Μια παρέα, μια πόλη, οι συγγραφείς της. Ένα κομμάτι αιωνιότητας εισχωρεί στη ζωή και στο σώμα του νεαρού συγγραφέα. Ο ανυπέρβλητος Φάουστ, το σύμβολο της ευρωπαϊκής ψυχής, μετενσαρκώνεται και η αυλαία του θρύλου του ανοίγει ξανά, αυτή τη φορά στις συνοικίες των μεγαλουπόλεων και στα νησιά της Ελλάδας. Ο νεαρός συγγραφέας-Φάουστ θα πάρει το δρόμο της ανθρωποθυσίας κρατώντας στην αγκαλιά του τα εικονίσματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το ταξίδι, η μοναξιά, ο ίλιγγος της παρωδίας, τα μεγάλα βιβλία που έχουν στοιχειώσει και σαν αρχαίοι υποκριτές υποδύονται τους ανθρώπους αλλά και τους θεούς. Και πάντα μπροστά το ταξίδι και ξοπίσω του οι συγγραφείς, απλά κτερίσματα στον τάφο του Οδυσσέα.
Ο Ισίδωρος Ζουργός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1964. Σπούδασε Παιδαγωγικά και υπηρετεί στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση ως δάσκαλος. Έχει δυο παιδιά και σήμερα εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με διάφορα περιοδικά δημοσιεύοντας ποίηση και πεζογραφία, καθώς και βιβλιογραφικά κριτικά σημειώματα. Έχει επίσης ασχοληθεί με θέματα διδασκαλίας της λογοτεχνίας στο δημοτικό σχολείο και ιστορίας της εκπαίδευσης. Το 1996 συμμετείχε στη συλλογική έκδοση κειμένων για την εκπαίδευση, με τον τίτλο Αναπνέοντας κιμωλία: Γραφές εκπαιδευτικών, από τις εκδόσεις Σαββάλα.
Δεν περιμενα ποτέ να γράψω αυτό: ΔΕ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ! Με κούρασε. Με αγανάκτησε. Με απογοήτευσε. Ο Ζουργός το έγραψε αυτό; Κάπου μου θύμιζε το 6 νύχτες κάτω από την Ακρόπολη του Σεφέρη. Από την άλλη ίσως ήταν πολλοί οι πρωταγωνιστές (;) του βιβλίου και δεν κατάφερα να ταυτιστώ. Η κεντρική ιδέα εξαιρετική και την επικροτώ αλλά με απογοήτευσε το πώς αποδόθηκε: ένας συγγραφέας βρίσκει τυχαία ένα αδημοσίευτο χειρόγραφο και το παρουσιάζει για δικό του. Γίνεται γνωστός και του ζητάνε κι άλλο έργο. Και βρίσκει πάλι τυχαία ένα άλλο αδημοσίευτο. Και γίνεται πια σταρ. Κι η έμπνευση στερεύει. Αγωνίζεται να γράψει κάτι μόνος του αλλά δεν...Και φτάνει στο φόνο! κλπ. κλπ. Δε μου άρεσε το τέλος που ήταν τελείως ασαφές (τι έγινε, τιμωρήθηκε;). Δε μου άρεσε το μεταφυσικό (Καζαντζάκης, Ντοστογιέφσκι, Γκαίτε ως λαϊκό δικαστήριο και ο Φάουστ να του ζητά να υπογράψει για να τον σώσει από τη φυλακή). Με τίποτα δεν ήταν Ζουργός. Ξέρετε πού είναι ο Ζουργός; Στα αποσπάσματα από τα δύο λογοτεχνικά κείμενα (που γράφει ο πρωταγωνιστής και ένας φοιτητής, η γνωστή γραφή του Ζουργού). Για μένα αυτό το βιβλίο έπρεπε να μείνει στα συρτάρια του συγγραφέα κι ευτυχώς που δεν ξεκίνησα με αυτό το βιβλίο τη γνωριμία μου με το συγγραφέα γιατί θα το κατέθαβα και δε θα ξανασχολιόμουν (ενώ τώρα μπροστά στην Αηδονόπιτα και την Ψίχα απλώς τον συγχωρώ για αυτό το λάθος). Ωραίες μεταφορές και ωραία ποιητικότητα κάπου κάπου (καμία σχέση με τα μεταγενέστερα έργα του που σε αρπάζουν σφιχτά από την πρώτη γραμμή και δε σαφήνουν να ανασάνεις). Αλλά τίποτε μα τίποτε άλλο.
Με το "Φράουστ" αντιλήφθηκα το πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η συγκυρία και στην ανάγνωση των βιβλίων. Έπειτα από ένα ανάγνωσμα που με ταλαιπώρησε αρκετά, το μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού ήρθε και προστέθηκε σαν βάλσαμο στις αναγνωστικές μου εμπειρίες.
Με στρωτή και όμορφη γραφή που προϊδεάζει για το τι θα ακολουθήσει στα επόμενα βιβλία του συγγραφέα και με μία καθηλωτική κεντρική πλοκή που αναδεικνύει το τίμημα του ναρκισσισμού και της ματαιοδοξίας κατάφερε να μου προσφέρει ευχάριστους για το μυαλό μου προβληματισμούς σχετικά με τη ζωή και τη συγγραφή ως ανθρώπινη δραστηριότητα.
Μοναδικό ίσως ψεγάδι ήταν οι πολλοί δευτερεύοντες χαρακτήρες και οι πλοκές που τους συνόδευαν οι οποίες θα μπορούσαν σε κάποιες στιγμές τους να φανούν κάπως περιττές, αλλά τουλάχιστον αποζημιώθηκα σαν αναγνώστης από τις περιγραφές της Θεσσαλονίκης και του ελληνικού καλοκαιριού. Εικόνες που μου έχουν λείψει ιδιαίτερα.
Σίγουρα το "Φράουστ" δεν έφτασε τα ύψη λογοτεχνικής ποιότητας που έχουν κάποια από τα μεταγενέστερα βιβλία του συγγραφέα, αλλά μου πρόσφερε μία πολύ ευχάριστη και γόνιμη αναγνωστική παρέα, κάτι που ίσως και τελικά πρέπει να είναι ο πρώτος στόχος κάθε βιβλίου, μετά φυσικά από την έκφραση του δημιουργού του.
από τα καλύτερα retellings του φάουστ που έχω συναντήσει μαζί με το καταραμένο παιχνίδι του μπάρκερ και τα δύο άλμπουμ των κάμελοτ πιστεύω αυτό τα λέει όλα οι σκηνές με τον διάολο οι καλύτερες του βιβλίου, ο ήρωας συμπαθής αν και απατεωνίσκος, η γραφή υπέροχη