Το βιβλίο με ταλαιπώρησε, τη μια το μισούσα, την άλλη το αποδεχόμουν. Συγγενείς του είναι Οι φρουροί της Αχαϊας, το Δίχως θεό κι η Καγκελόπορτα. Εκ των υστέρων, αναγνωρίζω μέσα του σπέρματα του Μπροχ και του Μπάτλερ. Αναφέρονται ο Σαρτρ και ο Ράσσελ, εγώ όμως βρίσκω μέσα του, το Μαρκούζε, το Μαλατέστα το Σπένσερ και ορισμένες απ’ τις ‘’φύσεις’’ της Εριστικής Διαλεκτικής και της Αυτάρκειας, του Σοπενάουερ.
Έχει όμως και μεγάλα μειονεκτήματα, που δύσκολα προσπερνούσα. Θέλοντας να δώσει το βάθος της ενότητας χρησιμοποιεί φράσεις ολόκληρες και εικόνες όμοιες με τα παλαιότερα έργα του, ενώ στις σημειώσεις τα μνημονεύει κιόλας. Αυτό απ’ τη μια είναι έντιμο και από την άλλη δρα και ως διαφημιστικό, με ενοχλεί. Μπορεί να μην ήταν αυτή η πρόθεση του συγγραφέα. Κάτι ακόμη, που θεωρώ πως ο συγγραφέας δεν εκμεταλλεύτηκε σωστά, είναι πως αν και οι Φρουροί τοποθετούνται στην αρχή της Δικτατορίας και οι Εγγονοί στο πέρας, τα δυο βιβλία έχουν μια πελώρια διαφορά μεταξύ τους και αυτή είναι, η οπτική. Στη μια περίπτωση, ο συγγραφέας βρίσκεται πολύ κοντά στα χρόνια εκείνα, στην άλλη τα έχει ξεπεράσει. Στην πρώτη κοιτάει μέσα στο δωμάτιο απ’ το δωμάτιο, στην άλλη κοιτά απ’ τον κήπο μέσα στο δωμάτιο. Στην πρώτη βρίσκεται εκεί, στη δεύτερη κοιτάζει προς τα πίσω.
Από την άλλη πλευρά, το βιβλίο είναι πολύ περισσότερο καλοδουλεμένο στον ψυχολογικό μύθο των κινήτρων και των αντικινήτρων, ενώ κι οι χαρακτήρες είναι περισσότερο ολοκληρωμένοι, παρότι σε αυτό το βιβλίο, η νέα γενιά πρωταγωνιστεί κι οι προηγούμενοι δρουν ως απόηχος, ως κομπάρσοι.
Στο έργο υπάρχουν τρεις πυρήνες: ο έρωτας, η φιλοσοφία της τρομοκρατίας κι η δημοκρατούμενη αναρχία που ακολούθησε τα πρώτα χρόνια μετά την κατάλυση της Χούντας. Ένας κόσμος που θέλει ν’ αφήσει πίσω του – κι εδώ το βιβλίο διασταυρώνεται πια με τους Μοιραίους και με την Κυρά – Κούλα – εκείνη την περίοδο. Θέλει να σταματήσει να είναι μέρος του ολέθρου τόσων πολέμων. Κόσμος που υπέφερε, κόσμος που έδρεψε κι εξελίχτηκε, κόσμος που δεν επηρεάστηκε καθόλου. Κι εδώ το βιβλίο, συναντά το παραγνωρισμένο αριστούργημα του Τερζάκη, το Λυκόφως των ανθρώπων κι ίσως να διαξιφίζεται με τον Κίτρινο φάκελο.
Όλοι κάπου τοποθετούνται στο μετά και όλοι όμως θα πληρώσουν κάποιο τίμημα. Ο συγγραφέας στρέφει το βλέμμα του και κοιτά κατάφατσα την ασυδοσία και της αρνείται το ρόλο του βαμπίρ. Δεν είναι ούτε καταχθόνιο πλάσμα της νύχτας, ούτε μύθος. Υπάρχει, είναι μπροστά μας και πεινάει. Πεινάει πάρα πάρα πολύ.
Υπάρχουν όμως τελικά πολλοί λόγοι, πολλές ‘’συμπτώσεις’’ που με ενόχλησαν κι επαναληψιμότητα σε μοτίβα ‘’ζευγαριών’’, ηρώων σετ. Με απογοήτευσε αυτή η διαλεκτική, ανάμεσα σε προκαθορισμένα απ’ άλλα του βιβλία, που δεν έχει εξελιχτεί, δεν έχει αλλάξει την οπτική της. Είναι ένα βιβλίο χαιρέτισμα στην καριέρα του συγγραφέα.
Το μεγάλο ατού του όμως, είναι πως διαρκώς και παντού μας διηγείται μια και μόνη ιστορία και διαποτίζεται βαθειά απ’ αυτή: είναι η καθ’ ολοκληρία, δική του απόδειξη αυτού που ονομάζει ‘’αρχή της διπολικότητας που κυβερνά τον κόσμο’’, η ίδια που αποτελεί επίσης ‘’εμμονή’’ του συγγραφικά σύγχρονου Πύντσον.
Ορισμένες φράσεις που κίνησαν το ενδιαφέρον μου:
<< Το τίμημα για κάθε παράβαση είναι μια διάσπαση εσωτερική, αυτή που –ας μην το ομολογείς- τη ζεις και συ… Μπορεί ο άνθρωπος με την ανυπακοή να βιώνει κάποια μορφή φαινομενικής ελευθερίας, χάνει όμως την εσωτερική του ενότητα, που την αποκτά μόνο με την πίστη στο Θεό. Η εξωστρεφής εποχή μας γνωρίζει και παραδέχεται μόνο τον εξωστρεφή τρόπο της σκέψης >>
<< Η υπερβολική ελευθερία, Αδριανέ, οδηγεί στη μοναξιά. Και μέσα στη μοναξιά, είτε χτυπιέσαι με τον εαυτό σου όπως ο Νίτσε, είτε αποθηριώνεσαι, όπως ο Χίτλερ >>
Αυτή εδώ η φράση είναι πολύ σημαντική. Είναι το είδος της φράσης που θα απογείωνε τον Καμύ αν τη διάβαζε, είναι σχεδόν εφάμιλλη του κεφαλαίου στον Επαναστατημένο Άνθρωπο που αναφέρεται σε αυτό το θέμα. Είναι η φράση που του λείπει.
<< Μέσα στη χαρά της, έβρισκε πως όλοι ήταν καλύτεροι απ’ όσο τους νόμιζε >>
<< Το ζήτημα είναι να βρεις την αυτάρκεια σου, τότε μονάχα έχει αξία η προσφορά μας στον άλλο >>
<< Ήταν μέσα στην ηθική της αισθησιακής φύσης της, να κάνει υποχωρήσεις στο <<γόη>> άντρα, κι αν ακόμη στα κατάβαθα της τον μισούσε γιατί τελικά την υποδούλωνε >>
<< είναι πολύ αυτάρκης. Δεν αισθάνεται την ανάγκη να πάρει. Κι εγώ θέλω να δώσω >>
<< Και οι επιθυμίες των γέρων είναι περισσότερο σταθερές, γιατί είναι απραγματοποίητες >>
<< Τώρα πια δεν έχω να νοσταλγήσω τίποτε μέσα απ’ το καράβι. Η νοσταλγία βλέπετε, είναι μια συντροφιά >>
<< το παρελθόν αυτό προϋπήρχε όταν εκείνος ήταν ακόμη παιδί και είχε γίνει σιωπηρά δεκτό σαν κάτι νόμιμο >>
<< Το δράμα του ανθρώπου παιδί μου, γεννιέται από την ανισότητα σε αντοχή ανάμεσα στον εγκέφαλο του και το υπόλοιπο σώμα του: Στο ένα κρύβεται κάτι το θεϊκό σε ισχύ, στο άλλο κάποιο σατανικό φιάσκο >>
<< Όσο πιο αυτάρκης είσαι, τόσο πιο ανθεκτικός γίνεσαι στις αντιξοότητες >>
Παρακάτω συναντούμε τις φωνές του Ντοστογιέφσκι και του Ιονέσκο.
<< Άνθρωπος πολύ μόνος. Κάτι ξέρω απ’ αυτή την άμυνα του Μόνου… Καμιά δύναμη δεν μπορεί να της παραβγεί… Δεν είναι πάθος, όπως ο σφοδρός έρωτας, για να χορτάσεις, μα ένστικτο αυτοσυντήρησης, που απαιτεί αδιάκοπη φροντίδα για να το ικανοποιείς. Μοιάζει σαν συρίγγιο, που σε απειλεί να κακοφορμίσει αν το παραμελήσεις. Απ’ όποιο πάθος και να συγκλονιστεί ο Μόνος, θα επανέλθει τελικά στον εαυτό του νηφάλιος, όπως το εκκρεμές στην κατακόρυφη θέση. Μην τον φοβάσαι. Η μοναξιά του είναι μαζί η αδυναμία του και η δύναμη του. Εγώ αυτό το ονόμασα <<Απελπισία>>. Απ’ την απελπισία μπορείς να απελευθερώσεις μεγαλύτερη δύναμη απ’ όση απ’ τον πυρήνα του ατόμου. Τις προάλλες διάβασα μια σκέψη απ’ τους Αδελφούς Καραμάζωφ του Ντοστογιέφσκι: ‘’Ο απελπισμένος ευχαριστιέται συχνά να παίζει με την απελπισία του, από απελπισία ίσως…’’ Ε πάνω σ’ αυτό το παιχνίδι θα προκληθεί κάποτε η καταστροφή >>
Η βαθμολογία 3 και στους δύο τόμους, είναι 3+.