Description of a Struggle (Beschreibung eines Kampfes) Περιγραφή μιας πάλης.
Η συγκεκριμένη διήγηση αποτελεί ένα πρώιμο έργο του Kafka γραμμένο ανάμεσα στα έτη 1904 και 1909. Την επόμενη χρονιά, το 1910, ξεκινάει η πρώτη καταγραφή στα ημερολόγιά του και αυτό θεωρώ πως είναι ένας συνδετικός κρίκος και συνάμα ένα ερμηνευτικό κλειδί για την κατανόηση αυτού του, μονάχα φαινομενικά, δυσνόητου κειμένου. Κάποια βασικά στοιχεία του κειμένου που ξεχώρισα είναι:
Οι παράλογοι και συχνά χωρίς νόημα ή ειρμό διάλογοι. Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα του Kafka είναι η ανθρώπινη ασυνεννοησία, το χάσμα στην επικοινωνία, μια ερώτηση που δεν βρίσκει απάντηση ή μια απάντηση σε μια ερώτηση που δεν τέθηκε ποτέ.
Ο έρωτας και οι γυναίκες. Ο Kafka, καθώς οι φίλοι του προχωρούν, παντρεύονται και κάνουν οικογένειες, αισθάνεται πως ξεμένει σε μια ενδιάμεση κατάσταση όπου δεν αντέχει να είναι εργένης αλλά του είναι αδύνατον να γίνει οικογενειάρχης. Απομένει μετέωρος μεταξύ τρόμου και επιθυμίας, μοναξιάς και κοινωνικότητας.
Το αποσυναρμολογημένο ή εύθραυστο σώμα. Ένα σώμα όπου δεν έχει τις σωστές αναλογίες ή δεν είναι κατασκευασμένο από τα σωστά υλικά. Αυτή η έμμονη ιδέα βασάνιζε τον Kafka, ο οποίος ένιωθε σε όλη του τη ζωή πως έπασχε από κάποια σωματική δυσμορφία η οποία του γεννούσε ένα αίσθημα κατωτερότητας.
Το ονειρογράφημα. Πολλές καταγραφές στα ημερολόγια του είναι ανασκευές των ονείρων του, τα οποία θυμάται και εξελίσσει σε ιστορίες. Μια ιδιότητα του ονειρευόμενου είναι πως μπορεί να παρέμβει και να αναπροσαρμόσει την ονειρική πραγματικότητα σύμφωνα με τη θέλησή του. Να φτιάξει ένα περιβάλλον όπως το επιθυμεί, να πετάξει, να ελέγξει τα στοιχεία της φύσης και να καθορίσει την πορεία του χτίζοντας έναν δρόμο, μια γέφυρα, ανοίγοντας μια πόρτα που θα του προσφέρει μια διέξοδο. Στα όνειρά του, ο Kafka, μπορεί να έχει την κυριαρχία και τον έλεγχο αλλά και τη δημιουργική ελευθερία η οποία του έλειπε στην καθημερινότητά του. Γι' αυτό συχνά παραπονείται στα ημερολόγιά του πως όποτε δεν μπορεί να κοιμηθεί δεν έχει έπειτα τη δύναμη να γράψει.
Αυτά είναι τα βάσανα του ανθρώπου Kafka που τροφοδοτούν το υλικό ώστε να προκύψει ο συγγραφέας Kafka.
Το διήγημα χωρίζεται σε τρία κεφάλαια. Αλλά το δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο "Αντιπερισπασμοί ή απόδειξη πως είναι αδύνατο να ζεις" έχει τα εξής υποκεφάλαια:
i) Μια βόλτα (μια μεταφορά χρησιμοποιώντας κάτι ως όχημα)
ii) Μια βόλτα (περπάτημα)
iii) Ο Χοντρός Άνδρας:
a) Σχετικά με το τοπίο ή μια επίκληση στο τοπίο
b) Η αρχή της συζήτησης με έναν Iκέτη
c) Η ιστορία του Ικέτη
d) Συνέχεια της συζήτησης ανάμεσα στον Χοντρό Άνδρα και τον Ικέτη
iv)Ο πνιγμός του Χοντρού Άνδρα
Όλες οι αγωνίες και τα προβλήματα του συγγραφέα καταγράφονται μέσα σε αυτό το κείμενο. Το περπάτημα είναι στην ουσία μια ονειροβασία και ένας τρόπος διαφυγής από την ανυπόφορη καθημερινότητά του ή από την αδυναμία του να ακολουθήσει τους επιβεβλημένους κοινωνικούς κανόνες. Έτσι αρχίζει η ιστορία με τον αφηγητή όπου εγκαταλείπει μια κοινωνική συγκέντρωση και φεύγει με τον Γνωστό του, για να περπατήσουν και να περιπλανηθούν μέσα στην νυχτερινή πόλη. Έχουν κάτι να συζητήσουν αλλά φαίνεται πως δεν ξέρουν πώς να αρχίσουν την κουβέντα τους, αναζητούν έναν τρόπο να ισορροπήσουν τις ψυχικές τους διαθέσεις, ακριβώς όπως περιγράφεται στο κείμενο η δυσκολία να συγχρονίσουν τον βηματισμό τους και τα σωματικά τους μεγέθη, ακόμα και την επιθυμία να παραμείνουν μαζί ή να χωρίσουν, ώστε τελικά να συντονίσουν την κοινή τους πορεία.
Όλα τα πρόσωπα του έργου είναι στην ουσία οι αντιμαχόμενες και αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές του εαυτού του συγγραφέα. Είναι πάντα ζεύγη που ακατάπαυστα διχάζονται, διαφωνούν, συγκλίνουν, συμφιλιώνονται και ξανά από την αρχή.
Αυτά τα δύο κομμάτια του εαυτού του, μπορεί να γίνουν επικίνδυνα το ένα προς το άλλο. Ο αφηγητής αρχίζει να αισθάνεται πως η ζωή του απειλείται από τον άλλο:
"Συνειδητοποίησα πως είτε του επέτρεπα να με μαχαιρώσει είτε το έβαζα στα πόδια, το τέλος μου είχε φτάσει".
Είναι το σημείο όπου ο συγγραφέας αποφασίζει πως ένα από τα δύο μέρη πρέπει να πεθάνει προκειμένου να συνεχίσει να υπάρχει το άλλο. Αλλά αντί αυτού, ο αφηγητής, στην προσπάθειά του να ξεφύγει, σκοντάφτει και πέφτει στον πάγο. Μια στιγμή γελοιότητας, μια αστεία σκηνή με τον πεσμένο αφηγητή στον πάγο. Γιατί ο αφηγητής είναι ένας "Χιουμορίστας". Έτσι τον είχε αποκαλέσει προηγουμένως ο Γνωστός. Ένα αυτογελοιοποιούμενο υποκείμενο. Που δεν χρειάζεται να τρέξει για να ξεφύγει ή μείνει και να μαχαιρωθεί, μπορεί να " ριχτεί μέσα στον αέρα" να ονειροβατήσει και να ελέγξει το όνειρό του.
Σε αυτό το σημείο ο Αφηγητής διαισθάνεται τον φόβο του Γνωστού και τον διαβεβαιώνει πως δεν υπάρχει λόγος να φοβάται. Μάλιστα ο Αφηγητής σκέφτεται πως αν ελέγξει τον Γνωστό, αυτό μπορεί επιτέλους να του αποφέρει και κάποια ωφέλεια:
"Ποιος ξέρει, αυτός ο άνθρωπος που ξέρει μονάχα να σκέφτεται για περιπετειούλες με υπηρέτριες καθώς βαδίζει στο πλάι μου, ενώ το στόμα του αχνίζει από το κρύο, μπορεί να αποκαταστήσει την αξία μου στα μάτια του κόσμου, χωρίς εγώ να χρειαστεί να προσπαθήσω στο ελάχιστο, Ας ευχηθούμε μόνο τα κορίτσια να μην τον καταστρέψουν! Ας τον φιλάνε κι ας τον αγκαλιάζουν, αυτό είναι το καθήκον τους και το δικαίωμά του, αλλά δεν πρέπει να τον παρασύρουν. Σε τελική ανάλυση, όταν εκείνες τον φιλάνε, φιλούν κι εμένα λιγάκι, με τις άκριες των χειλιών τους, κατά κάποιον τρόπο".
Κι έτσι ξεκινάει το δεύτερο και εκτενέστερο κεφάλαιο, όπου οι εκδοχές του συγγραφέα πληθαίνουν και τα ζεύγη αυξάνονται, ο Χοντρός Άνδρας και ο Ικέτης, ο Ικέτης και ο μεθυσμένος, ο Αφηγητής και ο Χοντρός Άνδρας, όλοι είναι παραλλαγές του ενός και αυτού προσώπου. Όπου όλες οι εκδοχές αγωνίζονται να κατανοήσουν η μία την άλλη αλλά και να επιβληθούν η μία στην άλλη ή να εξοντώσουν και να καταπολεμήσουν η μία την άλλη. Όπως ακριβώς ο Αφηγητής παίρνει τον έλεγχο και καβαλάει τον Γνωστό ώστε να τον χρησιμοποιήσει ως μεταφορικό μέσο και να δραπετεύσει μέσα σε ένα τοπίο που είναι ημιτελές και υπακούει στη βούλησή του, διαμορφώνεται σύμφωνα με τις επιθυμίες του.
Κι εδώ, στο σημείο αυτό ο Αφηγητής και ο Γνωστός χωρίζονται. Το τραυματισμένο πόδι περνάει ως ιδιότητα στον Γνωστό, ο οποίος καταρρέει ως εξαντλημένο υποζύγιο και η ιδιότητα του Αφηγητή ως οχούμενου περνάει στην επόμενη εκδοχή όπου είναι ο Χοντρός Άνδρας, ένα υπέρβαρο ον που αδυνατεί να βαδίσει και τον μεταφέρουν τέσσερις βαστάζοι σε μια άμαξα σεντάν και που δεν μπορεί να ελέγξει το τοπίο το οποίο τον αποσπά από τον στοχασμό του. Πρόκειται για μια σκυταλοδρομία εκδοχών και παραλλαγών του εαυτού του συγγραφέα. Κι εδώ πλέον περνάμε στο δεύτερο ζεύγος του Χοντρού Άνδρα και του Ικέτη, και αφηγητής γίνεται ο Χοντρός Άνδρας καθώς οδηγείται στον ποταμό προκειμένου να αφεθεί εκεί και να πνιγεί.
Τα διαλογικά μέρη που ακολουθούν είναι τρόποι να καταγραφεί ένα διαφεύγον νόημα ή να αποτυπωθούν οι αποτυχίες και οι αδυναμίες που ταλανίζουν τον Kafka (τι έχει, γιατί φέρεται έτσι, γιατί νιώθει έτσι, γιατί δεν είναι "φυσιολογικός"). Οι αδέξιες κοινωνικές συναναστροφές που περιγράφονται είναι η ανάγκη του για ανθρώπινη επαφή αλλά και η αποστροφή του γι' αυτή. Η επιθυμία του να βρει έναν τόπο, μια γη της επαγγελίας, (ονειρεύεται ένα ταξίδι στο Παρίσι) προκειμένου να ξεφύγει από το μυαλό του, από το σώμα του, από τον τόπο του, από τη ζωή του για να μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο ώστε να ελευθερωθεί. Ένας μέρος του πρέπει να αφανιστεί προκειμένου να συνεχίσουν να υπάρχουν τα υπόλοιπα.
Η πρώτη γνωριμία του Χοντρού Άνδρα με τον Ικέτη γίνεται σε έναν ναό, καθώς ο πρώτος πηγαίνει εκεί για να μπορεί να βλέπει μια κοπέλα η οποία αποτελεί το αντικείμενο του πόθου του. Εκεί συναντά τον Ικέτη ο οποίος επιδεικνύει μια ακατανόητη εμμονική, θρησκευτική συμπεριφορά. Αυτοί οι δύο καταλήγουν στην πορεία να αλληλοκαταδιώκονται στην προσπάθειά τους να αλληλοκατανοηθούν. Ο ένας θεωρεί πως ο άλλος έχει τις απαντήσεις στα ερωτήματα και τις απορίες που βασανίζουν και τους δύο. Ο Χοντρός Άνδρας από περιέργεια και ο Ικέτης από φόβο αλλά κυρίως από ανάγκη να βρει μια εξήγηση για την παράξενη συμπεριφορά του.
Το πρόβλημα του Ικέτη είναι πως υποφέρει από ένα σώμα που κατακερματίζεται, ξεχαρβαλώνεται ένα ασθενικό χάρτινο κορμί, πως οι άλλοι τον θεωρούν παράξενο, αξιολύπητο, εκκεντρικό και τον ανέχονται από οίκτο, ίσως μάλιστα να απολαμβάνουν την γελοιότητά του και γι' αυτό τον καλούν στις κοινωνικές συναναστροφές τους.
Εδώ παρεμβάλλεται η συνάντηση του Ικέτη με τον Μεθυσμένο. Αυτό το ζευγάρι είναι ο Kafka που αναζητά ν�� βρει τρόπο να επιστρέψει στο σπίτι του και ο Kafka που ονειρεύεται έναν τρόπο να ξεφύγει από το σπίτι του. Να ταξιδέψει στο Παρίσι της φαντασίας και των ονείρων του (το ταξίδι αυτό πράγματι το έκανε ο Kafka τον Οκτώβριο του 1910, αλλά αρρώστησε και υποχρεώθηκε να επιστέψει στην Πράγα μετά από μια εβδομάδα).
Στο τέλος ο Χοντρός Άνδρας και ο Ικέτης καταφέρνουν να καταλήξουν σε ένα Modus vivendi. Ο ένας δίνει στον άλλο τις απαντήσεις που χρειάζονται:
" - Δεν υπάρχει τρόπος να ζήσουμε διαφορετικά; (σσ ρωτάει ο Χοντρός Άνδρας).
- Όχι, απάντησε παραξενεμένος, χαμογελώντας.
- Γιατί λοιπόν προσεύχεσαι κάθε βράδυ στο ναό; Τον ρώτησα τότε και την ίδια στιγμή όλα όσα υπήρχαν ανάμεσά μας, τα οποία ως τότε τα κρατούσα ενωμένα, σαν να κοιμόμουν, κατέρρευσαν.
- Ω, μα γιατί να μιλάμε για όλα αυτά; Οι άνθρωποι που ζούνε μονάχοι, δεν έχουν υποχρεώσεις τα βράδια. Υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορεί να φοβάται κάποιος, πως μπορεί το σώμα του να εξαφανιστεί, πως τα ανθρώπινα πλάσματα μπορεί πράγματι να είναι έτσι όπως φαίνονται να είναι στο λυκόφως, πως δεν επιτρέπεται να περπατάμε χωρίς ένα μπαστούνι, πως είναι καλό να προσευχόμαστε στο ναό κάνοντας φασαρία προκειμένου να μας βλέπουν κι έτσι να αποκτήσουμε ένα σώμα.
Επειδή μίλησε με αυτόν τον τρόπο και μετά σώπασε, έβγαλα το κόκκινο μαντήλι μου από την τσέπη μου και έκλαψα.
Σηκώθηκε με φίλησε και είπε:
- Γιατί κλαις; Είσαι ψηλός κι αυτό μου αρέσει. Έχεις μακριά χέρια που υπακούουν στη θέλησή του. Γιατί δεν χαίρεσαι γι' αυτό; Πάντα να φοράς σκούρες μανσέτες, αυτό σε συμβουλεύω. Α, μα σου κάνω κομπλιμέντα κι εσύ κλαις; Πιστεύω πως τα καταφέρνεις αρκετά καλά με τη δυσκολίες της ζωής".
Ο Χοντρός Άνδρας καταλαβαίνει πως μέσα στον παραλογισμό της ανθρώπινης ύπαρξης μπορεί να μην υπάρχει κανένας σκοπός, κανένα νόημα, ούτε κάποια σπουδαία αλήθεια. Μπορεί απλά να βρισκόμαστε εδώ για να κάνουμε αστεία και να περνάμε καλά.
Εδώ λοιπόν ο Kafka κάνει μια απόπειρα να ξεπεράσει τη δυσφορία για το σώμα του, την εξωτερική του εμφάνιση και την κοινωνική του εσωστρέφεια και προσπαθεί να αυτοπαρηγορηθεί και να αυτοθεραπευθεί, με το μόνο μέσο που διαθέτει: Τη συγγραφή. Γράφει την ιστορία του, ομολογεί τους φόβους τους, περιγράφει τα συμπτώματά του και επιδιώκει να τα κατανοήσει, ώστε να τα ξεπεράσει ή έστω να τα αποδεχτεί ως μέρος του εαυτού του.
Εδώ έχουμε μια από τις συγκινητικές στιγμές στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας όπου ένας ψυχικά και σωματικά βασανισμένος και ταλαιπωρημένος άνθρωπος προσπαθεί να εκφράσει αυτό που του συμβαίνει και να βρει μια διάγνωση και μια θεραπεία!
Όσο για το περιστατικό που επαναλαμβάνεται συνέχεια κατά τη συνομιλία του Χοντρού Άνδρα και του Ικέτη, μια ανάμνηση του δεύτερου από την παιδική του ηλικία όπου ξυπνάει ένα απόγευμα και ακούει την μητέρα του, η οποία στέκεται στο μπαλκόνι, να κουβεντιάζει με κάποιο άλλο πρόσωπο που πίνει το τσάι του στον κήπο, είναι ακριβώς αυτό: Μια απλή, αβίαστη καθημερινή κουβέντα, που στους περισσότερους ανθρώπους δεν είναι τίποτε σπουδαίο αλλά για κάποιους άλλους είναι κάτι δύσκολο έως και αδύνατο (Το συγκεκριμένο απόσπασμα μάλιστα το έχει πάρει και το παραθέτει αυτούσιο από μια επιστολή που έστειλε στον φίλο του Max Brod στις 28 Αυγούστου 1904 και στην οποία αναφέρει σε σχέση με το περιστατικό: Θαύμασα την παλικαρίσια τεχνική του ζην που διαθέτουν κάποιοι άνθρωποι).
Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που για κάποια ψυχολογική ή σωματική αιτία δεν μπορούν να είναι "νορμάλ" και πρέπει να παλέψουν μέχρι εξουθένωσης για να καταφέρουν να φέρουν σε πέρας ακόμα και τις πιο απλές δραστηριότητες. Και ο βαθμός αυτής της αδυναμίας μπορεί να ποικίλει, όπως ποικίλουν και οι αιτίες που την προκαλούν.
Καθώς ο Χοντρός Άνδρας με όλο το βάρος που κουβαλάει χάνεται στον καταρράχτη και πνίγεται, ο Αφηγητής απομένει μόνος του με τη δυσφορία που του προκαλεί η αίσθηση του δυσαρμονικού και δυσανάλογου σώματός του, να ζητάει βοήθεια από τους περαστικούς.
Και έτσι φτάνουμε στο τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο. Όπου επιστρέφουμε στη νυχτερινή περιπλάνηση στους δρόμους της πόλης, στο πρώτο ζεύγος του Αφηγητή και του Γνωστού. Ο Γνωστός, το κομμάτι εκείνο που θέλει να ερωτευτεί, να αγαπήσει και να αγαπηθεί και ο Αφηγητής το αυτοκαταστροφικό κομμάτι που εμποδίζει το άλλο να αποκτήσει μια φυσιολογική ζωή, με το να τον αποθαρρύνει, να του επιδεικνύει όλα όσα ποτέ δεν θα καταφέρει (αυτό το νόημα έχει η φράση "είμαι αρραβωνιασμένος" και η περιγραφή σε τρίτο πρόσωπο, ενός ανθρώπου που μπορεί να φερθεί με μια αποδεκτή και επιτυχημένη κοινωνική συμπεριφορά).
Και ο αυτοτραυματισμός του Γνωστού με το μαχαίρι είναι ακριβώς αυτό, ένα μέσο ανακούφισης και εκτόνωσης. Τίποτε άλλο δεν μπορεί να τον βοηθήσει ή να τον κάνει χαρούμενο. Καταλαβαίνει πως ποτέ δεν πρόκειται να τα καταφέρει, πως δεν πρόκειται να αποκτήσει μια "φυσιολογική ζωή" και προφασίζεται μια δικαιολογία για να φύγει. Μια τελευταία ματιά σε έναν τοίχο, στον έρημο δρόμο με τις σκιές των δέντρων που κάνουν τα κλαδιά τους να μοιάζουν σπασμένα. Και τέλος.