Οι έφηβοι του '79 μεγάλωσαν. Σήμερα έχουν πατήσει τα πενήντα. Καλοζωισμένοι, καλοντυμένοι, καλλιεργημένοι, μάλλον ευκατάστατοι - μοιάζει να μην τους λείπει τίποτε. Τότε γιατί επιστρέφουν στην παραλία; Τι περιμένουν να βρουν; Το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος δεν μπορεί παρά να αποτελεί απλώς ένα πρόσχημα, καθώς το Καινούργιο από ψαροχώρι έχει μεταμορφωθεί σ' ένα ακόμα άχαρο τουριστικό θέρετρο.
Μια και τις ίδιες μέρες το χωριό φιλοξενεί ένα πανευρωπαϊκό σεμινάριο σεναρίου, ας το θέσουμε με όρους αστυνομικής ταινίας β΄ διαλογής: οι έφηβοι του '79 επιστρέφουν σαν τον δολοφόνο στον τόπο του εγκλήματος... Η ευδαιμονία των χρόνων που μεσολάβησαν δεν ήταν παρά στάχτη στα μάτια. Για να θολώσουν τα κίνητρα και να ξεχαστεί το θύμα...
Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος (English: Nikos Panagiotopoulos) γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963. Σπούδασε Τεχνολόγος Μηχανικός, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με το θέατρο, παρακολουθώντας σεμινάρια πάνω στο σύστημα Στανισλάβσκι, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση.
Αρχικά, εργάστηκε ως καλλιτεχνικός συντάκτης σε εφημερίδες, περιοδικά και την τηλεόραση, αλλά από το 1992 ασχολείται αποκλειστικά με το σενάριο και την πεζογραφία.
Έχει γράψει σενάρια για αρκετές ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους, καθώς και για τηλεοπτικές σειρές. Το 1996 απέσπασε το βραβείο σεναρίου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης για τους Απόντες που σκηνοθέτησε ο Ν. Γραμματικός. Το 2000 απέσπασε το 1ο Βραβείο στον διαγωνισμό σεναρίου που διοργάνωσαν η Προοπτική και το περιοδικό Αθηνόραμα για τις Ώρες κοινής ησυχίας, που λίγα χρόνια αργότερα σκηνοθέτησε η Κ. Ευαγγελάκου.
Έχει διδάξει επί αρκετά χρόνια σενάριο σε ιδιωτικές σχολές κινηματογράφου, σε σεμινάρια και εργαστήρια σεναρίου, αλλά και στο νεοσύστατο Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ.
Έχει γράψει μία συλλογή διηγημάτων, για την οποία διακρίθηκε με το βραβείο Μαρίας Ράλλη για πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, ένα βιβλίο για παιδιά και τέσσερα μυθιστορήματα. Το προτελευταίο, η Αγιογραφία, συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα των υποψήφιων για το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, ενώ το προηγούμενο, Το γονίδιο της αμφιβολίας, έχει μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε επτά γλώσσες.
Τόση υπερπροσπάθεια να γραφτούν προτάσεις σούπερ προχώ για ψαγμένους/καλλιεργημένους αναγνώστες (δικά του λόγια) που από τη μια θες να φωνάξεις ε σκάσε πια και πες μας την ιστορία, από την άλλη μου θύμισε τα παιδιά μου που στην ηλικία των δυο ετών προσπαθούσαν με το ζόρι να κλάσουν γιατί είχε πλάκα. (ω, τάφε μου.) Αλλοπρόσαλλο, ό,τι να 'ναι, για αλλού ξεκινάει η πρόταση αλλού καταλήγει, ωραία (θα μπορούσε γραφή), έξυπνος τύπος, μονοδιάστατο γράψιμο παγιδευμένο στο "πώς-θα-δείξω-ότι-ξέρω-και-ωραίες-λέξεις". θα το είχα διαβάσει ως το τέλος γιατί μια περιέργεια την είχα, αλλά αγανάκτησα.
Pomimo dość chaotycznej narracji i nagromadzenia wątków (nie wszystkie chyba zrozumiałam do końca i nie wszystko mi się kleiło), dobrze mi się to czytało. W dużej mierze jest to na pewno zasługa tłumaczenia, język jest bardzo żywy, autentyczny. Ciekawa książka, muszę sobie jednak poukładać tę historię w głowie.
Στον Ολομόναχο αν θυμάμαι καλά ένας εκδότης επισημαίνει του Παναγιωτόπουλου ότι γράφει σε όλα του τα βιβλία την ίδια ιστορία ξανά και ξανά. Έχει ένα δίκιο.
Εδώ χρησιμοποιεί τα ίδια συστατικά που χρησιμοποιήθηκαν στο σενάριο των Απόντων, αναμεμειγμένα σε διαφορετικές αναλογίες και με διαφορετική σειρά ίσως, ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν και στοιχεία από το Βασιλιά. (Διαβάζοντας το δηλαδή θα νιώσει κανείς όπως διαβάζοντας τον Ολομόναχο έχοντας διαβάσει το Γραφικό Χαρακτήρα – προσωπικά εμένα δε με χαλάει, ίσα ίσα τιμή του και καμάρι του, ο,τι θέλει κάνει.)
Δάνεια ξεδάνεια, επαναλήψεις ξεπαναλήψεις, καταφέρνει να (ξανά)γράψει την ίδια (στον πυρήνα της) ιστορία με τρόπο πολύ όμορφο (α και δεν είναι σπόιλερ αυτό, το οπισθόφυλλο μοσχοβολάει Απόντες). Ίσως κάπως αποστασιοποιημένα εδώ και χωρίς να θέλει να χτίσει ένα φινάλε που σου γαμεί τον συναισθηματικό κόσμο για κάνα μήνα – όπως φαίνεται να του αρέσει να κάνει – αλλά κι αν δεν πλαντάξουμε στο κλάμα πάλι, ε δεν πειράζει.
Αυτα. Ο,τι (έχω δει/διαβάσει να) γράφει ο Παναγιωτόπουλος είναι κάτι σαν τους τελευταίους δίσκους των Rotting Christ – μοιάζουν αλλά δεν τους βαριέσαι με τίποτα.
Polecam tą książkę z pewną ostrożnością, bo na pewno nie wszystkim się spodoba. Historia grupki ludzi przed 50-tką, którzy postanowili spotkać się znowu razem podczas wakacyjnego wyjazdu. Znowu, bo spotykali się w tej samej grupie już 30 lat temu. Niby są przyjaciółmi, niby mają wspólne tematy, a jednak coś ich dzieli. To coś to wydarzenie sprzed wielu lat, które padło cieniem na dalsze życie niemal wszystkich. Tragedia może być zemstą po latach, przypadkiem lub przeznaczeniem i karą za grzech. Każde z tych rozwiązań jest możliwe, a autor nie daje jasnej odpowiedzi bawiąc się z czytelnikiem w ciuciubabkę. Tak więc niech każdy sobie dopisze własne wyjaśnienie do tej historii.