Jump to ratings and reviews
Rate this book

Θολός βυθός

Rate this book
Υπήρχε πάντα μέσα του η βαθιά χαρακιά που άφησε το πέρασμα από τις μετεμφυλιακές εκείνες παιδοπόλεις -ένδοξους βασιλικούς τόπους υποταγής και χειραγώγησης, σταθμούς καθαγιασμένους μόνον κατ' όνομα: "Απόστολος Παύλος", "Άγιος Χαράλαμπος", "Καλή Παναγιά", "Άγιος Δημήτριος", Αθήνα, Βέροια, Θεσσαλονίκη, 1949-1955.

Έχοντας από καιρό διανύσει τις περισσότερες από τις αναπότρεπτες διαδρομές του, ο Γιάννης Αρχοντής φτάνει μόνος του ένα απόγευμα του Ιουνίου σε κάποια ερημική ακτή του Αιγαίου. Δεν ήταν τόσο η ανάγκη ενός τελικού απολογισμού, όσο η επίμονη "αναζήτηση του χαμένου χρόνου" και των σημαδιών που άφησε μέσα του μια εποχή ερμητικά κλειστή, όπως τα περίκλειστα και περίλαμπρα ιδρύματα, όπου έζησε έξι από τα πρώτα παιδικά χρόνια του.

Εκεί, την ώρα που ένα φωταγωγημένο καράβι περνά ανοιχτά μέσα στη νύχτα, από τον "θολό βυθό" της μνήμης του, όπου για περισσότερο από πενήντα χρόνια το είχε απωθήσει, αναδύεται απροσδόκητα το φάσμα του παιδιού που κάποτε υπήρξε, για να πει επιτέλους ολόκληρη την παλιά ιστορία του.

Όσο κρατά η κοφτερή "νύχτα του Θεριστή", μπροστά στο σκοτεινιασμένο πέλαγος, ο ώριμος άντρας και το ξεριζωμένο αγόρι εμπλέκονται σε δύο παράξενους και σχεδόν παράλληλους μονολόγους. Ο συγχρονισμός της άγουρης μνήμης με την ύστερη κρίση διχάζει σε δύο όψεις το πρόσωπο του Γιάννη, κάνοντας την ίδια στιγμή τραύμα και ίαση να συνυπάρχουν.

Το Παιδί μιλά ακατάπαυστα, μ' όλη την άγνοια και την αθωότητα της ηλικίας του, αν και με απροσδόκητη μερικές φορές ακρίβεια· ανασύρει, μέρα με τη μέρα, τα καταχωνιασμένα χρόνια του σε κείνα τα παιδικά στρατόπεδα· διασχίζει ακόμη μία φορά με οδύνη την άνυδρη έρημο, αναζητώντας τη χαμένη πηγή της αληθινής αγάπης. Ενώ οι αραιές «παρεμβάσεις» του ώριμου άντρα μοιάζει να απευθύνονται μόνο στον ίδιο, αφού αυτό που αναζητά, πίσω από τις εμμονές, τις απωθήσεις και τις φοβίες του, δεν είναι παρά το δικό του πραγματικό πρόσωπο.

282 pages, Paperback

First published November 1, 2008

2 people are currently reading
67 people want to read

About the author

Γιάννης Ατζακάς

8 books11 followers
Ο Γιάννης Ατζακάς γεννήθηκε το 1941 στον Θεολόγο της Θάσου. Αποφοίτησε το 1966 από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και μετά το 1975 εργάστηκε στην ιδιωτική και τη δημόσια μέση εκπαίδευση. Τα "Διπλωμένα φτερά" ήταν το πρώτο πεζογράφημα που δημοσίευσε, το 2007. Ακολούθησε το μυθιστόρημα "Θολός βυθός", την επόμενη χρονιά, που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος.

Ratings & Reviews

What do you think?
Rate this book

Friends & Following

Create a free account to discover what your friends think of this book!

Community Reviews

5 stars
23 (26%)
4 stars
40 (45%)
3 stars
22 (25%)
2 stars
3 (3%)
1 star
0 (0%)
Displaying 1 - 7 of 7 reviews
166 reviews
August 28, 2021
Ο Ατζακάς είναι ένα βιωματικός συγγραφέας που μας έχει δώσει πολύ όμορφα βιβλία γραμμένα με ευαισθησία και συναισθημα. Ο θολος βυθός είναι η συνομιλία ενός ενήλικα με το παιδί που υπήρξε, παιδί όμως που πέρασε τα πιο τρυφερά του χρόνια μέχρι την πρώτη εφηβία στις παιδοπόλεις. Ο λόγος του παιδιου είναι απλος, η αφήγηση χωρίς μελοδραματισμούς κι αυτό δίνει άλλη βαρύτητα στα γεγονότα που περιγράφονται. Ο ενήλικας έρχεται αντιμέτωπος με το παρελθόν και το παιδί που ήταν κάποτε και υπέφερε από τη μοναξιά, την έλλειψη της οικογενειακής στοργής, τη ρετσινια του ορφανού αλλά και την απορία για το ρόλο που έπαιξε ο πατέρας -αντάρτης στο κεφάλαιο της ζωής του , οδυνηρά απών αλλά πάντα παρών στις σκέψεις του.Μικρό το πέρασμα της γιαγιάς Βενετίας αλλά συγκλονιστικός ο χαρακτήρας της και σ αυτό το βιβλίο.
Διανθισμένο με φωτογραφίες από τις παιδοπόλεις στις οποίες γίνεται αναφορα οπου έζησε και ομορφες στιγμές. Μέσα σ' αυτές ήταν και το ξεκίνημα της αγάπης του για τα βιβλια και τη μάθηση.
Profile Image for Panagiotis.
297 reviews156 followers
April 24, 2015
Τα ανταρτόπληκτα, τα παιδιά που ξέμειναν ορφανεμένα, από γονείς που πολέμησαν στην αντίσταση. Αυτά τα χρόνια θυμάται ο πρωταγωνιστής και συνομιλεί με τον αλλοτινό του εαυτό, που επί έξι χρόνια μπαινόβγαινε σε εκείνα τα ιδρύματα. Αλώνισε όλη την Ελλάδα, από Βορά σε Νότο, έκανε φίλους, έμαθε την πειθαρχία εφάμιλλη του στρατού. Τελικά βγήκε ένας άλλος άνθρωπος, που δεν έχασε την τρυφεράδα του. Σίγουρα λαβωμένος σε αυτή την ευαίσθητη ηλικία, αλλά ακέραιος.

Η θλίψη δεν πλανάται στο μυαλό του νεαρού παιδιού, μα περισσότερο στο μυαλό του τωρινού εαυτού, που ανασκαλεύει τις αναμνήσεις του. Αυτή η φωνή του πιτσιρικά, που απορροφάται από την ρουτινά αυτής της θλιβερής στα μάτια του υπόλοιπου κόσμου ζωής είναι που μου έφερε στο μυαλό το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο, του Ίμρε Κέρτες, ο οποίος καταλήγει πως ακόμα και στο κολαστήριο των στρατόπεδων συγκέντρωσης, επέρχεται η ρουτίνα. Και ο νους επιβιώνει. Κάτι τέτοιο αποπνέει σαν μια βαθύτερη σκέψη και τούτο εδώ το βιβλίο. Εκεί, στον θολό βυθό του αλλοτινού του εαυτού, ο χαρακτήρας θαυμάζει πως ως παιδί επιβίωσε και τελικά πορεύθηκε στην ζωή.

Λέει χιλιοειπωμένες ιστορίες. Δεν επιστρατεύει μυθοπλαστικά τεχνάσματα και ίσως έτσι κάπου χάνει μέρος της γοητείας του. Περισσότερο λειτουργεί σαν ένα βιογραφικό γραπτό με αρχή, μέση και τέλος. Μα ο αναγνώστης κάτι θα πάρει, από ένα συγγραφέα που τον σέβεται.
Profile Image for Roula T.
224 reviews23 followers
October 18, 2023
Ωραίο, συγκινητικό βιβλίο, γραμμένο με έξυπνο τρόπο, ένας διάλογος του ενήλικα (σε γ’ πρόσωπο η αφήγηση) με το παιδί που υπήρξε (σε α’ πρόσωπο). Βασίζεται στα βιώματα του συγγραφέα από το πέρασμα του στις παιδοπόλεις. Μου έκανε εντύπωση ο τρόπος που αφηγείται την εμπειρία του, χωρίς έντονη φόρτιση συναισθηματική, με απλότητα και ειλικρίνεια. Επιπλέον, έχει λογοτεχνικές αρετές, δεν είναι στεγνή αυτοβιογραφία. Κατανοώ πλήρως το λόγο βράβευσης του βιβλίου το 2008, είναι πολύ αξιόλογο σε σχέση με αρκετά βιβλία της σύγχρονης παραγωγής.
Profile Image for Κωστής Ανετάκης.
Author 12 books20 followers
December 10, 2024
Το λογοτεχνικό ύφος του Γιάννη Ατζακά στηρίζεται ισχυρά στη χρήση, με ιδιαίτερη μαστοριά, της μεταφοράς, που θεωρείται η πεμπτουσία της λογοτεχνίας (Κωστής Παπαγιώργης, Λάδια Ξίδια), χωρίς ωστόσο να φαίνεται φορτωμένο και να κουράζει τον αναγνώστη. Με αυτόν τον τρόπο ο συγγραφέας καταφέρνει να μεταδώσει τα συναισθήματα του ήρωά του, τις ιδιαίτερες αποχρώσεις τους, να μας τον καταστήσει οικείο και να μας κάνει εξαρχής να ταυτιστούμε μαζί του.
Στα πρώτα κεφάλαια, που καλύπτουν 15 σελίδες του βιβλίου, ο συγγραφέας δεν μας αφηγείται την ιστορία, αλλά ψυχογραφεί υπέροχα τον βασικό του ήρωα, τον Γιάννη Αρχοντή: Έχει ανάγκη από εσωτερική σιγή. Βγήκε πρόωρα στη σύνταξη. Ταλανίζεται από ενοχή και μια αόρατη μα επικείμενη απειλή, που και τα δυο χαρακτηρίζουν μέσα του τα χρόνια όπου του έλαχε να ζει. Ζει στη μοναξιά. Ο τόπος του, όπου σταθεί, τον πληγώνει. Μυστικές λαβωματιές γεμάτη η ψυχή του, με μόνο βάλσαμο τη γραφή. Νιώθει ξένος όπου κι αν βρεθεί, η φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Βλέπει όνειρα επίμονα –και για πρώτη φορά αναφέρεται ακροθιγώς η παιδόπολη–, σημάδι πως το εσωτερικό Παιδί θέλει πάλι να του μιλήσει.
Ο τρόπος που μας συστήνει τον πρωταγωνιστή του μας υποψιάζει πως πρόκειται για περσόνα του εαυτού του, ότι η ιστορία που θα μας αφηγηθεί είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφική. Άλλωστε, το όνομα και το αρχικό του επιθέτου συμπίπτουν με αυτά του συγγραφέα, όμως αυτό είναι απλώς το επιστέγασμα σε πιο βαθιές τομές που δίνουν αυτή την εντύπωση. Σε αυτές τις σελίδες, λοιπόν, μαζί με τη γνωριμία του πρωταγωνιστή, ο συγγραφέας μάς δίνει τη λεγόμενη Αφορμή, αυτό δηλαδή που κάνει τον αφηγητή να πει την ιστορία του και τον αναγνώστη να θέλει να την ακούσει, κλασικό στοιχείο της αφηγηματικής θεωρίας.
Στο κομμάτι αυτό ξεχωρίζουν τα επίμονα ερωτήματα που ταλανίζουν εσωτερικά τον Αρχοντή, αυτά που τον κατακλύζουν και τον αναγκάζουν να τις διαπραγματευτεί πάνω στον καμβά της προσωπικής του ιστορίας: Αυτός, κάτω από τις αργές επιστρώσεις του χρόνου στο πρόσωπο και στα βάθη της ψυχής του, είχε άραγε παραμείνει ο ίδιος; Τα ρεύματα των καιρών δεν έχουν σαρώσει ολότελα εκείνη την αρχική ύλη που τον είχε κάποτε σχηματίσει; Αν μια τρομερή τρικυμία, μια καταιγίδα του νου, μπορεί να ανασηκώσει σαν άμμο όλες τις φερτές επιχώσεις και να φτάσει ως το σκληρό πέτρωμα της ψυχής του. Αν μια ματιά, φωτεινή σαν αχτίδα, μπορούσε να φωτίσει βαθιά, ως τον θολό βυθό, τις θαμπές σκιές και τα σκοτεινά βάραθρα. Μπορείς να φυλακίσεις μια σκιά, να τη χωρίσεις απ’ το σώμα της; Και το πιο οδυνηρό, μπορεί αυτός, μετά από τόσα χρόνια λήθης και σιωπής, ν’ ακούσει τα λόγια εκείνου του Παιδιού;
Μετά από λίγες ακόμα σελίδες αφηγηματικής αμηχανίας, σάμπως να διστάζει και να πισωπατά, παίρνει βαθιά ανάσα κι επιτέλους μπαίνει στην ιστορία, σάμπως χειμερινός κολυμβητής σε φλεβαριάτικη θάλασσα. Εδώ, ο τριτοπρόσωπος αφηγητής περιορισμένης παντογνωσίας, που ξέρει μόνο όσα σκέφτεται και βλέπει ο μεσήλικας Αρχοντής και τα λόγια του γράφονται με πλάγια γράμματα, γίνεται πρωτοπρόσωπος. Είναι η φωνή του Παιδιού που ξετυλίγει κουβάρι τις μνήμες του, και τα γράμματα ισιώνουν. Μα το Παιδί απευθύνεται στον Αρχοντή σε δεύτερο πρόσωπο, πράγμα που αφήνει να εννοηθεί ότι πρόκειται για διαφορετικές προσωπικότητες, αν και είναι εκδοχές του ίδιου ανθρώπου, δικαιώνοντας τα υπαρξιακά ερωτήματα που τέθηκαν νωρίτερα. Η τριτοπρόσωπη κι η πρωτο-δευτεροπρόσωπη αφήγηση εναλλάσσονται σχετικά συχνά στο σημείο αυτό. Αρκετά ευρηματικό από τεχνικής άποψης, αφού δίνει στον αναγνώστη μια γεύση της εσωτερικής διάστασης του έργου, αλλά και μας φανερώνει την απώθηση που είχε κάνει ο ήρωας τόσα χρόνια, καθώς δεν άφηνε τον παλιό του εαυτό να μιλήσει για όσα είχε ζήσει.
Εδώ, ο τριτοπρόσωπος αφηγητής μας αποκαλύπτει κι άλλα χαρακτηριστικά του ήρωα, που είναι φανερό ότι τ’ απόχτησε στα παιδικάτα του, μέσα από τις αυστηρές συνθήκες των ιδρυμάτων όπου ξόδεψε έξι ολόκληρα παιδικά, γι’ αυτό πολύτιμα, χρόνια: Σχολαστικός, σχεδόν υποχόνδριος, που ψυχαναγκαστικά δεν σηκώνει κεφάλι μέχρι να τελειώσει μια δουλειά που έχει αναλάβει, σάμπως κάποιος να τον παρακολουθεί. Απέχθεια για τα επικριτικά και ψυχρά πρόσωπα, τα ειρωνικά βλέμματα, μια μόνιμη φοβία για τα δημόσια βήματα και, τα πιο χαρακτηριστικά, δυσφορία στο άγγιγμα των ανθρώπων, ακόμα και των πιο δικών του, ανάγκη για επιβράβευση, περιαυτολογία, κλείσιμο στον εαυτό του με το παραμικρό. Αυτά προσφυώς προοικονομούν τα τραύματα που αποκόμισε από τη ζωή στις παιδοπόλεις, που πιθανώς ευθύνονται για την οικοδόμηση ενός χαρακτήρα ακατανόητα αντιφατικού. Σιγά σιγά τελειώνει η εισαγωγή και μπαίνουμε για τα καλά στην ιστορία του Παιδιού, με πρώτο σταθμό την παιδόπολη στο Καστρί Κηφισιάς.
Καθώς ξετυλίγεται η ιστορία, το λογοτεχνικό ύφος γίνεται πιο απλό και λιτό, με ελάχιστα καλολογικά στοιχεία, με κάποια παιδιάστικη αφέλεια, απολύτως ταιριαστή με τον συγκεκριμένο αφηγητή. Η αφήγηση είναι πια κυρίως πρωτοπρόσωπη και σπάνια το Παιδί απευθύνεται στον Αρχοντή σε δεύτερο πρόσωπο. Όσο το Παιδί μεγαλώνει, το αφηγηματικό ύφος εξελίσσεται και μεστώνει σταδιακά.
Όλη τη ζωή τους, από το χάραμα ως τη νύχτα, την κανόνιζε ο ήχος της σάλπιγγας. Πειθαρχία, στρατιωτικός νόμος, σαν μόνιμος νεοσύλλεκτος στο στρατό. Μονάχα η λίγη ώρα από το σιωπητήριο και μέχρι να τους πάρει ο ύπνος ήταν ολότελα δική τους, όλη η υπόλοιπη ζωή τους κανοναρχούταν από αδιάκοπα παραγγέλματα. «Εδώ δεν σήκωναν αταξίες κι ούτε πολλά κανακέματα είχε, μόνο υπακοή και ��ειθαρχία» λέει το Παιδί. Ρουτίνα και κανονικότητα με βήμα στρατιωτικό, τραγούδια κι εμβατήρια, αρχαία μεγαλεία, επισκέψεις της βασίλισσας και «Μ’ αυτά και με κείνα περνούσαμε βασιλικά κι ωραία, και σιγά σιγά είχα αρχίσει να συνηθίζω σ’ αυτή τη ζωή και να μου αρέσει λίγο». Δεν ήξεραν τότε ακόμα να ονομάσουν το σύνδρομο της Στοκχόλμης, μα το ένιωσε στο πετσί του.
Επόμενος σταθμός, Ιωσηφόγλειο Ορφανοτροφείο στη Νέα Σμύρνη, κατόπιν η Καλή Παναγία στο Βέρμιο, όπου η εικόνα που περιγράφεται είναι σχεδόν ειδυλλιακή, μετά γυμνάσιο στον Άγιο Δημήτριο, στη Θεσσαλονίκη, κάπου στο Βαρδάρι. Η διαδρομή αυτή έχει οπωσδήποτε ιστορικό και πραγματολογικό ενδιαφέρον, όμως δεν επιφυλάσσει, εκ πρώτης όψεως, μεγάλες συγκινήσεις στον αναγνώστη. Λείπουν τα στοιχεία της δραματουργίας, η ένταση, η κλιμάκωση, η κορύφωση. Δεν υπάρχουν σκηνές που θ’ αποτυπωθούν ανεξίτηλα στη μνήμη. Κοντολογίς, δεν διαβάζουμε έναν Όλιβερ Τουίστ, όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Μα δεν είναι αυτό το ζητούμενο σε τούτο το αφήγημα. Η ένταση είναι υπόρρητη, καθώς η σύγκρουση που ψηλαφίζει είναι εσωτερική. Κυριαρχεί η καθημερινότητα και μια ήρεμη συνθηκολόγηση με τη ζωή που του επιβλήθηκε. Οι περιγραφές γίνονται απόμακρα, χωρίς κανένα συναίσθημα, σύμπτωμα κι αυτό του ιδρυματισμού, πράγμα που δίνει στην αφήγηση μια υπόγεια δραματικότητα. Γράφει το ημερολόγιο μιας έγκλειστης και απωθημένης παιδικής ηλικίας, ένα συναξάρι των έξι χρόνων που καθόρισαν τη μετέπειτα ζωή του, μια πολιτική ηθογραφία της μετεμφυλιακής Ελλάδας από μια οπτική γωνία ασυνήθιστη για εμάς τους νεότερους. Το Παιδί εκθέτει γυμνή την αλήθεια του κι ο Αρχοντής βρίσκει επιτέλους τις απαντήσεις που έψαχνε, όπως το χαμένο ρο στ’ όνομά του, μαζί και λίγη γαλήνη στην ψυχή του. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου, η θεραπευτική συνομιλία της ψυχής με τον εαυτό της κι αυτό είναι που κάνει τον αναγνώστη να φτάσει, χωρίς καν να το καταλάβει, μέχρι την τελευταία σελίδα.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η ταύτιση με τον ήρωα και την ιστορία δεν αποτελεί ζητούμενο στη σύγχρονη λογοτεχνία, μα προσωπικά διαφωνώ με αυτή την άποψη. Γιατί αν δεν μπορείς να ταυτιστείς, τότε πώς θα μεταλάβεις κι εσύ την Κάθαρση, όπως το θέλει ο παππούς Αριστοτέλης; Χωρίς τη μέθεξη της Κάθαρσης, η ανάγνωση ενός βιβλίου υποβιβάζεται σε μια ψυχρή αισθητική απόλαυση, μια κατανάλωση κενή περιεχομένου, όχι μια ψυχαγωγία με την ετυμολογική έννοια του όρου, αγωγή της ψυχής. Το βιβλίο αυτό πέτυχε απάνω μου κάτι μαγικό, καθώς μ’ έκανε να ταυτιστώ με το Παιδί, μα και με τον Αρχοντή, παρότι άνθρωπος μιας άλλης εποχής, χωρίς κανένα βίωμα κοινό με τον συγγραφέα. Γιατί όταν προχωρά, στο τέλος του βιβλίου, σε κάποιες πολύ προσωπικές εκμυστηρεύσεις, ήδη έχεις δημιουργήσει μια σχέση εμπιστοσύνης μαζί του, είναι πια ένας δικός σου άνθρωπος που τα λέει εχέμυθα για τα δικά σου μόνο αφτιά, κάποιος που τον πονάς και τον νοιάζεσαι. Η υψηλή αισθητική απόλαυση της λογοτεχνικής γραφής, ιδίως του πρώτου μέρους, ήταν απλώς το απαραίτητο συμπλήρωμα, το κερασάκι σε μια γλυκόπικρη τούρτα, με μια επίγευση που μένει ανεξίτηλα χαραγμένη στο μυαλό και στην καρδιά σου…
Profile Image for Miltiadis Michalopoulos.
Author 1 book59 followers
July 31, 2020
Ένα συγκλονιστικό βιβλίο. Ο συγγραφέας καταγράφει τις εμπειρίες των παιδικών του χρόνων στα σχολεία που ίδρυσε η βασίλισσα Φρειδερίκη για τα ορφανά Ελληνόπουλα του Εμφυλίου. Ο τίτλος αναφερεται στον θολό βυθό της μνήμης απ' όπου ο συγγραφέας αγωνίζεται να ανασύρει τις αναμνήσεις και να ανασυνθέσει τα βιώματά του σε μια ζωντανή και συγκινητική αφήγηση. Το Παιδί περιγράφει με τον δικό του τρόπο αυτά που έζησε, ενώ κατά διαστήματα ο ώριμος άνδρας, με τη "στερνή του γνώση" εξηγεί αυτά που το παιδί δεν μπορούσε να καταλάβει. Υπάρχει πόνος, αλλά και στιγμές ξενοιασιάς και ευθυμίας. Η τρυφερότητα είναι φυσικά άγνωστη-σε αντίθεση με την αδιάκοπη αντικομμουνιστική προπαγάνδα. Πάντως η ιδεολογική χειραγώγηση που επιβλήθηκε στις αθώες παιδικές ψυχούλες δικαιολογείται από το κλίμα της εποχής. Στο τέλος του Εμφυλίου οι νικητές ήταν λογικό να δαιμονοποιήσουν τους ηττημένους, όμως σε ορισμένα παιδιά αυτό είχε καταλυτική επίδραση. Ένα τέτοιο παιδί ήταν κι ο συγγραφέας, ο πατέρας του οποίου δεν είχε σκοτωθεί, αλλά (πολύ χειρότερο) ήταν αντάρτης και πρόσφυγας στο "παραπέτασμα". Ένα πνιγμένο παράπονο και χιλιάδες ερωτηματικά, που θα βρουν την απάντησή τους όταν είναι πια πολύ αργά, θα ξεχειλίσουν συμβολικά και θα μεταμορφωθούν σε ένα σκοτεινό συναισθηματικό κύμα που θα καταπιεί τον σκληρό βράχο της καταπίεσης...
Profile Image for Stratos Maragos.
78 reviews15 followers
December 8, 2025
(4.5/5) Πολλοί θα θέλαμε να συναντήσουμε τον εαυτό μας ως παιδί. Μεγαλώνουμε, αλλάζουμε, προσαρμοζόμαστε, επιβιώνουμε, αλλά πάντα ψάχνουμε να βρούμε τα ίχνη του νεότερου εαυτού μας. Οι παλιές φωτογραφίες είναι ένας τρόπος να παρατηρήσουμε τον εαυτό μας.
Εδώ αυτό αντιστρέφεται, αφού δίνεται άμεση φωνή στο παιδί των παιδουπόλεων, ενώ ο ενήλικος εαυτός του εμφανίζεται σε τριτοπρόσωπη αφήγηση. 'Οταν το μικρό ορφανό υπήρχε, αυτός δεν είχε γίνει ακόμα αυτό που τώρα είναι , και όταν έγινε το Παιδί ίσως να μην υπάρχει πιά μέσα του
Χωρίς να συμβαίνει τίποτα συγκλονιστικό σε επίπεδο πλοκής, η αφιλτράριστη διήγηση του πιτσιρικά ταρακουνάει τον θολό βυθό της μνήμης, περιγράφοντας την διαβίωση στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης, μια ακόμα γκρίζα σελίδα της μετεμφυλιακής μας ιστορίας, που αφορούσε τη μοίρα χιλιάδων παιδιών. Ταυτόχρονα φωτίζονται και διάφορα προσωπικά στοιχεία, όπως μια υπαινικτική, σχεδόν ερωτική έλξη που νιώθει για ένα άλλο ορφανό αγόρι, τον Φάνη.
Profile Image for Ζαφείρης Μπέρσος.
88 reviews1 follower
June 5, 2024
Συγκινητικό αυτοβιογραφικό βιβλίο γραμμένο θαρρείς σαν αφήγηση παιδική που προοδευτικά ενηλικιώνεται και εν τέλει συνδιαλέγεται στοχαστικά με τον ενήλικο εαυτό. Χωρίς να χρησιμοποιεί έντονα εκφραστικά μέσα ο συγγραφέας καταφέρνει να παρασύρει τον αναγνώστη στα παιδικά του βιώματα, με άφθονες λαογραφικές αναφορές και να τον βυθίσει στο βαθύ συναίσθημα που παράγει η ανάσυρση αναμνήσεων που έχουν ανακληθεί από τη σκόπιμη λήθη και αποκαλύπτουν τα δομικά στοιχεία και τα κομβικά γεγονότα που σφυρηλάτησαν τον έφηβο και ενήλικα εαυτό. Απαλλαγμένο από απωθημένα και εκφράσεις οργής, το συναίσθημα διαπνέει μελαγχολία, ίσως μια αίσθηση ανεκπλήρωτου και μια νοσταλγική σκιαγράφηση όλων των γνώριμων εφηβικών ανησυχιών. Το μεγαλείο ψυχής του συγγραφέα και η στωικότητά του είναι αυτά που κερδίζουν τον αναγνώστη.
Displaying 1 - 7 of 7 reviews

Can't find what you're looking for?

Get help and learn more about the design.