Τείνω καμιά φορά να ξεχνάω ότι τα (κυρίως δυτικά) λογοτεχνικά έργα που καταναλώνω — και που έχουν διαμορφώσει σε ένα βαθμό την εικόνα μου για την πορεία της Δύσης των τελευταίων αιώνων — από πολλές απόψεις δεν αφορούν ούτε εμένα ούτε τους “προγόνους” μου (βάζω το “προγόνους” εντός εισαγωγικών καθότι φαίνεται εξαιρετικά πομπώδες — σε κάθε περίπτωση, πάντως, εννοώ αυτούς που ήρθαν πριν από μένα και από τους οποίους προέρχομαι).
Αν ανατρέξω πρόχειρα και χωρίς καμία προσπάθεια συνειδητής συμπερίληψης, η Δυτική Ιστορία — όπως αυτή αναπαριστάται στο μυαλό μου από τη λογοτεχνία — ξεκινάει από την Αρχαία Ελλάδα με την Ηλιάδα και την Οδύσσεια, κάνει μια στάση στη Ρώμη με τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου και την Αινειάδα του Βιργιλίου, ανθίζει κατά την Αναγέννηση με τον Σαίξπηρ, περνά από τα καθώς πρέπει σαλόνια της μεσαίας τάξης με τη Mary Shelley και τη Jane Austen καθώς η Αγγλία εκσυγχρονίζεται και εκβιομηχανίζεται, δίνει τη σκυτάλη στους — κατά κύριο λόγο αριστοκράτες — Ρώσους του 19ου αιώνα, και τέλος στους Αμερικάνους του 20ού αιώνα (με Fitzgerald, Hemingway, Morrison, McCarthy κλπ).
Σκεπτόμενη τη ζωή μου σήμερα — με τις δυνατότητες μετακίνησης, την (τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως) ευκολία ταύτισης με πολλούς συνομηλίκους μου από άλλες ευρωπαϊκές (και γενικότερα δυτικές) χώρες — νιώθω προϊόν αυτής της μακράς πορείας προς την παγκοσμιοποίηση.
Έλα όμως που δεν είναι έτσι. Μόλις δύο γενιές πριν, τα μέλη της οικογένειάς μου ήταν τεχνίτες και γεωργοί, όπως υποθέτω ότι ήταν και άλλοι τόσοι πριν από αυτούς. Συνειδητοποιείς, λοιπόν, καμιά φορά, ότι αυτά που διαβάζεις γίνονται μέρος μιας συγκεχυμένης ιστορίας — μιας ιστορίας που νομίζεις ότι σου ανήκει, ώσπου συνειδητοποιείς ξαφνικά ότι δεν ήταν ποτέ δική σου.
Και μπορεί στη δική μου περίπτωση — την περίπτωση πολίτη μιας “περιφερειακής” χώρας — αυτή η ασυμφωνία να είναι αρκετά κραυγαλέα, όμως όσοι προέρχονται από χώρες με μεγάλες λογοτεχνίες — άνθρωποι που είχαν τη δυνατότητα να εξερευνήσουν την ιστορία τους και να αναμετρηθούν με τα ιδιαίτερα αφηγήματά τους μέσω της λογοτεχνίας — ίσως εξίσου ξεγελιούνται και ξεχνούν ότι οι ιστορίες που φτάνουν σήμερα σε εμάς είναι, σε μεγάλο βαθμό, ιστορίες που — με έναν τρόπο μάλλον ουσιαστικό — δεν μας αφορούν.
Αυτό, φυσικά, δεν πρόκειται για καμιά σοφία ή αποκάλυψη. Η επιλεκτική φώτιση ιστοριών, το γεγονός ότι αυτοί που γράφουν έχουν συνήθως ένα προφίλ πολύ συγκεκριμένο, έχει γίνει αντικείμενο κριτικής τα τελευταία χρόνια. Όπως το θέτει και η Zadie Smith μιλώντας για την άνθιση των φωνών της αφρικανικής διασποράς μετά την ανάπτυξη της μετα-αποικιακής κριτικής (και εδώ παραφράζω): η ανατροπή των καθιερωμένων ιεραρχιών μάς επιτρέπει να επανεξετάσουμε ποιος είναι — ή ποιος έχει το δικαίωμα να βρίσκεται — στο κέντρο της ιστορίας. Έτσι, γυναικείες φωνές έχουν σήμερα ολοένα και πιο δυναμική παρουσία και αντιπροσώπευση, αφροαμερικανοί αντιμετωπίζονται με σοβαρότητα και λαμβάνουν αναγνώριση, queer φωνές διεκδικούν όλο και συχνότερα την προσοχή μας, κ.ο.κ.
Η εργατική τάξη, παρόλα αυτά, λάμπει διά της απουσίας της.
Ίσως λόγω της επικράτησης ιδεολογιών που στηρίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε ταυτοτικά ζητήματα, αγνοώντας τα ταξικά. Ίσως γιατί θεωρούμε την πλούσια εσωτερική ζωή αποκλειστικό προνόμιο των μορφωμένων και έτσι υποτιμούμε τον εσωτερικό κόσμο όσων ζούνε μοχθώντας. Ίσως διότι οι συνθήκες ζωής αυτών των ανθρώπων δεν τους επιτρέπουν να ασχοληθούν με μια “πολυτέλεια” όπως η γραφή. Όποιος και αν είναι ο λόγος, το φαινόμενο παραμένει: φωνές της εργατικής τάξης σπανίζουν. Η ζωή τους μας απασχολεί συγγραφικά — ως αντικείμενο μελέτης και απεικόνισης — αλλά σπάνια δίνεται φωνή στους ίδιους τους αντιπροσώπους της. Τα τελευταία χρόνια, η αναγνώριση συγγραφέων όπως ο Edouard Louis, η Lucia Berlin και ο Douglas Stuart δίνει ίσως ελπίδα ότι αυτό αλλάζει. Ίσως πάλι πρόκειται για αφέλεια ή ευσεβή πόθο.
Στο “Συναξάρι” βρήκα μια προσπάθεια να συμπληρωθεί αυτό το κενό. Μια λιτή αφήγηση, χωρίς συναισθηματισμούς — καθώς δεν υπάρχει χώρος για συναισθηματισμούς στην καθημερινή πάλη για επιβίωση. Μια αφήγηση γεμάτη γεγονότα, τόπους και ανθρώπους που μνημονεύονται με ονοματεπώνυμο, ακόμα και αν μοιράστηκαν μαζί σου λίγες μόνο μέρες πριν από χρόνια. Μια εμπειρία βαθιά αντρική (που δείχνει καθαρά ότι καιρός είναι να ενσωματώσουμε την κοινωνική τάξη στο διάλογο περί αρρενωπότητας).
Μια ιστορία της επαρχίας. Όταν — σπάνια — διαβάζω πιο σύγχρονες ιστορίες της ελληνικής επαρχίας, νιώθω μια απόσταση. Σαν να μην με αφορά ακριβώς. Αυτή την ιστορία, παρόλα αυτά, την ένιωσα σαν μια κοινή μήτρα — που γέννησε τόσο διαφορετικούς ανθρώπους, οι οποίοι όμως μαζί ξεκινήσαμε.
Προς έκπληξή μου, ένιωσα μια σύνδεση και με τη ντοπιολαλιά. Σε άλλα έργα, όταν αυτή επεκτείνεται στην κυρίως αφήγηση, μου αφήνει την αίσθηση του τεχνητού ή της στυλιστικής επίδειξης. Εδώ έμεινε αποκλειστικά στο πλαίσιο της προφορικότητας — μου θύμισε τον παππού μου και τις αφηγήσεις του. Εξάλλου, οι αυθεντικές ιστορίες της εργατιάς — ή τουλάχιστον εκείνες των προηγούμενων γενεών — μόνο έτσι μας φτάνουν: προφορικά, αφού όσοι τις ζήσανε δεν μπορούσαν / δεν ήταν προτεραιότητά τους να τις γράψουν. Από εδώ και στο εξής, θα μπορούμε μόνο να τις προσεγγίσουμε και να τις αναπλάσουμε με τη φαντασία.