Τώρα, ξέρω κι εγώ έναν Οδυσσέα που δεν γύρισε ποτέ.
Έφυγε κυνηγημένος απο τον τόπο που αγαπούσε, εγκατέλειψε βιαστικά όσα ιερά, ίσως και ανίερα, κρυμμένα μέσα του, ξόδευαν τις τελευταίες ανάσες μνήμης, απολογισμού και απόγνωσης.
Λίγο πριν επιλέξει να ασφυκτιά μπροστά στο αναπόφευκτο, διάλεξε να ζήσει.
Ήθελε να μείνει,μα τον εξοστράκισαν οι ματωμένες αλήθειες μεταμφιεσμένες σε ψέμματα πορφυρών ονείρων.
Ο Ρώσος -Οδυσσέας- συνταγματάρχης Λιάπκιν φοβήθηκε πολύ όταν αποφάσισε να δει πως εγκαταλείπει.
Τρόμαξε στην ιδέα πως αφήνει κάτι που δεν υπάρχει πια. Αλήθεια, πως να εγκαταλείψει κάτι ανύπαρκτο.
Πως να διαχειριστεί την υποχώρηση και την υπόσχεση πως θα ξαναγυρίσει, όταν το φευγιό του περιμένει την σωτήρια αποδημητική διαταγή μετανάστευσης σε θερμότερους τόπους, παγωμένους σοσιαλιστικά και φιλόξενους.
Ο ίδιος έφυγε διότι κατάλαβε, μα και πάλι πόσο δύσκολο και ψυχοφθόρο αποδείχτηκε να παραδεχτεί πως απομακρύνεται.
Ο Λιάπκιν άφησε πίσω του,
ίσως, οριστικά την πατρίδα του, ξεχνόντας απεγνωσμένα πως δεν ήταν αυτός ο οποίος έφυγε.
Αυτός που έφυγε δεν έκανε θόρυβο.
Δεν άφησε ίχνη. Δεν έκλεισε πόρτες με θόρυβο βιασύνης.
Όταν αναζήτησε το δικό του «όλα», βρέθηκε υποδειγματικά και συμμορφωμένα γελασμένος.
Τα κρατικά ασφαλιστικά μέτρα της επανάστασης στην πατρίδα του απαγόρευαν την προσέγγιση σε ό,τι αγαπούσε.
Έτσι, επιβιβάστηκε πάνω σε ένα ατελείωτο «τίποτα», με εισιτήριο επιστροφής κάποτε, για κάποια Ιθάκη,
απο αυτές που όταν φτάσεις πρέπει να σαμποτάρεις
τον ίδιο σου τον εαυτό διότι στο ταξίδι έχει χαθεί η επιλεκτική μνήμη και δυστυχώς η διάρκεια της διαδρομής και τα κίνητρα κατάκτησης εμπειριών ειναι σε παράλληλη ευθεία με την ζωή.
Οι αποσκευές που δεν πρόφτασε να πάρει, τα υπάρχοντα του, ό,τι έμψυχο και άψυχο δημιούργησε έμεινε πίσω ως λάφυρο σε τερατώδεις μορφές επαναστατών, σε αποκτηνωμένους δούλους με χαλασμένο το κουρδιστήρι του μυαλού τους.
Απο αυτό ρύθμιζε η μοναρχία τα στερεοτυπικά καθήκοντα του λαού. Ενός λαού που σαν κράτος,
σαν νόημα και οργάνωση κρεμόταν
απο τον λόγο του ηγεμόνα του.
Κηρύχτηκε η καταστροφή, η βοήθεια της καταστροφής με σημαία την πυρκαγιά διέσπειρε θρύλους.
Η αταξία άρχισε. Η ανατροπή σκέπασε με σκοτάδια τη Ρωσία που προέτρεψε όλη τη γη να θρηνήσει παλιούς θεούς.
Οι επαναστάτες ξεκούρδιστοι πλέον γκρέμισαν τα πάντα και απομάκρυναν πολλές ψυχές προς άγνωστες περιοχές σε γη και ουρανό!
Τώρα τους απέμεινε η προσπάθεια για το νέο οικοδόμημα, βαμμένο με δικαιοσύνη και χτισμένο με ελευθερία, θα στέγαζε όνειρα και αξίες.
Μα η κατάρα της ανθρωπότητας ή απλώς η χυδαία σιωπή των κρατικών μηχανισμών και της κοινωνικής οργάνωσης του κόσμου, μοίρασε για παραδειγματισμό τυφλότητα, χάος,χυδαιότητα και απανθρωπιά.
Ακόμη δεν μάθαμε αν πέτυχε η ανοικοδόμηση των πανανθρώπινων σοσιαλιστικών κτισμάτων σε παγκόσμια κλίμακα!
Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν γεννήθηκε στη Ρωσία και έζησε με πάθη, λάθη, ηδονές, αγάπη, ασφάλεια και απεριόριστο θαυμασμό προς την γενέτειρα του πολιτισμού και των διαχρονικά ισχυρών θεών του Ολύμπου.
Η Ελλάδα, μα κυρίως ο Θεσσαλικός κάμπος, τον μάγεψε και τον αποπλάνησε, με την απίστευτη έλξη του ως τόπος ομορφιάς, διαφθοράς, οργιώδους φύσης,
οίστρου, άστατων καιρικών φαινομένων και πανοργασμικής αγκαλιάς απο τους αγνά πονηρούς επαρχιώτες του.
Ο κάμπος και οι άνθρωποι του έγιναν ο τερματικός σταθμός στο ταξίδι του συνταγματάρχη.
Δεν είχε όμως βιοθεωρία κατάλληλη και καλλιεργημένη σκέψη έτσι ώστε να ξεφύγει απο τους προσωπικούς του δαίμονες, τις ενοχές, τις τύψεις, την κατάντια των ανίσχυρων πνευματικά ατόμων.
Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν ήταν τόσο ανθρωπιστής που κατάντησε απάνθρωπος...
«Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει».
🔝✔️
Καλή ανάγνωση
Πολλούς ασπασμούς.