Όσο ανατρεπτικό θεωρούταν κάποτε το να έλθει μια γυναίκα εις γάμου κοινωνίαν επί τρεις φορές, τόσο και περισσότερο ρηξικέλευθο ήταν το έργο αυτό του Ταχτσή. Μέσα από τους μακροσκελείς μονολόγους της Νίνας και της Εκάβης, 2 γυναικών μικροαστών, ξετυλίγεται ένα κουβάρι που μας αποκαλύπτει πολλές πτυχές της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας, από τους Μακεδονικούς Αγώνες μέχρι και μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Σπαράγματα ενός Έλληνα που οι νεότεροι δεν έχουν γνωρίσει (;) αλλά έχουν ακούσει ξανά και ξανά: ξεροκεφαλιά, κουτοπονηριά, διχόνοια, κυκλοθυμικές εξάρσεις εν μέσω οάσεων φιλοτίμου και καπατσοσύνης. Αλλά και η διεστραμμένα δεσπόζουσα ελληνική γονεϊκή φιγούρα που ελέγχει καταπιεστικά τα παιδιά της και καθρεφτίζει σε αυτά τις προσδοκίες και τα πρέπει της.
Ο αέναος μόχθος σε σκληρές δεκαετίες για τη Ελλάδα, μαζί με άπειρα οικογενειακά βάσανα και τραγωδίες, συνθέτουν ένα σκληρό, καταθλιπτικό κοκτέιλ, που όμως αξίζει να προσπελαστεί, κυρίως για την αυθεντικότητά του και τη λογοτεχνική ευφυΐα του συγγραφέα. Είναι κάτι πολύ παραπάνω από τη δεδηλωμένη μοιρολατρία δύο λαϊκών γυναικών εν μέσω κουτσομπολιού. Οι 2 γυναίκες μιλούν χωρίς να συνομιλούν, αφού ο διάλογός τους ξεφεύγει από χωροχρονικές συντεταγμένες και δεν ξέρεις αν αποτέλεσε όντως επικοινωνιακό γεγονός, κατ’ ιδίαν εξομολογήσεις ή μύχιες σκέψεις μη εκπεφρασμένες.
Ο Ταχτσής άλλωστε θέλει ακριβώς να πάρει ένα κους κους πάνω από μπουγαδόνερα (φράση των επικριτών του) και να την ντύσει με διαχρονικά και πανανθρώπινα στοιχεία. Να κάνει τον ταπεινό, χτυπημένο από τη ζωή βιοπαλαιστή, ένα εξιδανικευμένο λογοτεχνικό πρότυπο. Και το καταφέρνει όχι μόνο με τον ιδιότυπο νατουραλισμό και το πολύ πειστικό ιστορικό σκηνικό (κυρίως Κατοχής και Εμφυλίου), αλλά με τη γλώσσα.
Με μια αληθινή γλώσσα, με έντονη προφορικότητα, γλώσσα που σπαρταράει, μια δημοτική που δεν είναι μόρφωμα καθοδηγούμενων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, αλλά η λαϊκή, λυρική δημοτική που σφύζει από ζωή. Παραδόξως, αρκετά στοιχεία της λόγιας παράδοσης φυτεμένα εδώ και εκεί, για να μας θέσει ο Ταχτσής εύστοχα και έμμεσα, το σχόλιό του για τη δήθεν καλλιέπεια της βαρύγδουπης γλώσσας της μπουρζουαζίας, μιας κατασκευασμένης καθαρεύουσας που μιμούνταν πολλάκις ο απλός λαός. Το διγλωσσικό παρελθόν της Ελλάδας χρησιμοποιείται υπόρρητα αλλά αποτελεσματικά από τον Ταχτσή.
Κάποια κουραστικά πίσω-μπρος στην αφήγηση, η μάλλον υπέρ το δέον δακρύβρεχτη εξομολόγηση κατά διαστήματα, αλλά και οι προσχηματικοί δευτερεύοντες χαρακτήρες, αφαιρούν πόντους αλλά δε μειώνουν ουσιαστικά αυτό το εμβληματικό έργο. Άλλωστε, το τελικό νόημα είναι ρομαντικά αισιόδοξο: Σε μια αποστροφή του λόγου της, η Εκάβη που παρακαλούσε να πεθάνει εν μέσω ολοφυρμών σε όλη την πλοκή, αποδέχεται ότι η ζωή είναι σκληρή αλλά και γλυκιά : Νίνα, θυμάσαι που σου λεγα πως θέλω να πεθάνω; Τώρα δε θέλω…»