου με ισχυρό προσωπικό κίνητρο.
Ποιος ήθελε τον εξέχοντα, Στιβ Τζόουνς, νεκρό και γιατί;
Οι έρευνες που αρχικά βάζουν στο μικροσκόπιο τα πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντός του στρέφονται, τελικά, προς τον μόνο άνθρωπο που είναι αδύνατο να έχει διαπράξει τη συγκεκριμένη δολοφονία. Στο ηλιόλουστο νησί του Αργοσαρωνικού, με θέα τη σκοτεινή βραχονησίδα Διαβολονήσι, ο Ηλιάδης θα αποπειραθεί να συνθέσει το παζλ της προσωπικότητας ενός δολοφόνου, του οποίου οι τεχνικές τον καθιστούν μετρ στην παραπλάνηση και την εξαπάτηση.
Το έργο του συνδράμουν η Αρχιφύλακας Μάρα Αλεξιάδη, ο φιλόδοξος Υπαστυνόμος Β΄, Κωνσταντίνος Μαθιουδάκης, καθώς και ο Διοικητής του τοπικού Τμήματος και παλιός του συμφοιτητής, Ανδρέας Φωτάκης. Με τη βοήθειά τους, ο Ηλιάδης, θα ξετυλίξει το κουβάρι της ιστορίας όλων των εμπλεκόμενων και θα φέρει στο φως θύματα που ο δολοφόνος προσπάθησε απεγνωσμένα να κρύψει.
Το κλειδί στο παζλ του εγκλήματος, βρίσκεται στο εξώφυλλο του βιβλίου που κρατάτε στα χέρια σας…
Σαφώς δεν λέω ποτέ πολλά για την υπόθεση του βιβλίου, καθώς νιώθω ότι κάνω σποιλ άθελά μου. Όταν όμως μιλάμε για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, θεωρώ πως και μια μικρή αναφορά αν κάνεις στην υπόθεση του, ίσως αποκαλύψεις πολλά!
Για αυτό και θα εστιάσω σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα το οποίο αναφέρεται και με προβλημάτισε στο συγκεκριμένο βιβλίο.
Φέρνουμε στον κόσμο ανθρώπους που, αλίμονο, δεν θα θέλαμε να γίνονται δολοφόνοι. Αν όμως, ο άνθρωπος που δημιούργησες, καταλήγει να σκοτώνει και ήσουν ενήμερος, τι θα έκανες; Είναι μια ερώτηση που την θέτω χωρίς να περιμένω απάντηση. Είναι λεπτό ζήτημα οπότε θα μείνω μόνο στις δικές μου σκέψεις. Δεν ξέρω! Το σκέφτομαι από όταν τελείωσα το βιβλίο και όσο και να θέλω να πω "Θα πήγαινα στην αστυνομία", τόσο αμφιβάλλω τελικά. Δεν έχει το δικαίωμα κανένας, να αφαιρεί την ζωή κανενός. Επομένως, ελπίζοντας να μην βρεθώ ποτέ στην θέση αυτή, θα πω ότι μέσα σε λογικά πλαίσια θα ήθελα να αντιδράσω δίκαια.
Στα υπόλοιπα του βιβλίου, έχω να πω πως είναι, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα το οποίο σε τραβάει να συνεχίζεις ακατάπαυστα την ανάγνωση του και να σου δοθεί η λύση. Για να είμαι ειλικρινής, βρήκα τον δολοφόνο, αλλά αμφέβαλλα μέχρι να αποκαλυφθεί οπότε υπήρχε αρκετό σασπένς καθ'όλη την διάρκεια ανάγνωσης του. Μου άρεσε πολύ ο διαφορετικός τρόπος δράσης του δολοφόνου. Ομολογώ πως δεν έχω διαβάσει κάτι παρόμοιο.
Ο Στιβ Τζόουνς, διευθυντής λυκείου σε φημισμένο ιδιωτικό σχολείο της Βοστόνης, έρχεται σ’ ένα νησί του Αργοσαρωνικού με τη γυναίκα του, Σέριλ, για να γιορτάσουν τα 25 χρόνια γάμου σε έναν εναλλακτικό προορισμό, με περπάτημα, ψάρεμα και άλλες υπαίθριες δραστηριότητες. Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα ανάμεσά τους; Από ποιον δέχεται μηνύματα ο Στιβ το βράδυ πριν τη δολοφονία του; Ποιος τον σκότωσε και μετέφερε το πτώμα του στο Διαβολονήσι; Γιατί του έβγαλε τα μάτια και του έκοψε τη γλώσσα; Τι σχέση έχει με όλα αυτά ο νοητικά καθυστερημένος Μουγκο-Θόδωρος που ανακάλυψε το πτώμα του και ποιος θέλει να τον παγιδέψει;
Η Μαίρη Χαρπαντίδου έγραψε ένα πολύ δυνατό και γεμάτο διεισδυτικά ψυχογραφήματα αστυνομικό μυθιστόρημα που δε με άφησε σε ησυχία μέχρι να το τελειώσω. Κατέστρωσε προσεκτικά την πλοκή και την ξεδίπλωσε με τέτοιο τρόπο που έμπλεξε σταδιακά τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος μεταξύ τους όσο αποκάλυπτε δεύτερες, κρυφές ιστορίες τους που όλες γεννούσαν κίνητρα για δολοφονία. Η κλειστή κοινωνία δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τα πράγματα αφού τα μεν κουτσομπολιά δίνουν και παίρνουν μπερδεύοντας την αλήθεια με τη φαντασία ενώ τα πραγματικά γεγονότα δύσκολα βγαίνουν στην επιφάνεια γιατί «τι θα πει ο κόσμος». Η δράση εκτυλίσσεται στο νησί του Αργοσαρωνικού που γειτνιάζει με την ακατοίκητη βραχονησίδα Διαβολονήσι, όπου πλέον καταφεύγουν μόνο ζευγαράκια για ρομαντική βαρκάδα ή παρέες για ξέφρενα πάρτι. Είναι εντυπωσιακός ο θρύλος που έδωσε το όνομά του στο μέρος και εξηγεί γιατί κανείς δεν ασχολήθηκε με αυτό το όμορφο νησί από άποψη τουρισμού και επενδύσεων. Ωραίες και παραστατικές οι περιγραφές του, με το δάσος του, τις παραλίες του, τα μονοπάτια του, τα κρυφά σημεία του, μέρη που ίσως διευκολύνουν τον δολοφόνο, ίσως κι όχι, τοποθεσίες που ο Μουγκο-Θόδωρος ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά αλλά αυτό μόνο μπελάδες θα του φέρει.
Την υπόθεση αναλαμβάνει ο αστυνόμος Πολύκαρπος Ηλιάδης, επικεφαλής του Τμήματος Εγκλημάτων Κατά Ζωής που έρχεται συχνά στο νησί για διακοπές. Είναι παντρεμένος με τη Μυρτώ, η οποία εγκατέλειψε τη δικηγορία για να μεγαλώσει την κόρη τους, Χαριτίνη, ουσιαστικά μόνη αφού η δουλειά του Ηλιάδη δεν έχει ωράρια κι αυτό το πρόβλημα τελευταία άρχισε να γιγαντώνεται ανάμεσά τους. Τα πράγματα χειροτερεύουν με τις εξελίξεις της υπόθεσης κι έτσι το γυαλί ραγίζει οριστικά (ή ίσως κι όχι) και σταδιακά διαπιστώνουμε πως ο Πολύκαρπος ίσως να αφοσιώθηκε στη δουλειά του ακριβώς για να μη συμμετέχει στην ανατροφή ενός παιδιού με οριακή νοημοσύνη και Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής. Πόσο λάθος κάνει όμως θα το καταλάβει σύντομα και θα βρεθεί προ των ευθυνών του. Ο Πολύκαρπος ακολουθεί ανορθόδοξες μεθόδους επίλυσης εγκλημάτων, μιας και συχνά κάνει διαλογισμό, κάτι που τον οδηγεί να παρατηρεί τις υποθέσεις «απ’ έξω», με αντικειμενικότητα και σφαιρικότητα κι έτσι να βρίσκει τη λύση. Δεξί του χέρι είναι η αρχιφύλακας Μάρα Αλεξιάδη, την οποία η κόρη του λατρεύει κι έχουν γίνει φίλες, μια αναρχοαυτόνομη, πεισματάρα, ανεξάρτητη γυναίκα αλλά ταυτόχρονα υπάκουη στους κανόνες αστυνομικός και υπόδειγμα συναδέλφου. Είναι άκρως τυπική και γνώστης υπολογιστών, με την ηλεκτρονική παρείσφρηση (hacking) να είναι το χόμπι της. Φτάνει στο νησί για να βοηθήσει στην υπόθεση, χωρίς να ξέρει όμως πως επιτέλους ο έρωτας θα της χτυπήσει την πόρτα. Μαζί τους βρίσκονται ο διοικητής του νησιού και παλιός γνώριμος του Ηλιάδη Ανδρέας Φωτάκης και ο υπαστυνόμος Κωνσταντίνος Μαθιουδάκης της Ασφάλειας Πειραιά που θέλει να αναλάβει την έρευνα πριν του την πάρει η ΓΑΔΑ, μόνο που στην πορεία τα πράγματα θα έρθουν αντίθετα απ’ ό,τι περίμενε και θα διαπιστώσει πως ο Πολύκαρπος Ηλιάδης είναι ένα πολύ μεγάλο σχολείο!
Από την αρχή μαθαίνουμε τι συνέβη στον Στιβ, πώς και γιατί βρέθηκε με τον άνθρωπο που τον σκότωσε, πώς πέθανε, μόνο που ο δολοφόνος ούτε κατονομάζεται ούτε περιγράφεται ενώ ο ευρύτερος κύκλος του με τον οποίο συναναστρέφεται στη συνέχεια ποτέ δε διασταυρώνεται με τους ήρωες του μυθιστορήματος παρά μόνο όταν πρέπει κι αυτό εντείνει την αγωνία. Ξεκινάνε λοιπόν οι έρευνες που θα οδηγήσουν στην αλήθεια και στην αποκάλυψη της ταυτότητας του ενόχου, οπότε έχουμε ανακρίσεις, υπόπτους από τον κύκλο των Τζόουνς στις διακοπές τους και από το νησί και πολλά άλλα. Δράση και αντίδραση, αλλεπάλληλα γεγονότα που θα οδηγήσουν σε αποκαλύψεις που με άφησαν άφωνο, μικρές λεπτομέρειες που ξεπηδούν σε κρίσιμα σημεία κι αρχίζουν να ενώνουν τα κομμάτια ενός πολυεπίπεδου παζλ με ενδιαφέρουσα κεντρική ιδέα είναι πολύτιμες ψηφίδες για τη διαλεύκανση του εγκλήματος. Βέβαια, τον ένοχο τον εντόπισα κάποια στιγμή, αφού η συγγραφέας δεν κρατάει κλειστά τα χαρτιά και θέλει ο αναγνώστης να είναι μέρος του παιχνιδιού, δεν είχε όμως σημασία γιατί η δράση εξακολουθούσε να είναι καταιγιστική και να οδηγεί σ’ ένα, όπως αποδείχθηκε, λυτρωτικό τέλος.
Εκτός από τον κεντρικό θεματικό άξονα, για τον οποίο δε θα γράψω κάτι για να μη χαλάσει η έκπληξη, υπάρχουν κι άλλα συγκινητικά διαχρονικά και πανανθρώπινα μηνύματα που βγαίνουν από τις πράξεις και τις σκέψεις των ηρώων, όπως τα μειονεκτήματα της κλειστής κοινωνίας και της χιλιοειπωμένης φράσης «τι θα πει ο κόσμος», της καταπίεσης του εαυτού μας ώστε να χωρέσει στα κουτάκια που οι άλλοι θέλουν για μας, στην έλλειψη αυτοπεποίθησης και πόσο στραβά μπορεί να πάει το πράμα χωρίς την κατάλληλη ψυχολογική υποστήριξη, καθώς και για την απέραντη αγάπη της μητέρας. Σχεδόν δάκρυσα στο σημείο που μια μάνα βρέθηκε σε τρομερό δίλημμα όταν η πραγματικότητα έσκασε μπροστά της: σταμάτησε να βλέπει χωρίς να κοιτάει, έπαψε να καταλαβαίνει χωρίς να το παραδέχεται, είδε ότι φταίει χωρίς να το θέλει, αλλά όταν φτάνει ο κόμπος στο χτένι τι θα κάνει; Θα υποστηρίξει το παιδί της ή θα το προστατέψει; Πόσο τρυφερά και δύσκολα τα λόγια της σ’ εκείνο το κεφάλαιο, πόσο λανθασμένες αλλά ποτισμένες με αγάπη οι σκέψεις της, με πόση φροντίδα δοσμένος ο ψυχισμός της. Ξεπηδά μια αναπάντεχη ανθρωπιά, που με έβαλε σε μια θέση απροσδόκητη, τα διλήμματα της μάνας έγιναν και δικά μου και πολέμησαν με τη δίψα μου για απόδοση δικαιοσύνης. Στον αντίποδα έχουμε τη μάνα του Μουγκο-Θόδωρα, του άκακου πλάσματος που τον αγαπάει όλο το χωριό αλλά παγιδεύεται στην υπόθεση και η συγγραφέας καταγράφει με σεβασμό τη στάση της κυρα-Δέσποινας απέναντι στην κοινωνία του νησιού, με πόση αξιοπρέπεια δέχεται κάθε κριτική, με πόση αγάπη καταφέρνει να βρει τον σωστό τρόπο για να ηρεμήσει ο γιος της και να μιλήσει, με πόση ένταση παίρνει θέση μάχης όταν επιτίθενται λεκτικά στον γιο της. Χήρα από νωρίς, κατάφερε να μεγαλώσει καλά το ιδιαίτερο παιδί της και να το βοηθήσει να γίνει εν μέρει ανεξάρτητο. Εξαίσια ψυχογραφήματα που έρχονται και κουμπώνουν στη σωστή καταγραφή και των υπόλοιπων χαρακτήρων, κάτι που δίνει ρεαλισμό, ανθρωπιά και ποικίλα συναισθήματα στο μυθιστόρημα.
«…στο μυαλό του δολοφόνου κάθε πράξη του έχει ένα πολύ συγκεκριμένο κ��ι ξεκάθαρο νόημα. Όλα γίνονται για κάποιον λόγο κι εξυπηρετούν έναν σκοπό» (σελ. 230). Γι’ αυτό τα κίνητρα φαίνονται δυσεξήγητα, γι’ αυτό η υπόθεση περιπλέκεται, ο Πολύκαρπος Ηλιάδης όμως δεν υπαναχωρεί, δεν τα παρατάει. Βήμα προς βήμα και ακολουθώντας τις μεθόδους του, μιλώντας με τους χαρακτήρες του βιβλίου, τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου Θέμο, τη Χαρά, τον καφετζή κυρ-Παντελή, τη Λίζα και άλλους οδηγείται αργά αλλά σταθερά στην επίλυση του γρίφου. Η καλοσχεδιασμένη πλοκή, οι ρεαλιστικοί και σύντομοι διάλογοι, οι λίγο πιο αναλυτικές και λεπτομερείς απ’ όσο θα ‘πρεπε περιγραφές των τόπων και του τρόπου σκέψης των πρωταγωνιστών είναι μερικά μόνο από τα θετικά χαρακτηριστικά ενός πραγματικά καλού βιβλίου, γεμάτου ανθρωπιά, συναισθήματα και ενδιαφέροντα κοινωνικά μηνύματα.
Πλοκή: Επειδή το βιβλίο διαφημίστηκε ως αστυνομικό με καλούς γρίφους, να πω ότι αυτό τον στόχο δεν τον πέτυχε. Εξαιτίας των διαφορετικών POV (=οπτικές γωνίες) και των στοιχείων που δίνει αρκετά νωρίς η συγγραφέας, ο έμπειρος αναγνώστης αστυνομικών είναι σε θέση να γνωρίζει ή να υποθέτει πολύ εύκολα, την αιτία του φόνου, το επόμενο θύμα και τον ίδιο το δολοφόνο, ήδη από το πρώτο τρίτο του βιβλίου και έπειτα απλά παρακολουθεί την πορεία σκέψης και δράσης του πρωταγωνιστή αστυνόμου και της αστυνομίας μέχρι να καταλήξουν στα ίδια συμπεράσματα. Στα πολύ θετικά, το ότι δεν κουράζει και δεν γίνεται βαρετό ακόμα κι έτσι, καθώς και η κινηματογραφική γραφή που βάζει τον αναγνώστη μέσα στην υπόθεση σαν να παρακολουθεί ταινία.
Χαρακτήρες: Η συγγραφέας έχει πετύχει εξαιρετικά τους περισσότερους χαρακτήρες και τις οπτικές τους γωνίες. Πέτυχε αυτές του δολοφόνου, του πρωταγωνιστή αστυνόμου, των θυμάτων, των αστυνομικών και των κατοίκων του μικρού νησιού.
Απέτυχε, κατά τη γνώμη μου, στο χαρακτήρα της αστυφύλακα. Δεν γίνεται το POV και πολλές φορές και η συμπεριφορά μιας μορφωμένης, κοσμογυρισμένης, μάλλον ευκατάστατης, 35άρας ελληνοβρετανίδας αστυφύλακα, που μιλάει με ευχέρεια 5 γλώσσες, που είναι ιδιοφυΐα στους υπολογιστές και πάντα άψογη στη δουλειά της να είναι ίδιο με αυτό μιας 25χρονης, απόφοιτης λυκείου, κατοίκου ενός μικρού νησιού, που δεν έφυγε ποτέ από εκεί κι από το σπίτι των γονιών της. Ειδικά σε θέματα όπως η αναπηρία, η ομοφυλοφιλία και η σεξουαλική απελευθέρωση. Επιπλέον η αστυφύλακας είναι υποτίθεται χάκερ αλλά ο τρόπος που μιλάει και σκέφτεται δεν δείχνει ιδιαίτερη εξοικείωση με τους υπολογιστές.
Το ίδιο αποτυχημένη ήταν, κατά τη γνώμη μου, και η παρουσίαση ενός μικρότερου χαρακτήρα, της συζύγου του θύματος. Μια πλούσια, αριστοκράτισσα Βοστωνέζα θα ήταν πιστεύω περισσότερο ψυχρή και περιφρονητική και λιγότερο αγενής προς την αστυνομία. Και σε καμία περίπτωση δεν θα χαρακτήριζε δημόσια "μαϊμού " άτομο με νοητική αναπηρία. Μπορεί να το σκεφτόταν, εφόσον παρουσιάζεται ως τέτοιος χαρακτήρας, αλλά εν έτει 2023, ούτε θα το έλεγε ούτε θα βιαζόταν να το χαρακτηρίσει, εξαιτίας αυτού, δολοφόνο και μάλιστα εγκλήματος ειδεχθούς.
Επιπλέον υπάρχουν χαρακτήρες όπως η γυναίκα και η κόρη του αστυνόμου και ο υπαστυνόμος από τον Πειραιά που, κατά τη γνώμη μου, απλώς επιβραδύνουν και βαραίνουν την πλοκή, χωρίς να προσφέρουν ιδιαίτερο βάθος στους χαρακτήρες τους οποίους πλαισιώνουν. Πιστεύω πως θα μπορούσαν άνετα να λείπουν, όπως και το ειδύλλιο ανάμεσα στην αστυφύλακα και τον υπαστυνόμο.
Ως προς την πολιτική ορθότητα, το βιβλίο είναι η χαρά του σεξισμού και της ομοφοβίας ακόμα και από χαρακτήρες από τους οποίους ο αναγνώστης θα περίμενε πιο ανοιχτή σκέψη.
Συμπέρασμα: Μια πολύ καλή πρώτη προσπάθεια, που χρειαζόταν κατά τη γνώμη μου λίγο καλύτερη επιμέλεια ως προς το μέγεθος του βιβλίου και ως προς θέματα που άπτονται της πολιτικής ορθότητας. Θα ψάξω σίγουρα όμως και το επόμενο της συγγραφέα όταν βγει, είτε συνεχίσει με τον ίδιο κεντρικό ήρωα είτε επιλέξει να γράψει κάτι εντελώς διαφορετικό.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Το πρώτο το βιβλίο της Μαίρης Χαρπαντίδου και ήδη περιμένουμε και το δεύτερο πως κ πως. Ένα βιβλίο , που μπορείς άνετα να το διαβάσεις , μέσα σε λίγες μέρες, επειδή σε κρατάει σε αγωνία και θέλεις να πας παρακάτω και να δεις τι γίνεται. Προσωπικά, το καθυστέρησα όσο μπορούσα , για να μου κρατήσει συντροφια στις καλοκαιρινές μου διακοπές . Οκ, πάλι πάρλα με έπιασε. Είναι, λοιπόν, ένα ευκολοδιάβαστο βιβλίο , με ωραία ροή , αγωνία, σαν ένα καλό αστυνομικό θρίλερ , που άνετα θα μπορούσε να γίνει ταινία . Βασικά αυτό! Διαβάζοντας το, νόμιζα ότι βλέπω ταινία . Οι χαρακτήρες , μικροί και μεγάλοι , δένουν μεταξύ τους. Δείχνει πλευρές του χαρακτήρα τους όχι μόνο πάνω στη δουλειά τους, αλλά κ πιο προσωπικές στιγμές και ανησυχίες τους. Πχ το δίλημμα του Ηλιάδη ανάμεσα σε δουλειά κ οικογένεια . Ο δολοφόνος , ειναι σχετικά εύκολο να βρούμε ποιος ειναι, αλλά το θέμα /σκοπός της συγγραφέως , φαντάζομαι, είναι όχι να μην τον ανακαλύψουμε ή να μην πάει το μυαλό μας στο ποιος είναι , αλλά το γιατί κάνει αυτό που κάνει . Νομίζω αυτός είναι ο σκοπός της, τι κρύβεται πίσω από τα εγκλήματα. Επίσης , βλέπουμε οτι η συγγραφέας αναφέρεται σε διάφορα θέματα που αφορούν την κοινωνία μας κ πως αντιμετωπίζει ο κόσμος κοινωνικά ζητήματα και στερεότυπα. Εδώ κολλάει και αυτό που είπα παραπάνω για τον Ηλιάδη και τα διλήμματα που έχει μεταξύ δουλειάς και οικογένειας. Θα ήθελα να πω μπράβο στη Μαίρη για το πρώτο της αστυνομικό μυθιστόρημα και περιμένουμε και το δεύτερο συντομα!
📚Η πλειοψηφία ανθρώπων που διαβάζουν αστυνομικά μυθιστορήματα θα σας πούμε πως γενικά κατά κανόνα πέφτουμε μέσα στην αποκάλυψη του δολοφόνου. Σε κάποιους αυτό δεν αρέσει. Προσωπικά μιλώντας όταν μου γίνεται ξεκάθαρο ποιος είναι ο δολοφόνος σχετικά νωρίς στην πλοκή της ιστορίας δεν με ενοχλεί καθόλου. Ίσα ίσα στο τέλος όταν γίνει κ η οριστική αποκάλυψη θα πάρω και ύφος Σέρλοκ και θα σιγοψυθιρισω "στα έλεγα αγαπητέ μου Γουάτσον τίποτα δεν μου ξεφεύγει"... Αν μάντεψα σχεδόν εξαρχής τον δολοφόνο; ΝΑΙ. Αν βρήκα πολύ γρήγορα τον συσχετισμό με το εξώφυλλο που είναι το κλειδί της υπόθεσης; ΝΑΙ Αν το απόλαυσα;; Διπλό ΝΑΙ. 📚Υπέροχη και γρήγορη ροή της ιστορίας . Εξαιρετικοι και καλογραμμένοι χαρακτήρες. Ένας ντετέκτιβ γνήσιος ,αυθεντικός και πανέξυπνος και μια αρχιφύλακας υψηλών προδιαγραφών. Μια μικρή κοινωνία με όλα όσα συνεπάγεται αυτό εδώ στην Ελλάδα. Ένα μυστήριο που καλύπτει κάθε υψηλή προσδοκία και δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από αντίστοιχα λογοτεχνικά θηρία των αστυνομικών μυθιστορημάτων. Τα μηνύματα που περνάει πολλά και σημαντικά ,βγαλμένα απο την ζωή και από μια Ελλάδα που δυστυχώς νοσεί από κόμπλεξ,σκάνδαλα και την απροσδιόριστη ντροπή του τι θα πει ο κόσμος.Μια εξαιρετική συγγραφέας που χαίρομαι που γνώρισα την γραφή της και ειλικρινά ελπίζω να συνεχισει τις ιστορίες της με την συγκεκριμένη ομαδα αστυνομικών. Διαβάστε το.
Αποφεύγω να αγοράζω βιβλία πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων γιατί τώρα τελευταία η μισή Ελλάδα πιστεύει ότι έχει συγγραφικό ταλέντο και εκδίδονται σωρηδόν νέα βιβλία. Σε αυτή την περίπτωση όμως χαίρομαι που διαψεύστηκα από ένα πολύ καλό αστυνομικό μυθιστόρημα, πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως. Η υπόθεση σε τραβάει από την αρχή, η πλοκή καλοσχεδιασμένη, ρεαλιστικοί καθημερινοί διάλογοι, οι κύριοι όσο και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες καλοδουλεμένοι και εξαιρετικά επιτυχημένοι, ιδιαίτερα οι δύο κεντρικοί, του αστυνόμου και του δολοφόνου. Αυτό όμως που μου άρεσε περισσότερο ήταν ο τρόπος γραφής, έχει μία λυρικότητα σπάνια για αστυνομική ιστορία, με θαυμάσιες παρομοιώσεις! Στο βιβλίο θίγονται επίσης σύγχρονα προβλήματα που έχουν να κάνουν με τις μικρές κλειστές κοινωνίες, την ομοφοβία, τον ρατσισμό εις βάρος των ατόμων με ειδικές ανάγκες όπως και κύρια προσωπικά διλήμματα όπως αυτό του ζεύγους Ηλιάδη, δουλειά ή οικογένεια; Είναι ένα βιβλίο που ανεπιφύλακτα θα το συνιστούσα στους λάτρεις του είδους. Η συγγραφέας έθεσε τον πήχυ ψηλά με το πρώτο της βιβλίο και θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικ�� με το επόμενο για να μην απογοητεύσει το κοινό που είμαι σίγουρος ότι θα αποκτήσει.
Ένα από τα αστυνομικά μυθιστορήματα που θα ήθελα να το δω και ταινία. Αν σας αρέσει η μυθοπλασία μυστηρίου, τότε είναι το κατάλληλο βιβλίο. Κλασικό μυθιστόρημα του είδους με ένα υπέροχο χαρακτήρα στη θέση του Αστυνομικού. Πρόσωπα και καταστάσεις μπερδεύονται με τέτοιο τρόπο που δύσκολα μπορείς να υποπτευθείς ποιος είναι ο ένοχος για τη δολοφονία του Αμερικάνου Τζόουνς. Διαβάζοντας Νέσμπο μπορώ να σας πω ότι στη σελίδα 20 ήξερα τον δολοφόνο. Είναι πολύ προβλέψιμος. Εδώ με δυσκόλεψε. Αξίζει τον κόπο να το διαβάσετε και θα απολαύσετε μια πραγματικά καλοστημένη ιστορία, με πολύ καλή γραφή. Το συστήνω.
Αρκετά καλή, τίμια και φροντισμένη δουλειά. Καλοδουλεμένοι χαρακτήρες σε γενικές γραμμές, υπόθεση που σου κρατάει το ενδιαφέρον σε υψηλά επίπεδα. Θα έλεγα πως είναι προβλέψιμο σε κάποιο βαθμό, όμως θεωρώ πως η ίδια η συγγραφέας άφησε τα στοιχεία με τέτοιο τρόπο ώστε να σε οδηγήσει στην αποκάλυψη.