Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος "Κατεδαφιζόμεθα" είναι ένας νέος με πνευματικές ανησυχίες, όνειρα και φιλοδοξίες που δε βρίσκουν έδαφος για ανθοφορία μέσα στο ψυχροπολεμικό κλίμα της δεκαετίας του '50 κι έπειτα. Δύσπιστος και σκωπτικός, παλεύει μέσα και έξω από το περιβάλλον του, ανάμεσα στις συμπληγάδες μιας δοσίλογης, ξενόδουλης δεξιάς και μιας βαριά τρυματισμένης, μα πάντα δυναμικής αριστεράς. Αναζητάει με πάθος τον εαυτό του και το στίγμα της εποχής του. Οργίζεται αμφισβητεί, παραπαίει, αρνείται να ξοδέψει τον ενθουσιασμό του για ότι θεωρεί ξεπερασμένο και αποτυχημένο. Μα προσέξτε τον, δεν είναι πάντα αυτό που θέλει να λέει... Η πένα της Διδώς Σωτηρίου μας φέρνει κοντά στους προβληματισμούς και στις τραυματικές εμπειρίες της γενιάς της κατοχής και της γενιάς του εμφυλίου, για να μας ζεστάνει τελικά με τη θέρμη της ανθρωπιάς και της ελπίδας...
Dido Sotiriou (Greek: Διδώ Σωτηρίου) was born in Aϊdini of Asia minor, in 1909, the daughter of Evangelos Pappas and Marianthi Papadopoulou. In 1919 she moved with her family to Smyrni (Izmir) but following the destruction of 1922 she fled to Greece. In Athens she completed her general education having as teachers the then literary figures Kostas Paroritis and Sophia Mayroeidis-Papadakis amongst others. She studied at the French Institute of Athens and in 1937 she briefly attended a course in French Literature at the University of Sorbonnis. In 1936 she officially turned to professionally practicing Journalism. She worked for the magazine “Gynaika” (Woman) (as editor-in-chief) and then went on to work for newspapers “Neos Kosmos” (New World) and “Rizospastis” (The Revolutionist) (again as editor-in-chief from 1944), while during the duration of the German Occupation collaborating with Melpo Aksioti, Elli Alexiou, Elli Pappa, Titika Damaskinou, Elektra Apostolou, Chrysa Chatzivasileiou and other Greek women who were members of the Resistance. In 1935 she took part in the congress of the Comity in Geneva, where she met Vladimir Ilyich Lenin’s comrade Alexandra Mikhailovna "Shura" Kollontai and in 1945 she took part in the founding congress of the Women’s International Democratic Federation in Paris. She first appeared on the literary scene in 1959 with the publication of her first novel “Oi Nekroi Perimenoyn” (The Dead Await). Her works have been translated into many foreign languages. Dido Sotiriou belongs to the Greek novelists of the 1920-1940 eras. Her work moves in the planes of realism with the presence of the self biographical element strong and the emotional participation of the author in the adventures of her protagonists. Her material is derived from the Asia Minor Disaster, the Civil War period and the period after the Civil War in Greece. With “Matomena Chomata” (published as Farewell,Anatolia in English) Sotiriou initiated her course towards a style of writing that combined fiction with her own distinct way of examining her issues from a historical aspect. A course which continued and bled into her next two novels “Entoli” (The Command) which had as a theme the case of Mpelogiannis and “Katedafizometha” (Shattered). She died in 2004.
Χωρίς να θέλω να μπω στο τρυπάκι φορμαλισμος - μαρξισμός, με ενόχλησε η μονοδιαστατη, αρνητική απεικόνιση των δεξιοφρων ατόμων και η, ουσιαστικά, εξυμνηση των αριστεροφρων. Σαφώς δεν περιμένω διαβάζοντας λογοτεχνία, να μάθω αντικειμενικά ιστορία, απλώς πάντα απολαμβάνω περισσότερο την ολοπλευρη παρουσίαση του ιδιαίτερου ψυχισμου του ατόμου. Οι χαρακτήρες μου φάνηκαν στεγνοί, ο πρωταγωνιστής ενοχλητικός και αρκετά αδικαιολόγητος στις αντιδράσεις και συμπεριφορές του, ακόμα κι αν προσπαθούσε πάντα να τα αναγάγει όλα στο παρελθόν του, τα παιδικά του χρόνια. Εντούτοις, με τρόμαξε το πόσα κοινά σημεία βρήκα με το σήμερα, στην κοινωνική κατάσταση της χώρας!!!
Μια αγοραπωλησία κατάντησαν όλα. Πόσα για μια ώρα; Πόσα για μια νύχτα; Πόσα για μια ζωή;
Η πλοκή εκτυλίσσεται στην περίοδο '55-'65, σε ειρηνικά χρόνια, κατά τα οποία ο κόσμος προσπαθεί να βρει τους ρυθμούς του μετεμφυλιακά. Πρόκειται για μια ασφυκτική περίοδο, ασταθή, με έντονες τις μνήμες του εμφυλίου, μέσα στην οποία βρίσκουμε τον Άρη, τον πρωταγωνιστή, να παλέυει για το μέλλον του, να απογοητεύεται με το οικογενειακό περιβάλλον, με τις συναναστροφές του, με το ρυθμό ζωής.
Ποιος φταίει για την απελπισία μου; Για την καχυποψία μου ποιος φταίει;
Η Διδώ Σωτηρίου, με τη γραφή της, ισοπεδώνει και απογυμνώνει μια κοινωνία που λειτουργεί με συμφέροντα, με μισαλλοδοξία, που ψεύδεται και εγκληματεί. Δίνει την κοινωνική τοιχογραφία μιας εποχής, ενός λαού που βρίσκεται σε σύγχυση, που μεταβάλλεται, και το κάνει με αριστοτεχνικό τρόπο, προσδίδοντάς του διαχρονική αξία και πνοή.
Είμαστε λαός φλύαρος. Ξεθυμαίνουμε με λόγια, χορταίνουμε με λόγια.
Το μυθιστόρημα αυτό της Σωτηρίου αποτελεί μια γροθιά στο στομάχι της υποκριτικής, μεταπολεμικής (αλλά και πανταχού παρούσας) "εθνικόφρονης" δεξιάς. Ο πρωταγωνιστής, ένα νέο παιδί στα μέσα της δεκαετίας του 50, ψάχνει να βρει ποια είναι η θέση του σε μια σαπίζουσα κοινωνία ισορροπώντας ανάμεσα σε ευνοημένους μπουρζουάδες και παράνομους ή μη, κατατρεγμένους προλετάριους. Η απάντηση, θεωρεί, βρίσκεται στην αλήθεια για την διαλυμένη του οικογένεια. Οι χαρακτήρες είναι πολυδιάστατοι και η ανάπτυξη και ανάλυσή τους καταπληκτική. Κάθε πράξη, έστω και εκ πρώτης όψεως αδικαιολόγητη, βρίσκει αιτιολόγηση σύμφωνα με τα δεδομένα του κάθε χαρακτήρα. Τα στάδια από τα οποία περνάει ο πρωταγωνιστής στην αναζήτηση του εαυτού του είναι διάσπαρτα από μικρές χαρές, απογοητεύσεις και έρωτες, μέχρι την τελική λύτρωση δια του συμβολισμού(;). Διαχρονικό και επίκαιρο όσο και συγκλονιστικό, αφήνει τον αναγνώστη με έναν κόμπο στο λαιμό, αλλά και ένα χαμόγελο αισιοδοξίας και το αίσθημα της προσωπικής ευθύνης που δεν σταματάει να υπάρχει ακόμα και σε καιρούς υποκρισίας και σκληρότητας.
Ένα πραγματικά ενδιαφέρον βιβλίο που με συνεπήρε και με κέρδισε. Η ιστορία ενός έφηβου του Άρη που μεγαλώνει με τις τρεις αδερφές του πατέρα του στη μεταπολεμική Αθήνα την περίοδο του ψυχρού πολέμου. Ο Άρης δεν έχει γνωρίσει μητέρα ή πατέρα και γνωρίζει μόνο όσα οι θείες του με μεροληψία και μίσος για τη μητέρα του του έχουν πει.
Η ιστορία αρχίζει να παίρνει μια νέα τροπή και να αποκτά ενδιαφέρον όταν ο Άρης λαμβάνει ένα γράμμα από το μόνο επιζώντα συγγενή από την πλευρά της μητέρας του, τον φυλακισμένο θείο, ένα γράμμα που ξυπνά έναν κυκεώνα συναισθημάτων και αναγκών για τον πρωταγωνιστή μας. Το περιστατικό αυτό με το γράμμα από τον θείο του αναστατώνει τον Άρη και τον εμπνέει να γράψει ένα ποίημα. Παρόλο η εμβρίθεια και οι πνευματικές του ανησυχίες ήταν παρούσες από την αρχή του κειμένου, είναι η πρώτη φορά που ο Άρης κταφέυγει στη γραφή για να εκφράσει τα συναισθήματά του και ο αναγνώστης περιμένει την εξέλιξη αυτής της πρώτης συγγραφικής απόπειρας.
Σε καμιά περίπτωση ο Άρης δεν είναι ο αναμάρτητος πρωταγωνιστής που δεν κάνει λάθη και θέλουμε πάντα το καλό του. Ο Άρης, ανήκει στη γενιά των αντι-ηρώων και γίνεται ο ίδιος ο αντιήρωας της δικής του ιστορίας σε ένα μεταμυθιστόρημα που γράφει ο ίδιος ο πρωταγωνιστής αφήνωντας τον αναγνώστη να απορεί από ποιον είναι γραμμένη τελικά αυτή η ιστορία. Όσο ασυμβίβαστος, με ελαττώματα και αδυναμίες και αν είναι ο Άρης, είναι αληθινός και φαντάζει υπαρκτός ακριβώς γιατί έχει αδυναμίες και ελαττώματα. Σε μια εποχή που ευημερούν μόνο όσοι είναι καιροσκόποι και δεν λογαριάζουν ιδανικά και ηθικές, ο Άρης προσπαθεί (αλλωτε με επιτυχία και άλλωτε χωρίς) να μείνει πιστός στα δικά του ιδανικά και αξίες, και θυμώνει με τις προηγούμενες γενιές που έχτισαν τα θεμέλια για ένα σήμερα που δεν σηκώνει άλλα οικοδόμιση ‘’Εμείς ούτε το χθες φτιάξαμε, ούτε και μας αφήνουν να στήσουμε σκαλωσιές για να προετοιμάσουμε κάποιο ανθρωπινότερο αύριο’’. Θεωρεί ότι υπόλογος για αυτό είναι η γλώσσα που είναι ανάπηρη και έχει γράψει μια κάλπικη ιστορία και αποφασίζει να την δημιουργήσει από την αρχή και σαν πρωτόπλαστος να διορθώσει τα κακώς κείμενα των προηγούμενων γενιών. Αυτό που δεν λογαριάζει όμως έίναι πως ο ίδιος δεν ξέρει ακόμα τη δικιά του κάλπικη ιστορία και μονο όταν συναρμολογίσει τα κομμάτια της οικογενειακής του ταυτότητας θα μπορέσει να γράψει την ιστορία του και να γνωρίσει τον εαυτό του μέσα από την ιστορία και την αλήθεια των γονιών του. Μόνο τότε θα μπορέσει να ανοίξει μόνος του τις πόρτες για ένα μέλλον που θα χτιστεί σε καινούργια, γερά θεμέλια, μόνο αφού το παρελθόν του θα έχει κατεδαφιστεί.
Δεν αμφιβάλλω ότι το βιβλίο έχει κάποια ιστορική αξία, καθώς αποδίδει με μεγάλη αληθοφάνεια πτυχές και τύπους της κατοχικής και μετεμφυλιακής Ελλάδας, δεν κατόρθωσε όμως να με συγκινήσει σαν λογοτεχνικό κείμενο, με εξαίρεση ελάχιστες σελίδες του. Ενώ τα δευτερεύοντα πρόσωπα και γεγονότα πείθουν, δείχνοντας ότι η συγγραφέας ήξερε καλά το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, ο κεντρικός ήρωας ούτε με έπεισε ούτε μου έγινε "συμπαθής", παρότι αυτό φαίνεται να είναι στις αφηγηματικές προθέσεις του βιβλίου. Υπάρχει επίσης μια επιφανειακότητα στην επεξεργασία διαφόρων φιλοσοφικών ιδεών για την κοινωνία, τη λογοτεχνία και άλλα θέματα, που με ξένισε, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι ήταν μια προσπάθεια να δοθεί ένα κλίμα ρηχότητας, χωρίς να υιοθετούνται απαραίτητα από την αφηγήτρια. Μυθιστόρημα ενηλικίωσης, έχει το κλασικό ελάττωμα αυτού του είδους και ιδιαίτερα των ελληνικών του δειγμάτων: η πλοκή, παρότι ξεκινάει με ένα πολύ δυνατό εύρημα, είναι τόσο χαλαρή και προσχηματική, ώστε έπιανα τον εαυτό μου να εκπλήσσεται συνέχεια από το πόσες αφηγηματικές ευκαιρίες χάνονταν κάθε τόσο.
Παρ' όλα όσα γράφω, το μυθιστόρημα δεν με κούρασε, αφού είναι γραμμένο σε όμορφη και στρωτή γλώσσα. Μετά από δεκάδες όμως μυθιστορήματα είτε ενηλικίωσης είτε για την Κατοχή και τη δεκαετία του '50-'60, αυτό δεν μου αρκεί. Ίσως αν το διάβαζα έφηβος να ενθουσιαζόμουν.
Σε ενα απο τα πιο "αδύναμα" βιβλία της συγγραφέως κατά τη γνωμη μου, βλεπουμε την Ελλάδα στην περιοδο της "χαλάρωσης" των αντιποίνων εναντια στον κομμουνισμό, ο οποιος όμως ακομα θεωρούνταν ενα τεραστιο ταμπού και λογος για συλληψη ή μεγαλες δυσκολίες στην καθημερινότητα
Όπως και στα προηγούμενα εργα της, η Σωτηριου κάνει καταπληκτική δουλειά στο να περιγράψει την εποχή εκείνη, τους ανθρώπους που την απαρτίζουν, το μυαλο με το οποίο σκέφτονταν και ολο τον παραλογισμό τοσο της εργατικης τάξης, οσο και της άρχουσας.
Δυστυχώς μου ηταν αρκετά δύσκολο να το διαβάσω στο μεγαλο του μέρος, καθώς η θέση των γυναικών εκείνης της περιόδου ήταν η χείριστη δυνατή και κατηγορ��ύνταν για ολα. Η ωμή χρήση της γλώσσας, οι χαρακτηρισμοί και η κανονικοποίηση της υποτίμησης της, ήταν ενα απο τα βασικότερα δευτερεύοντα σημεια της πλοκής, καθώς όπως ανέφερα η απεικόνιση της εποχής δείχνει να είναι ακριβής.
Έχοντας διαβάσει αρκετά απο τα βιβλία της, ξέρω οτι η στάση της συγγραφέως δεν είναι αυτή που φαίνεται από το βιβλίο. Παρόλα αυτά η επιλογή καταγραφής αυτης της κοινωνίας με αυτα τα γεγονότα, οπως και η επιλογή ενος άντρα πρωταγωνιστή νομίζω δεν της εδωσε την ευκαιρία να αποτυπωσει μια αλλη πλευρά που λείπει απο τα γραπτά της εποχής (κάτι το οποίο εκανε σε άλλα βιβλία της). Αυτό έγινε περισσότερο εμφανές στο τελευταίο μερος του κειμένου της, οπου στα πλαισια ανάγνωσης ημερολογίων, άλλαξε η οπτική απόδοσης της ιστορίας σε γυναικεία και αμέσως διορθώθηκαν πολλά από τα παραπάνω προβλήματα.
Δεκαετία '55-'65. Μπήκε με το αυταρχικό, εκδικητικό, μισαλλόδοξο κράτος της δεξιάς, βγήκε με δημοκρατία, έστω "καχεκτική", "κουτσή", όπως την ονόμασαν. Μπήκα μαθητής του δημοτικού, βγήκα φοιτητής. Η "δική μου" δεκαετία. Αρχισα το βιβλίο με μεγάλη λαχτάρα και απογοητεύτηκα. Δεν φταίει το βιβλίο που διαβάζεται από την αρχή ως το τέλος με μεγάλο ενδιαφέρον αλλά οι μεγάλες μου προσδοκίες. Πίστευα πως ό,τι ήταν τα "Ματωμένα Χώματα" για τη μικρασιατική καταστροφή, θα ήταν και το "Κατεδαφιζόμεθα" για τη δεκαετία "μου". Φευ! Δεν ήταν το "μεγάλο" βιβλίο που περίμενα. Ποιός φταίει; μάλλον οι προσδοκίες μου.
Εξαιρετικό βιβλίο! Είχα να διαβάσω πάρα πολύ καιρό ξανά Διδώ Σωτηρίου και νομίζω πως πρέπει να ξαναδιαβάσω τα ήδη διαβασμένα της βιβλία. Το βιβλίο είναι μια υπέροχη τοιχογραφία της ελληνικής κοινωνίας του 50 και 60 και πραγματικά αξίζει να διαβαστεί από την σημερινή γενιά, γιατί και η εξιδανίκευση του παρελθόντος είναι πολύ κακό πράγμα!
"Τι πνευματικό προλεταριάτο θα ήμασταν αν δε διαθέταμε τη φαιά μας ουσία κα ιτην κατάρτισή μα για το μεγαλείο και την ανάδειξη της άρχουσας τάξης μας" σελ 387
This entire review has been hidden because of spoilers.
Το πέμπτο αστέρι χάθηκε εξαιτίας της εξυμνησης των αριστερών και του "χαντακωματος" δεξιών. Άσπρη και μαύρη η θεώρηση, χωρίς περιθώριο για "κακούς αριστερούς" ή "καλούς δεξιούς".
Όχι πως θα προσπαθήσω να κρίνω το βιβλίο της κ. Διδώς Σωτηρίου, αλλά να επιβεβαιώσω ότι παρά το ζοφερό του θέματος είναι διαχρονικά επίκαιρο για την αποκαθήλωση ιδεών και ψυχών που επικρατούσαν στην μετεμφυλιακή Ελλάδα που προχωρούσε προς τας Ευρώπας. Η γραφή της πένας είναι καίρια, σαρκαστική, σκληρή χωρίς ωραιοποιήσεις και χαριτωμενιές και σε κάνει να σκέφτεσαι ότι είναι κρίμα που άνθρωποι τέτοιου βεληνεκούς δεν έγραψαν περισσότερα βιβλία και βαθιά μέσα σου χωρίς να το ομολογείς, πιο χαρούμενα, όχι σαν ροζ λογοτεχνία αλλά σαν εκείνα τα δειλινά του Σεπτέμβρη, ήσυχα και μαγευτικά.
Απλώς δε με ενθουσίασε. Ούτε υπερβολικά κουραστικό είναι, αλλά ούτε και λέει κάτι που να μην έχει ειπωθεί. Σχετικά συνεπές αν και μερικές φορές "χάνεται στο δρόμο", ενώ η εξέλιξη του ήρωα δεν έχει τη γραμμικότητα ή την ευλογοφάνεια που θα όφειλε.