"Οι φρουροί της Αχαΐας" εξελίσσονται στην περιοχή της Αχαΐας, με επίκεντρο δράσης τους την Πάτρα και το Αίγιο την εποχή της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Διάλεξα την Αχαΐα -από τις πιο ανεπτυγμένες κοινωνικά και πολιτιστικά περιοχές της Ελλάδας- για τα διονυσιακά τοπία της, το πλούσιο ιστορικό παρελθόν της, τη γραφική ρυμοτομία της, τη διάχυτη λαγνείας της, χαρίσματα που εμπνέουν στον μυθιστοριογράφο έναν ενδιαφέροντα σε πλοκή ιστό. Σ' αυτόν τον ιστό εμπλέκονται πρόσωπα απ' όλες τις γενεές και τις κοινωνικές τάξεις: βιομήχανοι, εισοδηματίες, πολιτευτές, επαγγελματίες, γυναίκες φιλήδονες, πανεπιστημιακοί καθηγητές, φοιτητές, κληρικοί, τύποι του υποκόσμου, κοσμικοί, άνθρωποι της πιάτσας, κινημένοι στην καθημερινή τους συμπλοκή από λογής συμφέροντα. Κορυφαίο γεγονός είναι η διαμάχη δύο οικογενειών, γύρω από τις οποίες υφαίνεται μια διελκυστίνδα από δραματικές φάσεις επιβολής και υποταγής με καταστροφική κατάληξη.
Δεν είναι βιβλίο που μπορείς να σημειώνεις στα περιθώρια όπως συμβαίνει με άλλα. Λόγος περίτεχνος, χειμαρρώδης, κάνει την ψυχή του αναγνώστη να παραπονιέται. Θέλει με την ίδια άπλα να της παραχωρηθεί χάρη σο χαρτί. Ανοίγω το ημερολόγιο μου, σημειώνω μια εδώ, την άλλη εκεί τυχαίες σκέψεις, κάτι για ένα χαρακτήρα που μου θύμισε κάτι άλλο, περιμένω διαρκώς να νιώσω πως μπορώ να γράψω κάτι ολοκληρωμένα. Άφησα να περάσει καιρός αφού τελείωσα τον πρώτο τόμο. Αν ο συγγραφέας μπόρεσε να πιάσει το νήμα του 10 χρόνια μετά, γιατί να μη μπορώ κι εγώ να συνεχίσω, μόλις μερικές βδομάδες μετά;
Πρώτες σκέψεις πως το ξεδίπλωμα με άφησε άφωνο, τόσες προσωπικότητες ξέχωρες, διακριτές και χωρίς να ξεθωριάζουν μέσα μου. Δε μπορούσα να τις ανακαλέσω πριν το πιάσω, αλλά ήταν μόνο κοιμισμένες. Κάτι άλλαξε όμως σε ‘μενα. Μιλάει η Βασιλίνα με τον πατέρα της κι ο διάλογος μου θυμίζει έναν άλλο με τον Περ, στην Αίθουσα του θρόνου. Διάβαζα, μισοκαταλάβαινα, γυρνούσα σελίδα και συνέχιζα. Σταματούσα, επέστρεφα. Διάβαζα πάλι. Ναι είχα κατανοήσει και όμως δεν ήταν αρκετό. Δε μου έφτανε όχι επειδή κάτι του έλειπε, αλλά επειδή ήταν πολύ. Εντάξει οι βόστρυχοι – συνειρμοί σαν την πλέξη του βελούδου, στο κοτλέ που σχεδόν θυμίζουν ευθείες, παράλληλες γραμμές, όμως ο λόγος παραγινόταν περίτεχνος. Μ’ ενόχλησε.
Μιλά η Βασιλίνα με τη Μελιώ. Η Μελιώ είναι διαταραγμένη. Έχει φουσκώσει το ποτάμι της και θα ξεχειλίσει. Όμως ο διάλογος στη νύχτα μοιάζει αφύσικος, μοιάζει έξω απ’ τις δυνατότητες τους, πέρα απ’ την ηλικία τους. Μιλά ο συγγραφέας, σ’ ένα τσάκισμα με το εγώ του, έτσι το αισθάνομαι. Τα κορίτσια έχουν προς στιγμή ξεθωριάσει για χάρη της φόρμουλας του κελιού που συγκρατεί την ανώτερη σκέψη, το υψηλό νόημα και θυσιάζει τη φυσική έκφραση. Και όμως σε αυτό ακριβώς το σημείο άφηνα πίσω μου κάθε σκέψη για την έκφραση και άρχισα να βυθίζομαι ξανά στην ουσία του μυθιστορήματος.
Η μεγαλύτερη συνέπεια προέρχεται απ’ την ασυνέπεια μεταξύ αυτής της ουσίας του μυθιστορήματος και της όψης. Ο αναβρασμός είναι γενικός. Η διαμαρτυρία ουσιαστική. Βαρύς κραδασμός χωρίς συνήθεις υπόπτους. Βρίσκονται παντού, αγγίζουν όλη την κοινωνία. Μόνο κάποιοι παραμένουν γαντζωμένοι στην ουτοπία κι άλλοι σ’ ένα καπηλευμένο εθνικισμό. Κι η ίδια ασυνέπεια εμφανίζεται και σ’ εκείνους που τάσσονται με τον αναβρασμό, για να τον ανατρέψουν. Ρόλοι συνηθισμένοι, ηθοποιοί συνηθισμένοι, ή ασυνήθιστοι, λιγότερο ή περισσότερο επιρρεπείς στην άρχουσα τάξη, ή στην αναστροφή της.
Στην πορεία το βιβλίο δείχνει διαρκώς τη συγγένεια του συγγραφέα, με το διανοητικό παρελθόν του, αλλά και την πορεία απ’ το ένα μέρος στο άλλο. Πρόκειται για μια σκάλα πνευματική, πολιτική, ουσιαστική που κανένας αναγνώστης δε μπορεί ν’ ανέβει αμαχητί. Κι ωστόσο σε όλη τη διάρκεια πουθενά δε μπορείς να αγνοήσεις ότι η φυσική εξέλιξη των πρωταγωνιστών πνευματικά – ηλικιακά δε θα μπορούσε να είναι τέτοια, αφού το βιβλίο ακολουθεί άμεση χρονική συνέχεια. Δεν πείθουν οι χαρακτήρες ως άτομα της ηλικίας και των βιωμάτων τους, παρότι οι διαδρομές και οι συνειρμοί του συγγραφέα, είναι γοητευτικοί, όσο και το ταξίδι του: ένα ταξίδι στο οποίο κάνει διάλογο με το Ντμίτρι Καραμαζώφ, διαστέλλει και συστέλλει τα διαβήματα των Νίτσε, Κιρκεγκώρ, Καστοριάδη, Σπένσερ, ανταποκρίνεται στη Μυστική Ζωή, γνέφει ευπροσήγορα στον Ανδρέα Φραγκιά, συντηρεί την απόσταση αλλά και τη συγγένεια με τον Αριστοτέλη και κάνει εντονότερη από ποτέ την ουσιαστική αλληλοδιαδοχή και το διχασμό, ανάμεσα στο Βενιζελισμό και τον Αντιβενιζελισμό, τονίζοντας τη μεγάλη σημασία της μνήμης που είναι αυτή που μας σώζει απ’ τη λήθη, διότι τα μέτωπα πολλά, τα αίτια για να διαφέρεις, να απέχεις, να αντικρούεις, ελίσσονται, αλλάζουν απόχρωση μα τελικά μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους από εποχή σε εποχή, όσο εμείς απέχουμε απ’ την ιστορία μας και επαναλαμβάνουμε βήματα που δε μας οδηγούν πουθενά, παρά μόνο στα σκοτάδια της απομόνωσης, της άρνησης, της ανόητης αναζήτησης για την αγελαία τριβή με οποιοδήποτε κόστος, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει τίποτα κοινό. Όμως αυτή η ίδια τομή πάνω στη γέλη που συνδέει το Βενιζελισμό, με τον Αντιβενιζελισμό είναι και μια απάντηση στο Σαρτρ για τη δική μας ρίζα στην οικονομικοπολιτική επίπτωση και τη φθορά απ’ τους πολέμους και τη Μεγάλη Ιδέα, ως τη Χούντα.
Και σε αυτό το κλίμα στέκουν βράχοι και βρόγχοι, χαρακτήρες που πείθουν στα κίνητρα της υπόστασης τους, είτε μιλάμε για τη Μελιώ, ή ακόμα και για το Δελλαπόρτα. Και άλλοι ανταποκρίνονται στο ίδιο κάλεσμα και την ίδια στιγμή παραμένουν αινιγματικοί σαν την Αργυρίου. Ακόμα και το αλισβερίσι της Μελιώς με το νεαρό Αλέξη, με ανατρίχιασε, μου θύμισε πάρα πολύ μια κατάσταση στην οποία είχε εμπλακεί μια φίλη.
Και γύρω απ’ όλους στέκουν οι Φρουροί. Όλα αυτά τα ανθρωπάρια που σε κάθε εποχή αγκαλιάζουν κάθε χαλκευμένη πτυχή της Ιστορίας επικαλούμενα την αυθεντία, στη ρίζα της Γλώσσας. Και πάνω απ’ όλα παραμένει ένα βαθιά ερωτεύσιμο μυθιστόρημα, με ερωτική ατμόσφαιρα που φυλακίζει την ίδια την ερωτική και αινιγματική Αχαϊα φωτίζοντας τα μονοπάτια που οδήγησαν στην άνοδο και ψηλάφησαν την πτώση που θα ακολουθούσε, κυρίως πολιτιστικά και που ευτυχώς ώσπου να συμβεί, έθρεψε πολλές γενιές φοιτητών και μένει πάντα στις καρδιές μας, όσο μακριά κι αν βρισκόμαστε.
Πέντε για το ταξίδι, πέντε για τις ιδέες, πέντε για το Διάλογο με τον Αθανασιάδη και τις πύλες που μου πρόσφερε και τέσσερα για την πνευματική ανακολουθία των χαρακτήρων και το συχνά βάρβαρα περίτεχνο ύφος.
3.5* Στην παραλία τον τελευταίο καιρό με συντρόφευαν οι Φρουροί της Αχαΐας, του Τάσου Αθανασιάδη και μπορώ να πω ότι μου έκαναν πολύ καλή παρέα. Μυθιστόρημα πληθωρικο και πολυπρόσωπο, με όμορφη λυρική γραφή και αρκετά ενδιαφέρουσα πλοκή, με μια ζωντάνια στους διαλόγους που πολλές φορές γίνονται φιλοσοφικοί,ισως και πολύ φιλοσοφικοί για την ηλικία των ηρώων του αλλά δεν πειράζει. Πάρα πολύ μεγάλο, η ιστορία κυλάει αργά, κάποια πράγματα μοιάζουν να επαναλαμβάνονται και κάποιες στιγμές μπορώ να πω ότι άρχιζε να με κουράζει αλλά αυτό δεν κρατούσε για πολύ. Μια ενδιαφέρουσα ιδέα, μια πανέμορφη περιγραφή, κάτι καινούργιο στην πλοκή ανανέωνε το ενδιαφέρον μου κι έτσι φτάνοντας στο τέλος μπορώ να πω ότι το ευχαριστήθηκα.
Για τους «Φρουρούς της Αχαΐας» πραγματικά δεν ξέρω πώς να εκφράσω το σύνολο των συναισθημάτων που βίωσα. Στο επίμετρο ο Ανδρέας Καραντώνης γράφει μεταξύ των άλλων: «Ο Αθανασιάδης πλούτισε τη σύγχρονη λογοτεχνία μ’ ένα τέλειο στο είδος του μυθιστόρημα. Και, για να μη θεωρηθούμε υπερβολικοί, ας πούμε… μ’ ένα σχεδόν τέλειο μυθιστόρημα». Ε, λοιπόν, συμφωνώ απόλυτα! Θαυμαστός ο Αθανασιάδης για την έμπνευση, τη γραφή του, την καθαρή σκέψη με τη βοήθεια της οποίας πολύ προσεκτικά εξελίσσει τους ήρωες χωρίς επαναλήψεις ή λάθη καθώς και για αυτά που λέει πίσω από τις λέξεις, το διδακτικό του περιεχόμενο. «Οι Φρουροί της Αχαΐας» είναι ένα δραματικό έργο, το οποίο όμως σίγουρα είναι βγαλμένο μέσα από τη ζωή με γεγονότα που είναι πιθανό να συμβαίνουν και να συμβούν. Ο Τάσος Αθανασιάδης κατάφερε να πλάσει ήρωες τόσο άτρωτους όσο και τρωτούς, να αναδείξει το καλό μέσα από το κακό και το αντίστροφο, να δείξει τη στιγμιαία κυριαρχία του κακού πάνω στο καλό, να πείσει για την ύπαρξη των ηρώων του, να ενσωματώσει έστω και προσωρινά τη ζωή των Φρουρών της Αχαΐας μέσα στη ζωή των αναγνωστών. Όταν τελείωσα την ανάγνωσή του το μόνο που επιθυμούσα ήταν να είχα άλλες τόσες σελίδες να διαβάσω και αισθάνθηκα ως βίαια κάποιος να ανέκοψε το μαγευτικό ταξίδι που κάμποσες μέρες έκανα…
2/5 ο δεύτερος τόμος, συνολικά στο έργο κάτι λιγότερο από 3/5. Στα υπέρ η λογοτεχνική γλώσσα και οι λυρικές περιγραφές, καθώς και κάποιοι ενδιαφέροντες χαρακτήρες, όπως η κακομαθημένη-μπουχτισμένη Μελιώ, η γιαγιά Βίλλη και η Αναστασώ. Στα κατά η φλυαρία, ειδικά σε κάτι επιτηδευμένους φοιτητοδιαλόγους (μα καλά, αυτή η γενιά, στα 20 της, είχε άποψη για την ποίηση, τη φιλοσοφία του Καντ, την πολιτική, το αντικείμενο των σπουδών της και ένα κάρο αλλά πράγματα και μάλιστα σε βάθος; Πότε πρόλαβε να εντρυφήσει;), η μη ξεκάθαρη πλοκή (τελικά τι είναι, ένα πολιτικό μυθιστόρημα, σχεδόν απολογητικό από την πλευρά της αστικής τάξης, όσον αφορά την "αντίσταση" κατά τη διάρκεια της 7ετιας, ή ένα μυθιστόρημα-ποταμός, στα πρότυπα του Μιντλμαρτς, των Ρουγκόν-Μακάρ, της Ανθρώπινης Κωμωδίας και των Ρώσων του 19ου αιώνα;), κάμποσα πραγματολογικά λάθη (το ξεροβόρι δεν σαρώνει την Πάτρα κατεβαίνοντας από το Παναχαϊκό, ούτε η πασχαλιά συνυπάρχει την ίδια εποχή με το αγιοκλημα, ενώ η σκηνή του φονικού δεν είναι καθόλου πειστική), μα κυρίως, η αργή εξέλιξη: σε σχεδόν 800 σελίδες χτίζεται ο κόσμος, με αναδρομές, κτλ, σε 150 σελίδες λαμβάνουν χώρα κάμποσες εξελίξεις/ανατροπές και μετά την κορύφωση, το έργο τελειώνει σε 20-30 σελίδες. Προσωπικά, δεν μπορώ να δεχτώ ανοικτό τέλος για όλους, μα όλους τους χαρακτήρες, μετά από μια χιλιάδα σελίδες (ούτε μπορώ να δεχτώ ότι υπαινίσσονται κάμποσα, τα θέλω ρητά). Θα ήθελα τη γνώμη κάποιου πατρινού, εάν η αναπαράσταση της ζωής του τόπου εκείνης της εποχής είναι ακριβής ή όχι. Επίσης, απορώ πώς αυτό το βιβλίο βραβεύτηκε από την Ακαδημία, όμως καταλαβαίνω απόλυτα γιατί έγινε σειρά, και μάλιστα δύο φορές (η πρώτη, στα 1981, ακυρώθηκε ενώ είχαν γυριστεί 14 επεισόδια, με την έλευση της αλλαγής και της κομπλεξικής νέας διοίκησης της ΕΡΤ). Εν ολίγοις, όσοι διαβάζουν ρομάντζα τύπου Μαντά κτλ, ας το διαβάσουν για να ανέβουν κάποια επίπεδα, σίγουρα θα τους αρέσει. Οι υπόλοιποι ας κρατάνε μικρό καλάθι. ΥΓ: θα διαβάσω κάποια στιγμή και τους Πανθέους. Στο επίμετρο αναφέρεται ότι, πρακτικά, οι Φρουροί αποτελούν μεταφορά των Πανθέων σε άλλη χρονική περίοδο.
Το πρώτο που έκανα ένα ουφ που το τελείωσα . Ειλικρινά απορώ με αυτούς που το θεωρούν ένα κομψοτέχνημα γραφής . Κουραστικό , συχνά επαναλαμβανόμενο τόσο που κουράζει , ένα τέλος χωρίς έλεος , ένα πάρτυ τρικούβερτο που δεν έπρεπε να γίνει , μια συνεδρίαση σε ένα αχυρώνα, φώτα σβήνουν φώτα ανοίγουν , βραχιόλια αποδείξεις μοιχείας σε βιτρίνα χάνονται , ξαφνικά η Μελιώ σε πέντε λεπτά ανακαλύπτει όσα μας διηγούνταν ο συγγραφέας σε δυο τόμους και αποκτά ικανότητες υπερφυσικές για να πνίξει το Ζανή. Απογοήτευση
Εξαιρετικό, αστικό μυθιστόρημα με πολλούς διαφορετικούς χαρακτήρες. Έχοντας περάσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου στο Αιγιο, βρήκα όλες τις αναφορές σε αυτό, και την Αχαΐα γενικότερα, συγκινητικές. Υπήρξε πραγματικά μια πλούσια και ακμάζουσα περιοχή!
Πρέπει να είναι η μοναδική περίπτωση έργου που η Ντενίση... το έκανε καλύτερο στη μεταφορά. Δεν κατάλαβα προς τι ο ντόρος για το έργο, αλήθεια. Όσοι βάλανε 5 αστεράκια μάλλον έχουν διατελέσει φοιτητές στην Πάτρα και δεν το ξεπέρασαν ποτέ...
Κλασικό έργο της νεωτερης ελληνικής λογοτεχνίας. Άρτιο κ καλογραμμένο, με το γνωστό, ιδιαίτερο στυλ του Τ. Αθανασιάδη. Δεν μπορώ να πω ότι το ευχαριστήθηκα όσο τους ΠΑΝΘΕΟΥΣ ή ΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΟΥ ΘΡΟΝΟΥ.