Στη Ζάκυνθο στα τέλη του 19ου αιώνα, εποχή κοινωνικής αναζύμωσης, γεννιέται ένας έρωτας άνισος, αταίριαστος για τον κόσμο. Εκείνος νέος με στιβαρά χέρια και ένα αβρό ρόδινο χρώμα στα μάγουλα, αναφαίρετο προνόμιο των ευγενών των Ιονίων Νήσων. Εκείνη πυρόξανθη κόρη του λαού, ξεχωριστή, που η λάμψη της δεν έχει σβήσει στη μνήμη του από τα τρυφερά παιδικά τους χρόνια. Στην αρχή κάνουν μόνο γλυκά όνειρα, αργότερα όμως η μαγεία γίνεται πιο δυνατή. Γι’ αυτούς ο έρωτας δε γνωρίζει περιορισμούς, έχει τη δική του ηθική. Όμως, αλίμονο, πρέπει να πείσουν μια ολόκληρη κοινωνία γι’ αυτό! Κι όσο αυτό δε γίνεται, οι νέοι ξαγρυπνούν κάθε βράδυ και μπροστά τους παρελαύνει ένας και μόνο λογισμός, η φυγή μακριά από όλους...
Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1867 από Ζακυνθινό πατέρα και από μητέρα Φαναριώτισσα. Η οικογένειά του εγκαταλείπει την Πόλη, όταν ο Γρηγόριος ήταν έντεκα μηνών και εγκαθίσταται στη Ζάκυνθο. Μετά το γυμνάσιο ο Ξενόπουλος παρακολουθεί μαθήματα φυσικομαθηματικών στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Όμως, η λογοτεχνία και η δημοσιογραφία τον αποσπούν οριστικά. Συνεργάζεται με όλες σχεδόν τις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής του. Το 1890 ο Γεώργιος Δροσίνης του προτείνει και αναλαμβάνει αρχισυντάκτης στην Εστία. Το 1896 ο ιδιοκτήτης του παιδικού περιοδικού «Διάπλασις των παίδων» Νικόλαος Παπαδόπουλος τον παίρνει αρχισυντάκτη και αργότερα του αναθέτει τη διεύθυνση του περιοδικού. Αν και είναι επηρεασμένος από τις ευρωπαϊκές πολιτιστικές ανακατατάξεις, δεν περιορίζεται μέσα στα πλαίσια του ηθογραφικού μυθιστορήματος, αλλά προχωράει και ασχολείται με την περιγραφή των ψυχικών ικανοτήτων των ηρώων του. Γίνεται ένας ψυχογράφος που τηρεί όμως αυστηρά την αντικειμενικότητά του. Ο Ξενόπουλος έγραψε με την ίδια επιτυχία και δράματα και κωμωδίες κυρίως με θέμα τον έρωτα. Τα έργα του είναι ηθογραφίες που αναδεικνύουν τη ζωή μιας εποχής η μιας τοπικής κοινωνίας, τοπικές και εποχικές ιδιαιτερότητες παίρνουν συχνά ισχύ άγραφων νόμων που επιβάλλονται μέσα από την κοινωνία. Τα έργα του ταξινομούνται είτε στη Ζάκυνθο είτε στην Αθήνα και ο Ξενόπουλος έρχεται να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ των δύο Σχολών, της Αθηναϊκής και της Επτανησιακής. Ο Ξενόπουλος πέθανε σε μεγάλη ηλικία το 1951 στην Αθήνα μακριά από το αγαπημένο του νησί.
Ζάκυνθος, τέλη του 19ου αιώνα. Το Λίμπρο Ντόρο κάηκε αλλά ο διαχωρισμός των τάξεων υπάρχει ακόμα. Έτσι όταν ο αριστοκράτης Τώνης Τοκαδέλος ερωτεύεται την Μαργαρίτα Στέφα, εγγονή ενός πλούσιου φαρμακοποιού αστού, καμία από τις δύο οικογένειες δεν χαίρεται για αυτό το αίσθημα. Πολύ απλά γιατί οι αριστοκράτες πρέπει να παντρεύονται μεταξύ τους και οι αστοί πάλι μεταξύ τους. Οι δύο νέοι όμως αγαπιούνται πραγματικά και οι οικογένειες στο τέλος θα υποχωρήσουν για να γλιτώσουν τα χειρότερα. Όπως λέει και ο Ξενόπουλος, μια νέα περίοδος αρχίζει με νέα ήθη. Το μυθιστόρημα είναι όπως πάντα, καλογραμμένο, με ντοπιολαλιά ( πίσω υπάρχει γλωσσάρι για αυτούς που δεν καταλαβαίνουν τα επτανησιακά) και γεμάτο πληροφορίες για το νησί και την εποχή.
Λίγο πολιτική κριτική λίγο κριτική για το κουτσομπολιό και μια νερόβραστη αισθηματική τύπου αρλεκιν ιστοριούλα του παλιού καιρού... κάπου με καλοπροαίρετη διάθεση πήγα να το δω λίγο πιο δεκτικά αλλά οχι μόνο 2-3 σημεία έχει που αξίζουν και αυτά σίγουρα τα βρίσκεις και αλλου. Θα τον πω ξεπερασμένο ...
Στη Ζάκυνθο, στα τέλη του 19ου αιώνα, η πανέμορφη αλλά λαϊκής καταγωγής Μαργαρίτα Στέφα, ερωτεύεται αμοιβαία με τον αριστοκράτη Τώνη Τοκαδέλο. Στο φόντο η πολιτική μάχη μεταξύ λομπαρδιανών (λαϊκοί, μάλλον τρικουπικοί) και λιουρέων (αριστοκράτες). Ο πατέρας Τοκαδέλος, παρόλο που είναι αριστοκράτης, τόσο στην καταγωγή όσο και στις πεποιθήσεις, συμφεροντολογικά ορμώμενος, εκλέγεται με το κόμμα των λομπαρδιανών, αλλά παρόλα αυτά αντιδρά έντονα στο ειδύλλιο του γιού του. Παρόμοια αντιδρά και η οικογένεια της Μαργαρίτας φοβούμενη τη μείξη των τάξεων. Τελειώνει με Happy end.