Υπαρχουν καποια βιβλια τα οποια μολις κυκλοφορησουν τραβουν αμεσως την προσοχη μας. Αναφερομαι σε εκδοσεις μικρων εκδοτικων οικων, πρωτοεμφανιζομενων συνηθως συγγραφεων, οι οποιες εχουν ολο το "πακετο": ειναι ιδιαιτερα προσεγμενες και καλαισθητες, φερουν ευστοχο τιτλο και κοσμουνται απο επιβλητικο εξωφυλλο. Αυτα τα βιβλια μας ελκουν σα πανισχυρος μαγνητης. Προσωπικα, οταν εντοπισω ενα τετοιο βιβλιο ξερω οτι θα το απολαυσω πριν ακομη το διαβασω. Μου το λεει το ενστινκτο μου και σπανιως πεφτω εξω.
Το "Καληνυχτα καλουδια μου" του Νικητα Μ. Παπακωστα ειναι ενα τετοιο βιβλιο. Πρωτα απ' ολα, η σπουκι φωτογραφια του ζευγαριου στο εξωφυλλο καθιστα το τελευταιο απολυτα επιβλητικο. Ασκειται στον αναγνωστη μια αποκοσμη γοητεια και μαζι ενα αισθημα τρομου και αποστροφης. Ο τιτλος του, ο οποιος παραπεμπει στη νυχτα, στο σκοταδι ερχεται να ενισχυσει αυτο το παραδοξο κλιμα. Ολα αυτα τα στοιχεια βαλμενα μαζι συν το αποσπασμα και η περιγραφη στο οπισθοφυλλο εξαπτουν οπως ειναι αναμενομενο την περιεργεια. Η Μαριω δε σε αφηνει να ησυχασεις μεχρι να διαβασεις την ιστορια της.
Το πρωτο βιβλιο του Ν. Μ. Παπακωστα ειναι ακριβως ετσι οπως περιμενα να ειναι: Ατμοσφαιρικο, σκοτεινο, σκληρο, αγριο, πρωτογονο. Απο την πρωτη κιολας σκηνη, αυτη με τα γατακια, σφιγγεται το στομαχι. Η σκηνη με την αρκουδα ειναι επισης πολυ δυσαρεστη. Δε φαινεται να υπαρχει ιχνος ενσυναισθησης και συμπονοιας στην κοινωνια της οποιας μελη ειναι η Μαριω και ο Φωτης. Υπαρχει ομως διαχυτο το αισθημα του φοβου και κυριως του φοβου για το Θεο: "Πιο πισω, οι συγγενεις και οι γειτονες με τα μεγαλα στοματα αλλα και με φοβο Κυριου". Η κοινωνια αυτη φαινεται στα ματια μου σα μικρογραφια της ελληνικης πραγματικοτητας: υπαρχουν αυτοι που θα επικρινουν, θα καταδικασουν, θα επιβληθουν στα πιο αδυναμα και απροστατευτα πλασματα, αλλα που θα πανε στην εκκλησια να αναψουν κερι θεωρωντας πως ετσι εκαναν το χρεος τους απεναντι στα θεια και αρα τωρα μπορουν να κοιμουνται ησυχοι: δε θα πεσει το κακο στο κεφαλι τους (κι αν πεσει δε σταματουν να χτυπιουνται και ν' αναρωτιουνται "γιατι σε μενα;" θεωρωντας πως εχουν τιμωρηθει αδικα απο την ανωτερη δυναμη.) Τη σχεση δηλαδη με το Θεο τη βλεπουν σαν αλισβερισι, σα παρε-δωσε. Και φυσικα υπαρχουν και αυτοι που ειναι σα τη Μαριω, διαφορετικοι, αλλοκοτοι στα ματια των πολλων.
Η οικογενεια της Μαριως ζει σε ενα σταβλο. Ετσι η Μαριω μεγαλωνει μεσα στη δυσωδια και στη φτωχια. Τα πραγματα ισως να ταν καλυτερα αν η Μαριω ενιωθε πως υπηρχε αγαπη. Ομως αυτο που νιωθει ειναι πως η οικογενεια της αρπαζει την ευκαιρια για να την ξεφορτωθει νωρις, να τους αδειασει τη γωνια. Ενα στομα λιγοτερο για ταισμα. Η Μαριω ειναι ενα δυστυχισμενο πλασμα. Νιωθει εγκλωβισμενη και το μονο που επιθυμει ειναι να γευτει την ελευθερια και τη χαρα. Επομενως, δεν μπορουμε ετσι απλα να της κρεμασουμε μια ταμπελα.
Για μενα, το τριτο μερος της νουβελας αποτελει το αποκορυφωμα της: δηθεν θαυματα, δηθεν αγιοι, η αναγκη του ανθρωπου να πιστεψει σε αυτα, να οικειοποιηθει εναν αγιο για τον εαυτο του, θρησκοληψια, επιχειρηση "θαυματα", σακουλακια για "αγιο" χωμα, μπουκαλακια για "αγιο" νερο, θρησκευτικος τουρισμος. Ομως, "ουτε ενας δεν εδινε σημασια που κανενα θαυμα δεν ειχε γινει και οι αναπηροι ειχαν μεινει αναπηροι, και οι τυφλοι το ιδιο τυφλοι". Πως λοιπον αυτη η φραση να μη φερει στο μυαλο μου το υποτιθεμενο θαυμα της Παναγιας της οποιας η εικονα εμεινε ανεπαφη απο τη φονικη φωτια στο Ματι, σε ενα σπιτι που καηκε, ενω 96 ατομα εχασαν τη ζωη τους στην ιδια φωτια; Η διαχυτη απο ειρωνια φραση του συγγραφεα: "Δυσκολα ξεγελιοταν ο αληθινος πιστος" νομιζω πως συνοψιζει ολοκληρο το νοημα του τριτου αυτου μερους. Ποσο πολυ επικαιρα ειναι ολα αυτα που περιγραφονται;
Η νουβελα ειναι οτι πιο απολαυστικο διαβασα τελευταια. Σε 72 μολις σελιδες, ο συγγραφεας "λεει" τοσα πολλα. Δε ξερω αν το ειρωνικο υφος ειναι κατι το οποιο χρησιμοποιει εσκεμμενα, εγω παντως το συγκεκριμενο υφος το βρηκα εφυεστατο.
Με πολυ λιγα λογια: προκειται για διαμαντι ελληνικης λογοτεχνιας και συστηνω ανεπιφυλακτα την αμεση αναγνωση του.