Ποια είναι τα δρομολόγια της ψυχής μετά το θάνατο; Πού διακρίνονται τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και το μεταφυσικό; Υπάρχουν ανώτερες ψυχές μέσα στα περιορισμένα σώματα; Άραγε η καρδιά ακούει τη λογική;
Η αινιγματική παρουσία του πνευματιστή κ. Ζαννή, ενός επιφανή Αθηναίου ποιητή, αναστατώνει τη ζωή τριών γυναικών που ζουν στο ίδιο σπίτι, προκαλώντας μια θύελλα εσωτερικών αναζητήσεων, περίεργων καταστάσεων και προβλημάτων. Μητέρα, κόρη και υπηρέτρια, πρόσωπα καθημερινά, ξαφνικά ανακαλύπτουν την κενότητα της ύπαρξής τους και θέλουν να ξεφύγουν - η καθεμιά με το δικό της τρόπο. Η μια (η μητέρα) γίνεται πνευματίστρια μετά από κατήχηση, για να καλύψει το κενό του χαμένου της παιδιού. Η κόρη ερωτεύεται παράφορα τον πνευματιστή ανακαλύπτοντας την κρυμμένη ερωτική της πλευρά. Η υπηρέτρια για πρώτη φορά στη ζωή της αποκτά προσωπική αξία και κερδίζει το σεβασμό των γύρω καλλιεργώντας την ικανότητα επικοινωνίας με τα πνεύματα. Το παραστράτημα από την πεζότητα με οδηγό την αγάπη και την πίστη σε έναν άλλο κόσμο, τον κόσμο των πνευμάτων, δημιουργεί ερωτηματικά. Θα απαντηθούν ή μήπως δεν υπάρχουν απαντήσεις;
Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1867 από Ζακυνθινό πατέρα και από μητέρα Φαναριώτισσα. Η οικογένειά του εγκαταλείπει την Πόλη, όταν ο Γρηγόριος ήταν έντεκα μηνών και εγκαθίσταται στη Ζάκυνθο. Μετά το γυμνάσιο ο Ξενόπουλος παρακολουθεί μαθήματα φυσικομαθηματικών στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Όμως, η λογοτεχνία και η δημοσιογραφία τον αποσπούν οριστικά. Συνεργάζεται με όλες σχεδόν τις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής του. Το 1890 ο Γεώργιος Δροσίνης του προτείνει και αναλαμβάνει αρχισυντάκτης στην Εστία. Το 1896 ο ιδιοκτήτης του παιδικού περιοδικού «Διάπλασις των παίδων» Νικόλαος Παπαδόπουλος τον παίρνει αρχισυντάκτη και αργότερα του αναθέτει τη διεύθυνση του περιοδικού. Αν και είναι επηρεασμένος από τις ευρωπαϊκές πολιτιστικές ανακατατάξεις, δεν περιορίζεται μέσα στα πλαίσια του ηθογραφικού μυθιστορήματος, αλλά προχωράει και ασχολείται με την περιγραφή των ψυχικών ικανοτήτων των ηρώων του. Γίνεται ένας ψυχογράφος που τηρεί όμως αυστηρά την αντικειμενικότητά του. Ο Ξενόπουλος έγραψε με την ίδια επιτυχία και δράματα και κωμωδίες κυρίως με θέμα τον έρωτα. Τα έργα του είναι ηθογραφίες που αναδεικνύουν τη ζωή μιας εποχής η μιας τοπικής κοινωνίας, τοπικές και εποχικές ιδιαιτερότητες παίρνουν συχνά ισχύ άγραφων νόμων που επιβάλλονται μέσα από την κοινωνία. Τα έργα του ταξινομούνται είτε στη Ζάκυνθο είτε στην Αθήνα και ο Ξενόπουλος έρχεται να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ των δύο Σχολών, της Αθηναϊκής και της Επτανησιακής. Ο Ξενόπουλος πέθανε σε μεγάλη ηλικία το 1951 στην Αθήνα μακριά από το αγαπημένο του νησί.
Στην Αθήνα των αρχών του 20ου αιώνα ένας μεσήλικας ποιητής που πιστεύει στον πνευματισμό, επηρεάζει τις ζωές τριών γυναικών σε ένα μεγαλοαστικό σπίτι. Η μητέρα πιστεύει στα πνεύματα και πηγαίνει σε σεάνς για να συναντήσει τον πεθαμένο γιο της. Η κόρη ερωτεύεται παράφορα τον ποιητή που τον θαυμάζει. Και η υπηρέτρια θέλει να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητες του πνευματισμού για να κάνει μάγια και να ρίχνει τον καφέ. Ωραία αποτύπωση του φαινομένου και γενικά όλων των μεταφυσικών θεμάτων, δείχνει πώς ο κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται αυτά τα ζητήματα και πώς προσπαθεί να τα προσεταιριστεί.
Δεν το πιστεύω ότι η ελληνική λογοτεχνία έχει να μας προσφέρει ένα βιβλίο με υπερφυσικά στοιχεία, μυστήριο και τόσο καλά ψυχογραφημενους ήρωες και δεν το διδάσκουμε στα σχολεία, ενώ οι περισσότεροι δεν ξέρουμε καν την υπόθεση του. Υπέροχο βιβλιο, με γρήγορη πλοκή, αναπάντεχες ανατροπές και πολύ ρεαλιστικους ήρωες.
Μια ιστορία που σε αφήνει άφωνο με την πλοκή του. Δεν έχω λόγια, ειλικρινά. Αναφέρεται στην ευπιστία των ανθρώπων και στο πώς το καπρίτσιο ενός πνευματιστή ποιητή οδηγεί στην καταστροφή. Μια υπηρέτρια, με τον δικό της τρόπο, καταφέρνει να εξολοθρεύσει ολόκληρη οικογένεια, ένα σενάριο που σοκάρει με την απλότητα και την τραγικότητά του. Ο Ξενόπουλος θέλει να δείξει πόσο ευκολόπιστοι είναι οι άνθρωποι και πώς οι κακοί καταφέρνουν να επιβιώνουν και να ορίζουν τις ζωές των άλλων. Εκείνο που με τρελαίνει είναι, πώς οι κακοί ζήσαν καλά και οι καλοί χειρότερα, μια διαχρονική αδικία που αναδεικνύει το βιβλίο. Το νόημα είναι μια κριτική στην επιπολαιότητα και την αμυαλιά, που έχουν ολέθριες συνέπειες. Το ύφος γραφής είναι γλαφυρό, με τον Ξενόπουλο να χτίζει μια ατμόσφαιρα μυστηρίου και δράματος. Η αφήγηση είναι συναρπαστική και σε κρατάει σε αγωνία μέχρι το τέλος, αν και η αίσθηση της αδικίας παραμένει έντονη. Οι χαρακτήρες είναι άνθρωποι παγιδευμένοι στις δεισιδαιμονίες και την ευπιστία τους. Η υπηρέτρια παρουσιάζεται ως ένας χαρακτήρας-κλειδί που εκμεταλλεύεται την κατάσταση, ενώ τα θύματα είναι άνθρωποι που χάθηκαν άδικα εξαιτίας της αφέλειάς τους. Είναι ένα βιβλίο που σε συνεπαίρνει με την πλοκή του και τον τρόπο που αναδεικνύει τις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης. Παρά το σκληρό και άδικο τέλος, η αξία του έργου και ο τρόπος που παρουσιάζει την ιστορία δικαιολογούν απόλυτα τα 4 αστέρια . 'Ενα σκληρό βιβλίο .
Δεν είναι από τα αγαπημένα μου βιβλία του Ξενόπουλου, ίσως γιατί δεν βρήκα ενδιαφέρον το θέμα που πραγματεύεται. Τον καιρό που δημοσιεύθηκε όμως φαντάζομαι ότι θα ήταν πολύ δημοφιλές, μια και τότε το πνευματιστικό κίνημα ήταν στις δόξες του τόσο με την ίδρυση σωματείων, όσο και με συγκεντρώσεις σε σπίτια και συμμετοχή πολλών λογίων, όπως του Σουρή, του Δροσίνη, του Παλαμά και πιθανόν και του ίδιου του συγγραφέα.