Κάποτε δεν υπήρχε (και για κάποιους μας δεν υπάρχει ακόμη) το facebook να μας θυμίζει τι δημοσιεύσαμε (ή τι διαβάσαμε) τέτοια μέρα πριν έναν χρόνο ή παραπάνω. Και για κάποιους μας τα χρόνια που δημοσιεύαμε ή διαβάζαμε δεν μετριούνται από το facebook. Σήμερα, τελευταία μέρα του χρόνου, είπα να διαβάσω (για ποιαν άραγε φορά;) μια από τις πιο αγαπημένες μου ποιητικές συλλογές, τα Ποιήματα του Ματσάδο στη μετάφραση του εξαίσιου Κώστα Τσιρόπουλου. Και βλέπω την ημερομηνία αγοράς στη δεύτερη σελίδα: 31/12/19…!
Πριν τόσα λοιπόν χρόνια σαν σήμερα αυτό το βιβλίο με είχε αποσπάσει από εφηβικές αναμονές πρωτοχρονιάτικης εξόδου, αυτό το πέτυχε και σήμερα!! Πώς το έλεγε ο Παπατσώνης, που στίχους του βλέπω νάχα γράψει στην ίδια δεύτερη σελίδα, μπερδεμένους με άλλους στίχους: Τώρα μόνο πρός τήν ἀνάμνηση ἀνυψώνω τά χέρια ἱκετευτικά/ νά μᾶς χαρίζει μέ ὅλη τή δύναμη τίς στιγμές τῶν ὀνείρων,/ τώρα, πού ἐφυγαδεύθησαν οἱ τέτοιες ἀπέραντες νύχτες.
Γιά σένα γιά σένα Ἀγάπη μου μιλῶ
Γιά σένα πού ζήσαμε στήν πόλη μέ τήν πληγή τοῦ γύρω δεκεμβριάτικου τόπου…
Ο Ματσάδο σημαίνει για μένα περισσότερα από τον Λόρκα ή τον Νερούδα, και μόνο στίχους του μπορώ ν’ ἀντιγράψω, στίχους που ανασταίνουν τη μεσογειακή μελαγχολική ομορφιά μιας άλλης ζωής που μας υποσχέθηκαν ή υποσχεθήκαμε, που ελπίζουμε.
Εκτός, φυσικά, από τον πασίγνωστο «διαβάτη»: Διαβάτη, είναι τα ίχνη σου ο δρόμος και τίποτα παραπάνω, διαβάτη, δεν υπάρχει δρόμος, το δρόμο τον φτιάχνεις περπατώντας. Περπατώντας τον φτιάχνεις το δρόμο και μόλις γυρίσεις το βλέμμα πίσω βλέπεις το μονοπάτι που ποτέ δε θα ξαναπατήσεις. Διαβάτη, δεν υπάρχει δρόμος, μόνο ίχνη στη θάλασσα….
Οἱ φλογισμένοι ἄνθρακες ἑνός μενεξεδιοῦ λυκόφωτος
καπνίζουν πίσω ἀπ’ τόν μελανό κυπαρισσώνα…
Στήν σκιάδα βρίσκετ’ ἡ βρύση
μέ τον ὁλόφτερο, γυμνό, πέτρινο Ἔρωτά της
πού ὀνειρεύεται βουβός. Στό μαρμαρένιο τάσι
τό νερό ἀναπαύεται νεκρό.
…………………………………
Τά μάτια σου μοῦ θυμίζουν
τίς νύχτες τοῦ καλοκαιριοῦ,
νύχτες μελανές, ἀσέληνες,
ἀκτή τῆς ἁρμυρῆς θάλασσας,
καί τό τρεμούλιασμα τῶν ἀστεριῶν
τοῦ μαύρου χαμηλοῦ οὐρανοῦ.
Καί ἡ μελαψή σου σάρκα
τά πυρπολημένα στάχυα
καί τήν ἀνασαιμιά τῆς φωτιᾶς
τῶν ὥριμων κάμπων.
Ἀπ’ τή μελαχρινή σου χάρη,
ἀπ’ τήν τσιγγάνική σου ὀνειροπόληση,
ἀπό τό σκιερό σου βλέμμα
θέλω νά γεμίσω τό ποτήρι μου.
Θά μεθύσω μιά νύχτα
μέ μαῦρο καί χαμηλόν οὐρανό
γιά νά τραγουδήσω μαζί σου,
ἀκτή τοῦ ἁρμυροῦ πελάγου,
ἕνα τραγούδι πού ἀφήνει
στά χείλη στάχτες…
…………………………….
Μήν παραξενεύεστε, γλυκύτατοι φίλοι,
πού εἶναι τό μέτωπό μου ζαρωμένο.
Ἐγώ ζῶ σέ εἰρήνη μέ τούς ἀνθρώπους
καί σέ πόλεμο μέ τά σωθικά μου.
………………………………..
Γέρικες ἐλιές διψασμένες
κάτω ἀπ’ τόν λαμπρόν ἥλιο τῆς μέρας,
σκονισμένοι ἐλιῶνες
στόν κάμπο τῆς Ἀνδαλουσίας!
Ἐλαιῶνες καί ἐλιῶνες
σκαλωμένοι ἀπό ράχη σέ ράχη
τί γαϊτάνι κεντημένο!
Ἐλαιῶνες πού στίλβουν
κάτω ἀπ’ τό ἀσημένιο φεγγάρι!
Ἐλαιῶνες πού ρίχνουν σπίθες
στά γκρίζα δειλινά
κάτω ἀπ’ τούς ούρανούς πού ἐγκυμονοῦν
καταιγίδες!
……………………
Ἡ καρδιά μου, σταυροδρόμι χίλιων δρόμων,
τούς εἶχεν ὅλους περαστικούς,
πλῆθος ἀπρόσμενο χωρίς κατάλυμα,
ὅπως σέ θορυβώδη σταθμό ταξιδιωτῶν.
Πέρασε ἡ μέρα της στούς τέσσερις ἀνέμους,
σκόρπισε ἡ καρδιά σέ χίλια μονοπάτια
γῆς ὁμαλῆς ἤ πέτρας χτυπημένης ἀπό θύελλα
καί στήν τύχη, στό πέλαγος, σ’ ἑκατό καΐκια.
Σήμερα, μελισσολόϊ πού στρέφει στήν κυψέλη του
ὅταν τό σμῆνος τῶν γερακιῶν πετρώνει
ἀναζητώντας τήν ξέμακρη κορφή του,
γυρνᾶ ἡ καρδιά μου στήν ἔγνοια της,
μέ γλύκες τοῦ κάμπου πού ἀνθοβολεῖ
καί τό πένθος τοῦ δειλινοῦ ἁπαλύνει.
……………………………….
Αύτός ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι τοῦ χτές οὔτε τοῦ αὔριο,
παρά τοῦ ποτέ. Ἀπό καταγωγή ἱσπανική
δέν εἶναι ὥριμος ἤ σαπισμένος καρπός,
εἶναι ἕνας μάταιος καρπός
κείνης τῆς Ἱσπανίας πού διάβηκε καί δέν ὑπήρξε,
κείνης πού ἔχει σήμερα χιονοσκέπαστη τήν κεφαλή.
……………………………………
Μή μοῦ ζητᾶτε νά ‘μαι παρών.
Οἱ ψυχές δραπετεύουν γιά νά πλάσουν τραγούδια:
ψυχή σημαίνει ἀπόσταση κι ὁρίζοντα: ἀπουσία.
………………………………………..
Ποιητής χτές, σήμερα θλιμμένος καί φτωχός
φιλόσοφος ξενυχτισμένος,
ἔχω σέ χάλκινο νόμισμα
τό χρυσάφι τοῦ χτές πού ἄλλαξα.
…………………
Θά ‘θελα ν’ ἀφήσω
τόν στίχο μου, ὅπως ἀφήνει τή σπάθα του ὁ στρατιώτης:
φημισμένη ἀπό τ’ ἀντρίκιο χέρι πού τήν κράδαινε
κι ὄχι τιμημένη ἐξ αἰτίας τῆς ἔμπειρης ἐργασίας τοῦ σιδερᾶ.
Συνομιλῶ μέ τόν ἄνθρωπο πού πάντα πάει μαζί μου
--ὅποιος μονάχος του μιλεῖ, καρτερεῖ στόν Θεό νά μιλήσει μιά μέρα.
Κι ὅταν ἡ μέρα θάρθει τοῦ στερνοῦ ταξιδιοῦ
καί τό πλοῖο τ’ ἀγύριστο πρέπει νά φύγει,
θά μέ βρῆτε στό κατάστρωμα μ’ ἐλαφρές ἀποσκευές,
σχεδόν γυμνό, σάν τά παιδιά τῆς θάλασσας.
Μιά «γενναιόδωρη ἀπογραφή» κι ἀποφώνηση μιᾶς χρονιᾶς. Ἔτσι λοιπόν, ἀνυπόκριτε καί semblable Ἀντόνιο Ματσάδο:
Ὅταν δέν ὀνειρεύεται ἡ ψυχή,
ὁ ἐχθρικός καθρέφτης
προβάλλει μέ γελοίαν ὄψη
τή μορφή μας.
Νιώθουμε νά κυλᾶ ἕνα κύμα
αἷμα στό στῆθος μας
… χαμογελᾶμε,
καί ξαναπιάνουμε τή δουλειά.