Ο λόφος των κολασμένων.
Το 1891 η Αρχιεπισκοπή είχε δώσει άδεια να χτιστεί ένα μοναστήρι και να λειτουργήσει ως γυναικεία μονή.
Το κεντρικό κτίριο είχε τελειώσει το 1893 και στέγαζε πάνω απο πενήντα μοναχές.
Το 1907 τέσσερις μοναχές κρεμάστηκαν απο ένα δοκάρι του καμπαναριού.
Έκτοτε η εκκλησία δεν έβρισκε δόκιμες για το μοναστήρι. Πούλησε τα κτίρια και το κτήμα στην Κοινοπολιτεία της Πενσυλβάνια.
Πέντε χρονια αργότερα, αφού στο αρχικό κτίσμα έχουν κάνει τέσσερις καινούργιες πτέρυγες που στέγασαν μεταξύ άλλων, δυο νεκροτομεία και ένα υπερσύγχρονο χειρουργείο και σε έναν από τους οπωρώνες χτίστηκε ένα παρεκκλήσι που δεν ήταν αφιερωμένο σε κανένα συγκεκριμένο δόγμα-άνοιξε τις πύλες του το κέντρο ψυχικής υγείας Κόνβεντ Χιλ.
Με διακόσια κρεβάτια, μεγάλους κήπους και εξειδικευμένο προσωπικό,σύντομα απέκτησε μεγάλη φήμη ως το πιο μοντέρνο νοσοκομείο των ανατολικών Ηνωμένων Πολιτειών.
Στις αρχές της δεκαετίας του ‘50 η χρηματοδότηση άρχισε να λιγοστεύει, μέλη του προσωπικού απολυόταν τα κτίρια έπρεπε να συντηρούνται, τα μηχανήματα πάλιωσαν και άρχισαν να εμφανίζουν βλάβες. Ταυτόχρονα άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, στις αρχές του 1971 ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε εκεί έδειχνε καταστάσεις που προκαλούσαν φρίκη και αποτροπιασμό, η κατακραυγή που ξέσπασε ήταν γενική και αμέσως στα ταμεία της πολιτείας εισέρρευσαν ένα εκατομμύριο δολάρια από δωρεές.
Το 1980 τό Κόνβεντ Χιλ ξεχάστηκε για ακόμα μια φορά. Τότε άρχισαν να ακούγονται ιστορίες για διαφθορά και μεσαιωνικές συνθήκες.
Έκλεισε οριστικά το 1992 και οι τρόφιμοι του μεταφέρθηκαν σε άλλα δημόσια ψυχιατρικά ιδρύματα ή σωφρονιστήρια της νέας Υόρκης και της Πενσιλβάνια.
Για 20 χρόνια ήταν έγκλειστη εκεί μία από τις πρωταγωνίστριες της πλοκής και της εξέλιξης σε αυτό το πάγιο αστυνομικό θρίλερ.
Κρίστα Μαρή.
«ξέρεις οι σιωπές» είχε πει !…
είχε να κάνει με τις σιωπές ανάμεσα στις νότες, χρόνο που χρειάζεται να μεσολαβήσει για να ακουστεί η μουσική σαν ηχώ, η Κρίστα Μαρή ήταν μία από τις καλύτερες μορφές της μουσικής στο χώρο του κλασικού ρεπερτορίου.
Όταν την συνέλαβαν για φόνο ήταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα της γιορτής του Χαλοουίν.
Επειτα, στις επόμενες δεκαετίες, οι φόνοι που ακολούθησαν,τα αποτρόπαια εγκλήματα, οι στερεοτυπικά πανομοιότυπες σφαγές, τα πτώματα !…μπέρδεψαν το παζλ των νεκροταφείων και της εκδίκησης.
Καταβάθος, όλα είχαν ξεκινήσει με εκείνη και όλα θα τελείωναν με εκείνη.
Σε αυτό το βιβλίο είναι οι νεκροί που περιφέρονται ανάμεσα στους ζωντανούς,τους βοηθούν, τους μπερδεύουν.
Εδώ περιφέρονται οι δολοφονημένοι, οι τρελοί και ξεχασμένοι.
Αν πλησιάσετε την ηχώ του κακού θα καταλάβετε ότι αυτό που ουρλιάζει δεν είναι μόνο ο άνεμος.
Όσοι πήγαν εκεί!..δεν έφυγαν ποτέ.
Κάποιος που προσπάθησε να αυτοκτονήσει δυο φορές και ο λαιμός του είναι γεμάτος βαθιά σημάδια, μιλάει μόνο ψιθυριστά, η φωνή του είναι σαν ξερός άνεμος σε νυχτωμένη ερήμο.
Δύο αδερφές που προσπάθησαν να φάνε η μία τις σάρκες της άλλης. Τις βρήκαν σφιχταγκαλιασμένες τυλιγμένες με αγκαθωτό συρματόπλεγμα με το αίμα να στάζει από τα χείλη τους.
Όλοι μαζεύονται γύρω απο το χάος, οι φωνές τους υψώνονται σα χορωδία της ίδιας της τρέλας, βαδίζουν οι ζωντανοί με την αγαπημένη μόρφη, βαδίζουν με τους νεκρούς.
Ανατριχιαστικό ανατρεπτικό αγωνιώδες μπορεί να σταθεί επάξια στο βάθρο της δεύτερης ή τρίτης θέσης των νικητών του αστυνομικού θρίλερ με υπερένταση και ψυχολογική ένταση.
Πολλοί πρωταγωνιστές, πολλοί ήρωες, πολλοί νεκροί, πολλοί ζωντανοί ανάμεσα σε νεκρούς. Πολλοί οι θύτες,πολλά τα θύματα , αλήθειες,ψέματα, μπερδεμένα όλα μαζί σε μια ιστορία που απεικονίζει ακραία σαδιστικά μυαλά.
Καλή ανάγνωση.
Πολλούς και σεμνούς ασπασμούς.