Όσοι τρέφονται με πλάνες γαμήλιας ευτυχίας, ουρανοκατέβατα βασιλόπουλα κι αγνές ελληνοπούλες, καλό είναι να μη διαβάσουν τούτο το βιβλίο, που εισβάλλει στα σπίτια σαν καβαλάρης ληστής και σαρώνει όλη την ψευδολογία της κοινωνικής αρετολογίας και ευτυχιολογίας, καρατομώντας μύθους, βασιλόπουλα και σταχτοπούτες.
Μέσα στις τρεις νουβέλες του βιβλίου η συγγραφέας μας παρασύρει με το σπαρταριστό της χιούμορ να βιώσουμε τρεις ολότελα διαφορετικούς κόσμους, όπου οι ήρωές τους κυνηγούν με τον τρόπο τους την ευτυχία. Ένα κουβάρι άνθρωποι χάλια, άθλιοι πελάτες του παζαριού της κατάπτυστης πλάνης, από μια κοινωνία ανίσχυρη να τροφοδοτήσει άλλο τις απάτες της. Μοναδικοί, οι αναλφάβητοι ήρωες της τρίτης νουβέλας, που πιστεύουν πως είναι χριστιανοί αλλά ζούνε σαν ειδωλολάτρες, οδηγημένοι και κατευθυνόμενοι μόνο από τα ένστικτά τους, αυθεντικοί και ανήθικοι σαν τη Φύση - ως προς την κοινωνική ηθική.
Αγκαλιάζοντας με μια απέραντη συμπόνια τα θύματα, σερνικούς και θηλυκές, η συγγραφέας δηλώνει: «Σερβίρετέ μου ένα βασιλόπουλο, σημαίνει, διαιωνίστε τη δουλεία μου. Ασφαλώς πρόκειται για το πιο αντιφεμινιστικό, αλλά υπέρ των γυναικών, βιβλίο που έγραψα».
Η Λιλή Ζωγράφου (English: Lily Zografou) υπήρξε μία από τις πιο έντονες, αιχμηρές και ασυμβίβαστες παρουσίες της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, με έργο που συνδύαζε τη δημοσιογραφία, τη μυθοπλασία, το δοκίμιο και την πολιτική παρέμβαση σε μια ενιαία, προσωπική φωνή. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης και μεγάλωσε μέσα σε περιβάλλον με ισχυρά πολιτικά και εκδοτικά ερεθίσματα, καθώς ο πατέρας της ήταν εκδότης εφημερίδας, γεγονός που την έφερε από νωρίς σε επαφή με τον λόγο και τη δημόσια σφαίρα. Σπούδασε φιλολογία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και πολύ γρήγορα στράφηκε στη συγγραφή και στη δημοσιογραφία, επιλέγοντας έναν δρόμο ανεξαρτησίας που θα χαρακτήριζε όλη της τη ζωή. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση και συνελήφθη από τη Γκεστάπο ενώ ήταν έγκυος, εμπειρία ακραία και τραυματική που επανέρχεται υπόγεια σε πολλές πτυχές του έργου της, ιδιαίτερα στην εμμονή της με την ελευθερία, τη βία και την επιβίωση. Μετά τον πόλεμο εργάστηκε σε εφημερίδες και περιοδικά, ταξίδεψε σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και έζησε για ένα διάστημα στο Παρίσι, απορροφώντας πνευματικά ρεύματα που ενίσχυσαν την ήδη ανήσυχη και συγκρουσιακή της σκέψη. Η συγγραφική της πορεία ξεκίνησε με διηγήματα, αλλά γρήγορα εξελίχθηκε σε ένα πολυεπίπεδο έργο όπου κυριαρχούν η κριτική απέναντι στην πατριαρχία, η σεξουαλική καταπίεση, η κοινωνική υποκρισία και η ανάγκη για προσωπική απελευθέρωση. Κατά τη δικτατορία των Συνταγματαρχών στάθηκε ανοιχτά απέναντι στο καθεστώς και έγραψε το «Επάγγελμα: πόρνη», ένα βιβλίο ωμό και αυτοβιογραφικά φορτισμένο, που λειτούργησε και ως μαρτυρία της εποχής. Στα πιο γνωστά έργα της συγκαταλέγονται επίσης η «Συβαρίτισσα», το «Η αγάπη άργησε μια μέρα» και το δοκίμιο «Αντιγνώση», μαζί με τις μελέτες της για τον Καζαντζάκη, τον Κάφκα και τον Ελύτη, όπου επιχείρησε συχνά απομυθοποιητικές αναγνώσεις. Το ύφος της είναι παθιασμένο, εξομολογητικό και συχνά σκληρό, με έντονη συναισθηματική φόρτιση και ρητορική δύναμη. Μέχρι το τέλος της ζωής της παρέμεινε μια φωνή ριζικά ανεξάρτητη, που δεν εντάχθηκε εύκολα σε σχολές ή ιδεολογικές ταυτότητες, αλλά επηρέασε βαθιά τη δημόσια συζήτηση για τη γυναίκα, την ελευθερία και τη σχέση ανάμεσα στη λογοτεχνία και την πραγματική ζωή.
Το έχω αποφασίσει, μετά την αγάπη που άργησε μια μέρα, να διαβάσω όλα τα βιβλία της. Αυτό που με εντυπωσιάζει κάθε φορά στα γραπτά της είναι η οξυδέρκεια, η καθαρότητα της σκέψης της, το πώς έβλεπε πίσω από τα πράγματα, σε μια εποχή που αυτό ήταν μάλλον πάρα πολύ δύσκολο κι "επικίνδυνο" να κάνει.
Εδώ το λοιπόν έχουμε τρεις ιστορίες, σε μια προσπάθεια κατάρριψης του ελληνικότατου μύθου της Σταχτοπούτας/Βουγιουκλάκη/Νεράιδα και Παλλικάρι, εντελώς διαφορετικών ανθρώπων που ψάχνουν την ευτυχία του μύθου (και πεθαίνουν γι αυτή), μα εντελώς ίδιων τελικά.
Θέλεις πολύ να γελάσεις γιατί είναι γελοία τα ανθρωπάκια αυτά τα κακόμοιρα, αρσενικά και θηλυκά, και το θέλεις γιατί γνωρίζεις τουλάχιστον ένα τέτοιο, πάρα πολύ καλά. Κατά βάθος όμως και πίσω από το γέλιο που προκαλεί η ανάγνωση σου μένει η πίκρα κι ο θυμός, γιατί γνωρίζεις τουλάχιστον ένα τέτοιο ανθρωπάκι, πάρα πολύ καλά. Οι περισσότεροι (ή οι πολλοί έστω) δε θα το παραδεχτούμε ποτέ, μα ένα ανθρωπάκι σαν τους ήρωες της Λιλής είχαμε ή έχουμε στις οικογένειές μας. Ίσως και κάποτε για λίγο ή πολύ, να υπήρξαμε κι εμείς τέτοια.
(Α ρε Λιλή μωρή αρρώστια, δεν μπορούσες να ζήσεις 150 χρόνια ακόμα)
Ένας πολλά υποσχόμενος πρόλογος και 3 ιστορίες συνθέτουν το βιβλίο αυτό. Σε γενικές γραμμές έμεινα πολύ ικανοποιημένος από τον πρόλογο και την πρώτη ιστορία. Αυτά τα δύο μου άρεσαν αρκετά. Η 2η ιστορία κάτι πήγε να πει, αλλά με μπέρδεψε. Ενώ κατάλαβα τι ήθελε να πει δεν ξεκαθάρισα μέσα μου ακόμη αν συμφωνώ ή όχι, αν και το χιούμορ που τη διέπει είναι εξαιρετικό, καυστικό και πολύ πετυχημένο, όσων αφορά το σκοπό που εξυπηρετεί. Η 3η ιστορία μου φάνηκε οριακά αδιάφορη στο θέμα της γυναίκας. Μου φάνηκε περισσότερο σαν μια κρητική στη θρησκεία, επίσης με πολύ εύστοχο χιούμορ. Σαν σύνθεση ήταν ένα μέτριο προς καλό βιβλίο. Σίγουρα η γνώμη μιας γυναίκας θα μετρούσε περισσότερο από τη δίκη μου γιατί το βιβλίο έχει να κάνει με τις γυναίκες. Τη συγγραφέα πάντως την εκτιμάω και θα ήθελα να διαβάσω και αλλά δικά της. Γενικά όλον τον μήνα πήρα απόφαση να διαβάσω γυναίκες συγγραφής οπότε θα έρθουν κι άλλες!
Απιστευτο μυαλο! Παρα πολλα χρονια μπροστα. Θα ηθελα απλα να διαβαζω τις σκεψεις της. Ο πρόλογος του βιβλίου με εκανε να διπλοτσεκαρω το ποτε γράφτηκε!
Τα βιβλία της Λιλής Ζωγράφου πραγματικά τα "ρουφάω" και δεν μπορώ να τα αφήσω από τα χέρια μου. Ριζοσπαστική, αιχμηρή, επαναστάτρια, μιλά για τις γυναίκες κατακεραυνώνοντάς τις και ταυτόχρονα λατρεύοντάς τις και για τους άντρες με συμπάθεια πάντα, αποδίδοντας τους βέβαια τα σοβαρά λάθη τους. Σε αυτό το βιβλίο, με τον μεγάλο πρόλογο, μας δίνει τρεις νουβέλες, τρεις μικρές ιστορίες με ήρωες ανθρώπους που αντιστέκονται στη ελευθερία και στην ευτυχία, ακούγοντας τα πρέπει της κοινωνίας κι όχι της καρδιάς και του κορμιού τους. Μιας κοινωνίας που για να συντηρηθεί και να συντήρησει τα θεμέλιά της, επιλέγει να ταπεινώνει, να ισοπεδώνει και τελικά να εξουδετερώνει ό,τι και όποιον βρεθεί "απέναντι" της. Αν μπορούσα να επιλέξω μια εκ των τριών ιστοριών, αυτή θα ήταν η δεύτερη γιατί μέσα της είδα όλη την ηθική της μεταπολεμικής Ελλάδας που υποβόσκει ακόμη, στις εν ζωή γενεές της.
Ένας εξαιρετικός πρόλογος από την συγγραφέα και τρεις νουβέλες με θέμα την γυναικεία κακοποίηση και την υποκρισία που επικρατούσε\επικρατεί στην Ελλάδα: η γυναίκα που για να είνα επιτυχημένη πρέπει να είναι παντρεμένη με τον μορφωμένο πετυχημένο πλούισο άντρα, λες και από μόνη της δεν έχει αξία και θα λάβει αξία από τον γαμπρό. Η γυναίκα που πρέπει να είναι αγνή πριν τον γάμο, που δεν ορίζει το σώμα της. Η γυναίκα που για να κάνει καλό γάμο πρέπει να έχει προίκα. Η γυναίκα που λοιδωρείται όταν γεννά παιδί εκτός γάμου. Και άλλα τέτοια πολλά που δυστυχώς κάποια ισχύουν ακόμα, μπορεί όχι στις μεγάλες πόλεις, μπορεί όχι στην δυτική κοινωνία αλλά καλώς κακώς ισχύουν ακόμα.