Μεσοπόλεμος, πρώτο εξάμηνο του 1931. Ο ταγματάρχης Γόρδιος Κλήμεντος, επικεφαλής της αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη, αναλαμβάνει να «ενοποιήσει τις πεποιθήσεις» στη γοητευτική πόλη που σπαράσσεται από συγκρούσεις: εθνικιστές εναντίον αριστερών και Εβραίων, βενιζελικοί κατά βασιλικών, τροτσκιστές κατά κομμουνιστών, 140. 000 πρόσφυγες, κομιτατζήδες, παρακρατικοί, πράκτορες ξένων δυνάμεων, απεργίες και δολοφονίες. Όλοι εναντίον όλων. Ο ταγματάρχης, που υποφέρει και από ένα ανεξέλεγκτο ερωτικό πάθος, προσπαθεί να κρατήσει τις αρχές του στον απελπισμένο αγώνα του να ελέγξει τη δυναμική των γεγονότων, που ωστόσο καταλήγουν, τον Ιούνιο του '31, στην πρώτη μεγάλη επίθεση κατά των Ισραηλιτών στην Ευρώπη του 20ού αιώνα: στο πογκρόμ και στον εμπρησμό του εβραϊκού συνοικισμού Κάμπελ.
Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης (English: Yorgos Skambardonis) είναι συγγραφέας μυθιστόρημάτων και διήγημάτων. Σπούδασε γαλλική φιλολογία, εργάστηκε στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, διεύθυνε την εφημερίδα "Θεσσαλονίκη" και διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, το πιό πρόσφατο "Πανσέληνος."
Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου και συγκεκριμένα το 1931, σε ένα περιβάλλον ιδιαίτερα ταραγμένο, πολυεπίπεδο και άρα ενδιαφέρον, εφόσον ο συγγραφέας μπορεί να το εκμεταλλευτεί προς όφελος της μυθοπλασίας. Και εδώ, ο συγγραφέας το πετυχαίνει.
Παρότι ο ήρωας του βιβλίου δεν με βρίσκει απολύτως σύμφωνο όσον αφορά την πολιτική του στράτευση, πιστεύω πως ο συγγραφέας έπραξε πολύ όρθα θέτοντας τον στη μέση των ποικίλων αντικρουόμενων πλευρών της εποχής εκείνης, διότι έτσι κατόρθωσε να δώσει μέσω της αφήγησης του μία πλήρη εικόνα του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι στην πόλη αυτή, πληροφορώντας μας για όλες τις συνθήκες που βίωνε ο πληθυσμός αλλά και για την αφετηρία και τον τελικό σκοπό των διαφόρων ιδεών που αναπτύσσονταν σε αυτόν.
Ωραία και στρωτή γραφή, χωρίς λογικά άλματα, με μοναδικό ελάττωμα την -κάποιες φορές- επαναλαμβανόμενη περιγραφή του ερωτικού απωθημένου του ήρωα καθώς και τις υπερβολικά -για εμένα- λεπτομερείς αναλύσεις της μόδας της εποχής. Επίσης, στο τέλος του βιβλίου μου έμεινε και μία γεύση ανεπάρκειας των ηρώων να καθορίσουν την εκτυλισσόμενη ιστορία, σαν να είχαν έναν ρόλο κυρίως αφηγηματικό και λιγότερο καθοριστικό στην εξέλιξη των γεγονότων.
Ακόμα και έτσι όμως, ήταν ένα μυθιστόρημα το οποίο απόλαυσα ιδιαίτερα, σαν λάτρης της Ιστορίας και των κοινωνικών ζυμώσεων γενικά αλλά και της Θεσσαλονίκης ειδικότερα και θα το πρότεινα στον καθένα με αντίστοιχα ενδιαφέροντα.
Τι χαρακτηρίζει κάποιον μαέστρο ή δεξιοτέχνη σ'αυτό που κάνει;Νομίζω ότι η περίπτωση Σκαμπαρδώνη για τα Ελληνικά Γράμματα αντιστοιχεί στα παραπάνω χαρακτηριστικά!Γιατί το μεράκι του για κάθε τι που καταπιάνεται και γράφει είναι προφανές και αφήνει τον αναγνώστη άφωνο ή και αμήχανο πολλές φορές μπροστά στο τελικό αποτέλεσμα.Μια πένα σπάνιας ομορφιάς και ακριβή,όπως όλα αυτά που βλέπουμε&θαυμάζουμε σε προθήκες.Ωστόσο,η γραφή του δεν έχει κάτι το παλιακό,αλλά κάτι το σύγχρονο το οποίο με σεβασμό στο παρελθόν το φέρνει στο παρόν και το εξυψώνει! Το τελευταίο του μυθιστόρημα αποτελεί,προσωπική μου γνώμη,το αριστούργημα του!Είναι εμφανής η αγάπη του συγγραφέα για την πόλη της Θεσσαλονίκης και τις σελίδες της πολυσήμαντης Ιστορίας της. Ο Σκαμπαρδώνης ξαναχτίζει τη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου,τη ζωντανεύει μπροστά στα μάτια μας και στήνει ένα ξεχωριστό σκηνικό για να αφηγηθεί ένα ερωτικό πάθος,αλλά και άλλα πολλά περισσότερα "πάθη" που ταλανίζουν εκείνη την εποχή την πόλη!
Όσο καλός είναι ο Σκαμπαρδώνης στη μικρή φόρμα τόσο αδέξια φαίνεται να χειρίζεται τις απαιτήσεις της μεγάλης. Εδώ μάλιστα χαραμίσει μια πολύ αβανταδόρικη ιστορική περίοδο στην ιστορία της Θεσσαλονίκης, όταν δηλαδή νεοφερμένοι πρόσφυγες και παλιότεροι μισαλλόδοξοι ξεκινούν τους διωγμούς κατά της πολυπληθούς εβραϊκής κοινότητας. Κι ενώ δίνει πολύ ωραία τον ιστορικό περίγυρο και ξαναζωντανεύει θαυμάσια γειτονιές και κτίρια, οι χαρακτήρες του μένουν λειψοί και άψυχοι κι η αφήγηση πιο γραμμική και από ηλεκτρονικό παιχνίδι - που διακόπτεται συχνά για ανεξήγητα λεπτομερείς και τεχνικές περιγραφές της μόδας της εποχής. Κι έτσι, ο πανέξυπνος αφυψηλού ήρωας στην προσπάθεια του να εξιχνιάσει το έγκλημα που κινεί τον μύθο, πάει από πίστα σε πίστα ρίχνοντας ποτε ποτε καμμια τσαχπίνικη ατάκα. Ο συγγραφέας δείχνει μια ενοχλητική όσο και ανεξήγητη αγάπη στους ήρωες του που ξέρουν να φέρονται, να ντύνονται, να ξοδεύουν και να εξουσιάζουν ενώ περιφρονεί τους πολλούς, τους φτωχούς και όσους γενικά θέλουν κάτι να αλλάξει. Σε κάποια σημεία φτάνει οριακά στο να πει για τους σαλονικιους Εβραίους περίπου ότι «ας πρόσεχαν κι αυτοί πήγαιναν γυρεύοντας». Με λίγα λόγια, τρία αστέρια μόνο και μόνο για την ωραία περιγραφή της εποχής και της πόλης.
Εξαιρετικό μυθιστόρημα για ακόμα μια φορά από τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη. Καθώς διαθέτει βαθιά γνώση σχετικά με την ιστορία της Θεσσαλονίκης, αποτυπώνει με εντυπωσιακό τρόπο τα γεγονότα της εποχής και τις αντιπαραθέσεις που έλαβαν χώρα τότε. Ιδιαίτερα το τελευταίο κομμάτι με την περιγραφή της "μαχης" είναι σαν να παρακολουθείς ταινία.
Από μένα ένα αστέρι για το πλούσιο λεξιλόγιο του συγγραφέα και άλλο ένα για την επαρκή του έρευνα. Κι εδώ τελειώνουν οι αρετές του βιβλίου κατά τη γνώμη μου. Αντε να έβαζα και μισό ακόμη αν γινόταν για ό,τι άλλο θετικό αναφέρω παρακάτω. Ιδιαιτέρως άτεχνο το στήσιμο της πλοκής (αν μπορούμε να το πούμε πλοκή αυτό). Μετά το άνοιγμα με μια πολύ ωραία σκηνή στο πρώτο κεφάλαιο και την πλήρη ανατροπή της ατμόσφαιρας με μια δεξίωση της υψηλής κοινωνίας στο δεύτερο, στις επόμενες 250 σελίδες τουλάχιστον δεν γίνεται τίποτα καινούριο στο βιβλίο. Ο συγγραφέας θέλει να παρουσιάσει τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες του μεσοπολέμου και αντί να μας περιγράψει πχ σχετικές σκηνές (με εξαίρεση μία στο τέλος, καλά δοσμένη), τα περισσότερα δεδομένα τα βάζει στα χείλη των πρωταγωνιστων του δημιουργώντας μακροπερίοδους και παντελώς αφύσικους διαλόγους, εξαντλητικούς σε πληροφορία, με απαντήσεις σε ένα σωρό πράγματα που ρωτάνε δήθεν ανήξεροι οι συνομιλητές τους. Ένα ντοκιμαντέρ θα ήταν καλύτερο. Άνευ ουσίας η ερωτική ιστορία, η οποία περιλαμβάνει την γελεοιωδέστερη, εξωφρενικά επιτηδευμενη περιγραφή ερωτικής συνεύρεσης που έχω διαβάσει (πραγματικά γέλασα, κι αυτός δεν έκανε χιούμορ), ενώ η περιγραφή της ερωμένης του πρωταγωνιστή δεν θα μπορούσε να είναι λιγότερο ρεαλιστική (αλήθεια, υπήρχε μόνο μια μηχανή Harley Davidson στην Θεσσαλονίκη εκείνη την περίοδο και την οδηγούσε αυτή; Και ανέβαινε πάνω με τα αμπιγιέ συνολακια που με κάθε λεπτομέρεια περιγράφει ο συγγραφέας, λευκή φούστα, ροζ παπούτσια και καπελίνα στολισμενα με κορδέλες και αληθοφανή ψεύτικα κεράσια; Έλεος κάπου, θα το διαβάσουν και γυναίκες. Και σμαραγδενιες πέρλες δεν υπάρχουν, όσο εύηχη και αν είναι η έκφραση.) Καμία εμβάθυνση στους χαρακτήρες, μονοδιάστατοι όλοι, μία προσπάθεια μόνο να παρουσιαστούν ορισμένοι από αυτούς σαν καρικατούρες, στα πλαίσια μιας νουάρ ατμόσφαιρας που επιχειρεί με κάποιο βαθμό επιτυχίας να δημιουργήσει ο συγγραφέας. Συνολικά πολλές ελλείψεις και λίγες αρετές σε ένα βιβλίο που θα έπρεπε να είχε θέσει υψηλότερες αξιώσεις.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Δεν συνηθίζω να επιλέγω Έλληνες συγγραφείς αλλά η περίληψη στο οπισθόφυλλο μου κίνησε το ενδιαφέρον και το βιβλίο αποδείχτηκε πολύ καλό. Έχοντας περάσει κάποια χρόνια στη Θεσσαλονίκη και αφού μελέτησα αρκετά για την ιστορία της, είχα ένα κενό στο διάστημα ανάμεσα στην απελευθέρωση και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και μου λύθηκαν αρκετές απορίες κατά την ανάγνωση του βιβλίου. Ο συγγραφέας μεταφέρει αριστοτεχνικά το belle epoque κλίμα με την καθημερινότητα της αριστοκρατίας αλλά και τον σκληρό μόχθο των πάμφτωχων Εβραίων και των προσφύγων για επιβίωση αλλά και το κλίμα σύγκρουσης ανάμεσα στις διάφορες φράξιες. Η Ευρώπη κινείται προς το έρεβος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και μέσα από ένα κατά βάση αστυνομικό μυθιστόρημα ο αναγνώστης ταξιδεύει νοερά στη Θεσσαλονίκη του 1931. Θα ήθελα ίσως ένα πιο ξεκάθαρο τέλος, σίγουρα όμως θα διάβαζα και περισσότερα κατορθώματα του πρωταγωνιστή Γόρδιου.
Ο ήλιος με ξιφολόγχες έκανε ποδαρικό στη νέα λέσχη ανάγνωσης που δημιουργήθηκε στην Ξάνθη, Argiopi Book Club και νιώθω ιδιαίτερη χαρά που είμαι κι εγώ μέλος αυτής της όμορφης παρέας.
Προτάθηκε λοιπόν από τα κορίτσια που τη διαχειρίζονται, Fay Chatziemmanouil και Rita Baousi κι αμέσως φρόντισα να το προμηθευτώ και να το διαβάσ�� για να το συζητήσω με άλλους βιβλιοφάγους και βιβλιόφιλους.
Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με τον συγγραφέα. Αν και γνώριζα τίτλους από βιβλία του αλλά και το έργο του στην δημοσιογραφία , δεν είχα την τύχη να διαβάσω άλλο βιβλίο του στο παρελθόν.
" Έτσι είμαστε κι εμείς.Λόγχες σε κάθε κατεύθυνση, κυκλικά, προς όσους μας απειλούν. Όταν μας απειλούν. Απέξω ή από μέσα.Αλλά μη φοβάσαι κανέναν. Κι έχε τον νου σου."
Ο Σκαμπαρδώνης , καταπιάνεται με μια πολύ δύσκολη περίοδο της νεότερης ελληνική ιστορίας. Μας μεταφέρει στην περίοδο του μεσοπολέμου όπου οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης μοιράζονται και διαχωρίζονται σε κατηγορίες ανάλογα με την καταγωγή τους, τη θρησκεία τους και τα πολιτικά πιστεύω τους. Η ψαλίδα ανάμεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους όλο και μεγαλώνει , η εγκληματικότητα ,η διαφθορά,ο φόβος και η καχυποψία αυξάνονται. Συγκρούσεις και διαμάχες μεταξύ των διάφορων κοινωνικών ομάδων είναι καθημερινό φαινόμενο.
Σε αυτήν την περίοδο , θα ανθίσει ο έρωτας ανάμεσα σε έναν ταγματάρχη και μια μποέμισσα.Εκείνος ισχυρός άνδρας της αντικατασκοπίας κι εκείνη μια γυναίκα που δεν συμβιβάζεται στα στερεότυπα της εποχής και αντιδρά στη θέση που η κοινωνία έχει αποφασίσει να της δώσει. Μια προσωπικότητα ιδιαίτερα ξεχωριστή κι έναν χαρακτήρας που συμπεριλαμβάνεται στα συν του βιβλίου.
Παράλληλα με την ερωτική ιστορία,λαμβάνει χώρα και μια αστυνονική έρευνα, αλλά το βιβλίο εξακολουθεί να έχει πολιτική και κυρίως ιστορική χροιά.
Έχω την εντύπωση πως λίγοι είναι οι συγγραφείς που έχουν τολμήσει να γράψουν για αυτήν την περίοδο της ελληνικής ιστορίας και ο Σκαμπαρδώνης φαίνεται πως έχει κάνει εκτενή έρευνα για να μπορέσει να αποτυπώσει με ακρίβεια τις εικόνες και τις συνθήκες της εποχής εκείνης.Κάπου όμως ένιωσα πως ήταν αγχωμένος να μεταφέρει στις σελίδες του βιβλίου όσες περισσότερες λεπτομέρειες μπορεί από αυτές που έχει συλλέξει στην έρευνά του. Υπερβολικά πολλές πληροφορίες, πολλές από αυτές χωρίς να εξυπηρετούν πουθενά στη ροή της ιστορίας, έφεραν δυστυχώς το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που ενδεχομένως να είχε στο μυαλό του ο συγγραφέας. Η αφήγηση άρχισε λίγο να κουράζει με τις πολλές αναφορές σε μάρκες από τα πιο απλά προιόντα. Τι τσιγάρα κάπνιζαν, τι άρωμα φορούσαν, τι οδοντόκρεμα χρησιμοποιούσαν και άλλα πρόμοια παραδείγματα.
Χωρίς αμφιβολία είναι ένα βιβλίο από το οποίο θα μάθει κανείς πράγματα, θα γεμίσει εικόνες και θα μεταφερθεί στην εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία. Ο συγγραφέας όμως , παρόλη την εμπειρία του πέφτει σε ένα ατόπημα κατά τη γνώμη μου.Η ιδιότητά του ως δημοσιογράφος υπερισχύει από αυτήν του συγγραφέα και δεν μπορεί να ξεφύγει από την ντοκυμαντερίστικη καταγραφή των γεγονότων. Γνωστοποιεί στον αναγνώστη την ιστορία , τις εξελίξεις,τις απαντήσεις,τις πληροφορίες,τις σκέψεις και το παρελθόν μέσα από τις συζητήσεις των πρωταγωνιστών , πράγμα που δυστυχώς μετατρέπει τους διαλόγους σε αφύσικους και μη ρεαλιστικούς.
Όσοι από εμάς αγαπάμε τη Θεσσαλονίκη , όσοι καταγόμαστε ή έχουμε ζήσει σε αυτήν την υπέροχη και πανέμορφη πόλη , διαβάζοντας το βιβλίο θα περπατήσουμε στις γειτονιές της, θα αναγνωρίσουμε γωνιές και στέκια και θα αναπνεύσουμε λιγο από τον αέρα της και τις μυρωδιές της.
Αν και πιθανότατα δε θα το κατατάξω στα πιο αγαπημένα μου βιβλία για φέτος, νιώθω πως βγήκα κερδισμένη από την ανάγνωσή του. Και σίγουρα θα διαβάσω κι άλλα βιβλία του συγγραφέα, ειδικά διηγήματα , στα οποία έχω μάθει πως είναι αχτύπητος!
Οπισθόφυλλο Μεσοπόλεμος, πρώτο εξάμηνο του 1931. Ο ταγματάρχης Γόρδιος Κλήμεντος, επικεφαλής της αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη, αναλαμβάνει να «ενοποιήσει τις πεποιθήσεις» στη γοητευτική πόλη που σπαράσσεται από συγκρούσεις: εθνικιστές εναντίον αριστερών και Εβραίων, βενιζελικοί κατά βασιλικών, τροτσκιστές κατά κομμουνιστών, 140.000 πρόσφυγες, κομιτατζήδες, παρακρατικοί, πράκτορες ξένων δυνάμεων, απεργίες και δολοφονίες. Όλοι εναντίον όλων. Ο ταγματάρχης, που υποφέρει και από ένα ανεξέλεγκτο ερωτικό πάθος, προσπαθεί να κρατήσει τις αρχές του στον απελπισμένο αγώνα του να ελέγξει τη δυναμική των γεγονότων, που ωστόσο καταλήγουν, τον Ιούνιο του ’31, στην πρώτη μεγάλη επίθεση κατά των Ισραηλιτών στην Ευρώπη του 20ού αιώνα: στο πογκρόμ και στον εμπρησμό του εβραϊκού συνοικισμού Κάμπελ.
Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης (Θεσσαλονίκη, 1953), λογοτεχνικά, ασπάζεται τον παμψυχισμό. Ο παμψυχισμός συνιστά παλαιά φιλοσοφική θέση που θεωρεί την ύπαρξη του νου (ψυχής) το κυρίαρχο στοιχείο του κόσμου. Έτσι, όχι μόνο ο άνθρωπος, το έλλογο, φέρει την ιδιότυπη αυτή ιδιότητα αλλά και τα υπόλοιπα "άψυχα" στοιχεία που απαρτίζουν την πραγματικότητα. Προφανώς και υπερβάλλω για να υπογραμμίσω ότι ο Σκαμπαρδώνης κατασκευάζει σκηνικά τέτοιας ενάργειας που καταφέρνει τις περισσότερες φορές να ενσταλάζει ψυχή ακόμη και στα αντικείμενα· καταφέρνει να αναγάγει τα χωροχρονικά συγκείμενα σε αυθεντικούς πρωταγωνιστές των ιστοριών του. Το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του σε αυτή τη δεξιότητα το έχει σμιλέψει μέσα από τη συστηματική κατασκευή διηγημάτων στα οποία και ξεχωρίζει. Έχω γράψει ξανά για τον Σκαμπαρδώνη στο «Τα ονόματα είναι νεότερα των πραγμάτων», όπου και προσπαθώ να κάνω κατανοητή τη συγκεκριμένη φράση του. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με μυθιστόρημα. Θα εξηγήσω γιατί πιστεύω ότι ο Σκαμπαρδώνης υστερεί στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, πάντα σε σχέση με τα διηγήματά του, παρά το γεγονός ότι αρκετές από τις αρετές τους μεταφέρονται, σχεδόν αυτούσιες, και εδώ. Η Θεσσαλονίκη του 1931 αποτυπώνεται έκτυπα ακόμη και για κάποιον που δεν έχει σχέση με την πόλη αλλά –και εδώ εντοπίζεται η μεγάλη αρετή του βιβλίου– ούτε με τα ιστορικά γεγονότα που λαμβάνουν χώρα εκείνη την περίοδο. Έτσι, παρακολουθούμε τις ζυμώσεις και τις συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα σε μια πόλη που έχουν συγκεντρωθεί πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, Εβραίοι, Χριστιανοί, κομμουνιστές, αρχειομαρξιστές, Βούλγαροι κομιτατζήδες, αλλά και εθνικιστές και φασίστες.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:
«Η κίνηση αυτή την ώρα στην παραλία είναι ελάχιστη, λόγω του ψύχους. Τα ασθενικά φώτα στους στύλους, σε σχήμα φανών άμαξας, παραταγμένα στην προκυμαία μικραίνουν και χάνονται στο βάθος – ο ταγματάρχης στέκεται και στρέφει έχοντας πρόσωπο τη θάλασσα: το νερό μαύρο-κατάμαυρο-γυαλιστερό. Αρκετά πιο μέσα, στην αναλαμπή του φεγγαριού, διακρίνει τους μαύρους όγκους δύο πολεμικών πλοίων με αγέρωχα φουγάρα, που ναυλοχούν τις τελευταίες μέρες στον Θερμαϊκό κόλπο: στέκουν βουβά, ακίνητα, στοιχειωμένα, επ’ αγκύρας» (σ. 21).
Ο συγγραφέας δεν πρέπει ποτέ να κατασκευάζει περιττές εικόνες. Είτε λόγω συνήθειας είτε λόγω έμφυτου ταλέντου, είτε ακόμη και λόγω ψυχαναγκασμού πρέπει να ζυγίζει τα λόγια του έτσι ώστε να παρασύρει τον αναγνώστη στην ιστορία του. Ο αναγνώστης εξάλλου παραμένει πάντα εν δυνάμει άθυρμα – έτοιμος να αφεθεί σε μια ιστορία. Προσέξτε λοιπόν πώς εισάγεται στο κάδρο προοπτική, «παραταγμένα στην προκυμαία μικραίνουν και χάνονται στο βάθος»· προσέξτε πώς το νερό δεν αρκείται στο «μαύρο» και «γυαλιστερό» αλλά είναι και «κατάμαυρο», γιατί το «κατάμαυρο» δεν είναι προφανώς χρώμα, αλλά διάθεση, ατμόσφαιρα, και υπαινιγμός. Προσέξτε, τέλος, πώς τα δύο πολεμικά πλοία πλαισιώνουν, εν καιρώ ειρήνης, το κάδρο του Μεσοπολέμου. «Μεσοπολέμου» όμως για ποιον; Μόνο για εμάς, τους αναγνώστες· όχι για τον ήρωα και τον κόσμο του. Πλοία λοιπόν που τώρα έχουν επιχρωματιστεί και με αυτή την ειρωνεία της ύστερης δικής μας επίγνωσης ότι ο ήρωας στέκεται ανάμεσα σε δύο πολέμους. Γι αυτό και δεν είναι μόνο «βουβά, ακίνητα [...] επ’ αγκύρας» αλλά και «στοιχειωμένα». Ο Σκαμπαρδώνης το ζυγίζει αυτό για να ενσταλάξει, ακόμη και σε αυτή τη φευγαλέα εικόνα, όχι μόνο τη σκιά του πρόσφατου οδυνηρού παρελθόντος αλλά και για να προοικονομήσει το ζοφερό μέλλον που όμως μόνο ο αναγνώστης, από τη θαλπωρή της χωροχρονικής υπεροψίας του, όχι μόνο γνωρίζει, αλλά έχει φτάσει πλέον στο σημείο να απολαμβάνει με νόθα σιγουριά ότι κάτι παρόμοιο είναι απίθανο να συμβεί ξανά – ή μήπως δεν είναι ακριβώς έτσι; Ο συγγραφέας επιβάλλεται να παίζει με τις βεβαιότητες του αναγνώστη· επιβάλλεται να μπορεί να τις εργαλειοποιεί ώστε να κάνουν τη δουλειά του. Μεγάλο μέρος της αξίας της αποτύπωσης του έκρυθμου σκηνικού που σκιαγραφεί με τόση πιστότητα ο Σκαμπαρδώνης εντοπίζεται ακριβώς σε αυτή τη συνθήκη βεβαιότητας του αναγνώστη ότι τα ατοπήματα του παρελθόντος έχουν πλέον καταστεί μαθήματα για το μέλλον. Το μυθιστόρημα οφείλει εξάλλου να θέτει τον αναγνώστη σε μια διελκυστίνδα: από τη μία να εφησυχάζεται για την ηθική πρόοδο που έχει συντελεστεί και να απολαμβάνει τον μύθο· από την άλλη να τον ζώνουν τα φίδια ότι η ανθρώπινη φύση παραμένει καταδικασμένη στα ίδια λάθη. Και κατά κά��οιο τρόπο ο Σκαμπαρδώνης το πετυχαίνει αυτό.
Ευκολοδιάβαστο με πολύ ενδιαφέρον ιστορικό σκηνικό. Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι η Θεσσαλονίκη την περίοδο του Μεσοπολέμου, αυτό ήθελε να δώσει στο βιβλίο του ο Σκαμπαρδώνης και το έδωσε με πολλές λεπτομέρειες για την μόδα, την αρχιτεκτονική, τις αντιλήψεις και την ατμόσφαιρα της εποχής. Το θέμα είναι ότι η τόση πληροφορία χωρίς να εξυπηρετεί το story κουράζει. Επίσης υπήρχαν μέσα λάθη ασυγχώρητα και παιδαριώδη (Αναφέρει του Εβραίους της Ελλάδος ως Ισραηλίτες, ενώ δεν έχει υπάρξει ακόμα το κράτος του Ισραήλ, οι ήρωες αναφέρουν τον Α' παγκόσμιο ενώ είναι για αυτούς ο μεγάλος πόλεμος, δεν ξέρουν ότι θα ακολουθήσει και άλλος), που θα έπρεπε τουλάχιστον ένας επιμελητής να τα δει. Του το δίνω όμως, ότι μας παρουσιάζει έναν ερωτευμένο άντρας με μεγάλο πάθος για την αγαπημένη του, φετιχιστή και παρόλα αυτά δεν υπάρχει πουθενά χυδαιότητα σε αυτόν το έρωτα. Μου άρεσε πολύ η αρχή και το φινάλε με κλείσιμο ματιού από τον συγγραφέα. Από την μια η φωτιά στην παράγκα κατά τύχη, όπως η πυρκαγιά του '17 στην πόλη. Από την άλλη η αναφορά στο άρωμα Guerlain στο φινάλε με τα 10.700 γιασεμιά και 356 τριαντάφυλλα για να βγουν 30ml αρώματος που θέλει να μας κάνει να σκεφτούμε πόσο μεγάλη έρευνα χρειάστηκε για να βγει αυτό το βιβλίο. Θα χρειαζόταν όμως λίγη οικονομία παραπάνω σε αυτά που έβαλε σχετικά με αυτά που βρήκε. Μου άρεσε η αναφορά στο λούμπεν στοιχείο της πόλης, τον Πέτσα, την Μπάρα κτλ.γιατί δεν τα ήξερα, όπως επίσης και την διαμάχη ανάμεσα σε κουμμουνιστές και αρχειομαρξιστές, τροτσκιστές κτλ. Η κορύφωση του βιβλίου με την επίθεση στο Κάμπελ ήταν αριστουργηματική. Γενικά είχα μεγάλες προσδοκίες για το βιβλίο και λόγω του θέματος, θεωρώ ότι θα μπορούσε να τα καταφέρει καλύτερα. Είναι μάγος όσον αφορά την μικρή φόρμα αλλά στην μεγάλη δεν του βγαίνει όπως πρέπει δυστυχώς.
Λίγοι μπορούν να ισχυρισθούν ότι έχουν κατασκευάσει ένα δικό τους γλωσσικό ιδίωμα, ανάμεσα σε αυτούς είναι νομίζω ο Σκαμπαρδώνης. Έχει βρει ενδιαφέρουσα συνταγή, χαίρεσαι να την διαβάζεις.
Αλλά τί διαβάζεις.
Το πογκρόμ στο Κάμπελ το '31 είναι μια γνήσια Θεσσαλονικιά ιστορία - την πόλη της ζωής μου τελικά. Που και σήμερα ακόμη έχει μέσα της την (θαρρείς έμφυτη) ροπή στο κιτς, αλλά και το βάρβαρο λουμπεναριό. Μαζί και με τα ωραία της φυσικά, μην ισοπεδώνω.
ΔΕΝ είμαι ιστορικός, όμως: Η ιστορία του βιβλίου στηρίζεται στο εφεύρημα ότι πεφωτισμένοι Βενιζελικοί πολιτικοί-στρατιωτικοί κλπ συντηρούσαν τις εθνικιστικές ομάδες για να σχηματίσουν ένα αντίβαρο σε όσους είχαν "φυγόκεντρες"/"ανθελληνικές" τάσεις στην ταραγμένη Σαλονίκη κατόπιν της "απελευθέρωσής" της. Οι ομάδες αυτές "έχασαν το μέτρο" και έγινε ό,τι έγινε. Ωστόσο ότι τα καρακώλια του Β' γραφείου ήσαν πεφωτισμένοι και ψαγμένοι - δεν μου κάθεται. Το αυτό και για τους καραλούμπεν νταβάδες του Βαρδαρίου. Περισσότερο μου κάνει νόημα όλοι αυτοί να υποδαυλίζαν, στα φανερά ή στα μουλωχτά, όσους θέλαν να "τσακίσουν τους Εβραίους, για να καθαρίσει ο τόπος".
Η προσφυγικής καταγωγής οικογένειά μου βρέθηκε στην πόλη τέλη της δεκαετίας του '30 - άρα έπειτα από όλα αυτά. Ωστόσο οι διηγήσεις για τους Στρατονόμους, τους βαλτούς και τους περίεργους δεν ταιριάζει με το αφήγημα των πεφωτισμένων πατριωτών. Ειδικά όταν οι ΙΔΙΟΙ κάναν αμέσως παρακάτω κλακέτες στους Γερμανούς, κυνηγούσαν με λύσσα τους αριστερούς, πηδούσαν τις γειτόνισσες για μισό ντενεκέ λάδι. Άντε τώρα.
Ο Σκαμπαρδώνης είναι ένας από τους συγγραφείς που παρακολουθώ εδώ και χρόνια, οι γραφές του είναι πάντα ενδιαφέρουσες και λογοτεχνικά άρτιες. Θεωρώ ότι είναι ένας από τους κορυφαίους Έλληνες μυθιστοριογράφος και κάθε καινούριο του βιβλίου είναι μια αναγνωστική εμπειρία. Στο πόνημά του αυτό, ο αναγνώστης μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του 1930, όπου κάτω από την επίπλαστη ησυχία του μεσοπολέμου, οι αντιπαραθέσεις και οι ένοπλες συγκρούσεις κάθε είδους, ιδίως για πολιτικούς λόγους, καλά κρατούν. Το κλίμα της εποχής, οι γειτονιές, τα γεγονότα ζωντανεύουν μέσα από τις λέξεις του συγγραφέα και είναι προφανής η έρευνα που έχει προηγηθεί της γραφής. Μου φάνηκε, ωστόσο, παρά το γεγονός ότι είναι καλογραμμένο, λίγο άνευρο σε αρκετά σημεία, με αποτέλεσμα να μη ρέει τόσο εύκολα όσο φανταζόμουν, να μη μπορώ εύκολα να βυθιστώ στα γραφόμενα. Ίσως να οφείλεται στο ότι το ίδιο το θέμα δεν μου φαίνεται, παρά την αδιαμφισβήτητη ιστορική του σημασία, ιδιαίτερα ενδιαφέρον.
Ένα υπέροχο μυθιστόρημα που οφείλει να διαβάσει κάποιος για να σχηματίσει μια ιδέα για την κατάσταση στη Θεσσαλονίκη του ‘30. Με αφορμή έναν τυχαίο τυχαίο γεγονός, πυρκαγιά ενός σπιτιού στον καταυλισμό της Νέας Ελβετίας που αποδεικνύεται ότι αποτελούσε γιάφκα κομμουνιστών ξετυλίγεται ένα κουβάρι σκοτεινών διασυνδέσεων μεταξύ κομμουνιστών, αρχειομαρξιστών (τροτσκιστές), εθνικιστών, Εβραίων. Χρηματισμοί από ξένες δυνάμεις, συνομωσίες, δολοφονίες απαρτίζουν ένα εκρηκτικό μείγμα στη Θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου. Είναι πολύ δυστυχές που η ιστορία της πόλης σχεδόν αποσιωπείται και δε υπάρχει καμία αναφορά στα βιβλία ιστορίας του σχολείου.
Ενδιαφέρον ως κείμενο γενικής αναφοράς σε ιστορικά γεγονότα, αν και με βάση την θέση του συγγραφέα, «γεγονότα και πρόσωπα είναι αλλοιωμένα για να εξυπηρετήσουν την εξέλιξη της ιστορίας». Ως εκ τούτου δεν είναι ιστορικό κείμενο (αν και φυσικά έχει βάση σε ιστορικά γεγονότα). Πλατιάζει άσκοπα σε πολλά σημεία και η γραφή είναι πολύ απλή - μάλλον κατάλληλη για περιγραφή τηλεοπτικού έργου. Όποτε σαν μυθιστόρημα δεν προσφέρει κάτι το ιδιαίτερο. Η ιστορία αγάπης εξίσου πεζή και αδιάφορη.
Καλογραμμένο χωρίς να είναι αριστούργημα και αναμφισβήτητα πολύ ατμοσφαιρικό (οι περιγραφές του συγγραφέα σε μεταφέρουν απόλυτα στην εποχή...) και πολύ ενδιαφέρον από ιστορική άποψη. Σίγουρα είναι άξιο ανάγνωσης...
Interesting period in history, well told by Skampardonis having done a lot of research. Although I found the love story more interesting than the actual facts.