Η ανάγνωση αυτού εδώ του βιβλίου εκμηδενίζει την ανάγνωση κάθε άλλου βιβλίου το τελευταίο έτος. Και μακάρι κάποια που ίσως να μην ξεπέρασα σε ένα λανθάνον επίπεδο, να ήταν εδώ και να έβλεπε τον κατήφορο μέσα μου που χρειάστηκε ν’ αντιστρέψω, διαβάζοντας το.
Όταν γράφω μια κριτική δεν έχω σκοπό να κοροϊδέψω κανέναν, παρά μόνο να διακοινωνήσω μια υπόθεση στην οποία πιστεύω με το μυαλό και την καρδιά μου. Αυτό σκοπεύω να κάνω και τώρα. Αδιαφορώ για την εντύπωση που αυτό θα αφήσει, όσο και για οποιαδήποτε έννοια μικρομέριμνας εντυπωσιασμού.
ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ:
Είναι προσωπική υπόθεση η πατρότητα. Είναι προσωπική υπόθεση η υπευθυνότητα και η συνέπεια με την οποία πρέπει επιτέλους να αποφασίσεις αν θέλεις να είσαι παντρεμένος, αν θέλεις να έχεις σχέσεις με τη γυναίκα σου σαν ένα σύστημα, ή διαμέσου άλλων που θα δικαιολογούν την ίδια σου την ύπαρξη. Προσωπική υπόθεση είναι ακόμη και να διανοηθείς να πας με μία τρανσέξουαλ επειδή αυτό που αποζητάς είναι τη συζήτηση χωρίς έργο δύναμης, παρά μόνο για την κατανόηση που θα έχει ο άλλος, ως ένας γκουρού στις δύσκολες και περίπλοκες αποφάσεις της ζωής, ώστε εσύ απλώς να περιστοιχίζεσαι απ’ ανθρώπους που επειδή σε περιστοιχίζουν και περιτοιχίζουν θα αποδεικνύουν πως υπάρχεις για κάποιο λόγο, που σε ‘σενα όμως είναι άγνωστος ακόμα. Προσωπική υπόθεση είναι να καταλάβεις πως όταν στο πρόσωπο των πεθερικών σου συγκινείσαι βλέποντας στοιχεία της γυναίκας σου, όσο στα μακρουλά δάχτυλα του μωρού που αρνείσαι να παραδεχτείς βλέπεις τα δικά σου και σε κινήσεις του ψυχόρμητες, τις δικές σου, πως όλα αυτά κραυγάζουν, για αποφάσεις που πάρθηκαν ερήμην σου και κατά τύχη και όμως περίτρανα και περίλαμπρα, πλησιάσε, σίμωσε, αγκάλιασε.
Ο Μπερντ δεν είναι δειλός, είναι φυγόπονος και ευθυνόφοβος με τον τρόπο που αποφεύγουμε έναν εαυτό που παλεύει να βγει στο φως και του το αρνούμαστε, διότι αυτό θα απαιτούσε περιπαθή προσπάθεια σκέψης και ολοκλήρωσης μιας συναισθηματικής εικόνας που μας τρομάζει, όπως κάθετί που διαφεύγει των απλών γεωμετρικών σχημάτων, γιατί τελικά αποτελεί δικαιολογία για να υπάρχουμε ένα τούνελ στο οποίο σκάβουμε παραμένοντας με ενάργεια στο σκοτάδι, αντί για τη διχάλα που θα βγάλει σε μια σπηλιά με υψηλότερο θόλο, ικανή να οδηγήσει σε μια λίμνη βαθειά σ’ ένα βουνό, ή στο φως του ζεστού ήλιου, στην εμπειρία της προσωπικής ανάπτυξης ενός εαυτού που απαιτεί πια να φωτιστεί, να πάψουν τα παράδοξα και ξαφνικά να είναι παράδοξα και ξαφνικά, να γίνουν κατανοήσιμα μέλη λογικής ακολουθίας. Προσωπική υπόθεση είναι να καταλάβεις πως υπάρχει ένα ολόκληρο σύμπαν μακριά απ’ το σκοταδιστικό εγωισμό, ικανό να φέρει το άνθος του νοιαξίματος, της συμπόνιας και της ανάγκης να εξαρτάται κάποιος από ‘σενα, όσο και να εξαρτηθείς εσύ απ’ την αλυσίδα της αγάπης και της συνανθρωπιάς. Προσωπική υπόθεση για το Μπερντ, είναι να καταλάβει πριν νιώσει την πατρότητα, τι είναι η πατρότητα. Είναι το να φεύγεις απ’ το εγώ, να κινείσαι στο εσύ, για να πας στο εμείς κι αυτό να οδηγήσει στους λόγους που κινείται το Όλον. Προσωπική υπόθεση για το Μπερντ, είναι να καταλάβει την τεράστια προσπάθεια που κάνει το μωρό για να επιβιώσει, τον πόνο που συνοδεύει την απεγνωσμένη άλογη ακόμη δίψα για ζωή, τη στιγμή που ο ίδιος προχωράει στην τύχη, με μπίρες, αναμονή και γ..σια που δικαιολογούν ή που θα ήθελαν να δικαιολογήσουν το λόγο ύπαρξης του. Προσωπική υπόθεση λοιπόν, είναι να καταλάβει ο ίδιος γιατί θέλει να ζήσει και μόνο τότε θα καταλάβει την πατρότητα, τον εαυτό του και το δρόμο που θέλει ν’ ακολουθήσει.
Έτσι όμως κινείται το γράψιμο του ίδιου του Όε, απ’ το έξω στο μέσα, απ’ το παράδοξο σύνολο, στην από παράταιρα υλικά φτιαγμένη μονάδα που ζει στο σκοτάδι και την απομόνωση, κλειδαμπαρωμένη σε μια απομόνωση που δε δικαιολογεί ούτε το σκοτάδι, ούτε τον αυτοεξοστρακισμό, μονάδες που όλοι έχουμε ή θα γίνουμε τελικά μέσω της διαρκούς τεχνολογικής ανάπτυξης που κρύβει την αρχική αιτία ανάγκης της, για λόγους οικονομικού συμφέροντος με απώτερο σκοπό τη διακοινώνηση της ανάγκης πειθαρχίας σε αρχές που θέλουν να συγκεντρώνουν από κάτω τους τα άνοα πρόβατα χωρίς ψυχή που πουλήθηκε πριν καν ακόμα αποκαλυφτεί, εντυπωσιασμένη από ψεύτικα χρώματα κι ανύπαρκτες ουσίες που μιμούνται τη λογική και την ποιότητα. Πετάει κάθετί περιττό, το ξεσκίζει να πεταχτούν έξω έντερα που αποδεικνύονται χάρτινα σαν τα ψεύτικα φρούτα που βλέπαμε στις βιτρίνες των επιπλάδικων παλιότερα και μιμούνταν την ιδέα μόνο του πως θα ήταν, εικόνες που παίρναμε μαζί μας και πλάθαμε, δημιουργώντας την ανάγκη για ένα πιο περίπλοκο κομό, η μια σκαλιστή τραπεζαρία για να κάνει τη ζωή να φαίνεται περιπλοκότερη.
Ο Όε χρησιμοποιεί πολύ στο λόγο του την παρομοίωση, η οποία εξυπηρετεί παράλληλα με την πλοκή, τη διήγηση άλλων ιστοριών που δε λέγονται φωναχτά, για τον ίδιο το συγγραφέα, την Ιαπωνία, το συνειρμό μέσα στον καθένα μας, μα το κυριότερο πρόκειται για ένα καλοδουλεμένο μηχανισμό που στόχο έχει, να δει ο αναγνώστης το νιώσιμο που αισθάνεται εκείνη τη στιγμή ο Μπερντ, όπως παρομοιάζει το συσκοτισμένο σαλόνι, με αχυρένιο στρώμα για άρρωστα ζώα σε έχει πάει ακριβώς εκεί που θέλει. Δε θέλει να αισθανθείς ότι αισθάνεσαι κανονικά σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο μπαίνοντας απ’ τον ήλιο, αλλά πως θα αισθανόσουν αν ήσουν άϋπνος, με ντροπή και λύσσα για το ετοιμοθάνατο παιδί σου, με ένα μπουκάλι ουίσκι στο σπίτι μιας φίλης που κάποτε π..δηξες και το σκοτάδι εκείνη τη στιγμή, σ’ εκείνο το σαλόνι είναι σαν το μαγαρισμένο, βρώμικο και νωπό άχυρο που ξαπλώνουν ζωντανά με ασθματικές ανάσες, πυορραγία και τη βρόμα του αναγγελθέντος προκαταβολικά θανάτου. Ή όταν μέσα στη σοβαρότητα της στιγμής σου γράφει πως η Χιμίκο πριν πιει το ουίσκι, πλαταγίζει το κάτω χείλος σαν ουρακοτάγκος που γεύεται κάποια λιχουδιά είναι τόσο αναπάντεχα αστείο που αντί να γελάσεις, μένεις άλαλος και σιγά σιγά συνειδητοποιείς τι διάβασες, γελάς, αλλά έχεις καταλάβει όμως. Σε έχει πάει ο συγγραφέας εκεί ακριβώς που θέλει αυτός. Κάπου κάπου το χιούμορ κι ο σαρκασμός του με ρήμαζαν. Θυμάμαι τη στιχομυθία που γράφει για τον κινέζο πίθηκο, γέλασα τόσο πολύ που μετά πονούσα.
Το sex με τη Χιμίκο: Για το Μπερντ το sex ήταν πάντοτε μια στιγμή στα σκοτεινά χωρίς να φαίνονται κορμιά μ’ ένα τρόμο απείρου για το αιδοίο και τον κόλπο. Και επιπρόσθετα των υπολοίπων, της γενικής τάσης φυγής απ’ το αναπόδραστο που έχει μόνος του δημιουργήσει, συλλέγοντας θραύσματα, ιδίως μετά το sex της αφύπνισης – τον ύπνο της απελευθέρωσης – το sex της συνειδητοποίησης καταλαβαίνουμε μαζί του, πως έπεφτε πάνω του σα ληθαργικό αγκάθι, ο πανικός με το μωρό πως ήταν η τιμωρία του για το φοβικό, αγχωμένο, ανεπαρκές sex της ντροπής, για τα 30.000 της Αφρικής, για όλες εκείνες τις στιγμές που πέρασαν ως ασύνειδα μυρμηγκιάσματα ανάμεσα στη λήθη και τη μνήμη και κατέληγαν σε αποτυχίες σαν τα γρέηπφρουτ. Και παρόλ’ αυτά, τα μαζεύει και διαφεύγει στο σπίτι της Χιμίκο. Αυτό όμως είναι κάτι άλλο: είναι η πρώτη φορά που τα καταφέρνει σε κάτι, η πρώτη φορά που κάτι μοιάζει καθαρό κι η πρώτη φορά που αντιμετώπισε ένα φόβο του, επιχειρώντας να τον κατανοήσει πριν απ’ όλα.
Όσον αφορά την απιστία δεν είμαι εγώ που θα κρίνω το Μπερντ. Υπάρχουν ορισμένες λύπες που απαιτούν δραστικά μέτρα για τη διαφυγή και επιπλέον επειδή είναι πολύ εύκολο να γατζωθούμε πάνω στην ανωριμότητα του Μπερντ, από πουθενά δεν επιβεβαιώνεται η τελειότητα των άλλων, ή της γυναίκας του, πως εκείνη δε βολεύεται είτε στην παράταση της ζωής τους μαζί με τους γονείς της, είτε στο ακαταλαβίστικο sex που αποτελεί δικαιολογία για να αποφεύγουν ο ένας τον άλλο, με την ίδια αηδία, των ταμπού εκείνων που θέλουν το sex ως οτιδήποτε άλλο εκτός από αυθύπαρκτο τρόπο επικοινωνίας. Κι η Χιμίκο δεν είναι η ερωμένη απ’ τα παλιά, είναι και φίλη. Είναι εκείνη που του τηλεφώνησε για να πάει να ξεκρεμάσει τον άντρα της, μετά την αυτοκτονία του, είναι εκείνη που τον βοηθάει να ξεφύγει από μια νοσηρή κατάσταση φυγοπονίας κι αυτομαστιγώματος, χωρίς ωστόσο να του χαρίζεται για τις φαντασιοπληξίες της Αφρικής, με τους οδικούς χάρτες. Το ίδιο το βιβλίο για την Αφρική και οι οδικοί χάρτες τη στιγμή που γίνονται υπόθεση εργασίας για τη Χιμίκο κι αργότερα γεννούν τη δική της φυγή αυταπάτης, παραμένουν για το Μπερντ απροσπέλαστα σημεία αναφοράς για να δικαιολογήσουν την ύπαρξη του ονείρου, όπως τα σμιξίματα με τη Χιμίκο σημεία αναφοράς της κατανόησης του κόσμου, χωρίς περαιτέρω διάθεσης προσωπικής αναζήτησης κι ανάπτυξης, πέρα απ’ την ικανοποίηση της αναγνώρισης του προβλήματος, που προέκυψε τυχαία, παρά με κόπο και συνειδητή προσπάθεια, ενώ παράλληλα περιμένει πάνω απ’ το τηλέφωνο να του ανακοινωθεί πως ο γιος του πέθανε, με μια εντολή που έδωσε σε κάποιον άλλο, ενώ εκνευρίστηκε όταν το λευκό που έδωσε στο γιατρό, ως η υπέρτατη βλασφήμια φυγοπονίας του καρκινώματος μέσα του που ένιωθε τον πανικό της ανάγκης συνειδητοποίησης που εκκολαπτόταν, έγινε παράλληλα κοινή επιθυμία με την πεθερά του, αλλά όχι για να δικαιολογήσει πια τη δική του ανάγκη, παρά μόνο την ανάγκη να μην ταραχτεί το δικό της παιδί από το παιδί έκτρωμα.
Είναι ένα πολύ σπουδαίο βιβλίο γιατί είναι προσωπική υπόθεση να αντέξεις την κριτική σου και να μην καταρρέεις σα χάρτινος πύργος από επιχειρήματα που δε δικαιολογούν την ύπαρξη, παρά μόνο την υστεροβουλία ενός μηχανισμού που σκοπό έχει να σε απομονώσει όπως χιλιάδες άλλους, απ’ την κατανόηση της ζωής και να μην παραμένεις θύμα, αλλά σκεπτόμενος άνθρωπος. Κι είναι προσωπική υπόθεση ταυτόχρονα κάθετί που αφορά δυο ανθρώπους σε ένα ενιαίο σύστημα και κανέναν άλλο, γιατί είναι ηθικά άμεπτο να μην αφορά κανέναν άλλο. Εκτός από κεινον που παλεύει να δικαιολογήσει πράξεις υστερόβουλες, όσο και πράξεις που αποδεικνύουν την άγνοια του κι αντί να αντιμετωπίσει το συνομιλητή του στρέφεται σε άλλους για να υποστηρίξουν μια υπόθεση αυταπάτης μερικά δοσμένη, έχοντας τους ανάγκη για να δικαιολογήσει τον εαυτό του στον εαυτό του, που του στερεί την προσωπική του ηθική αρτιότητα, γιατί είμαστε πρώτα για τον εαυτό μας, ό,τι θέλουμε να γίνουμε μέσα στην κοινή συνιστώσα του κόσμου.