Από τα τέσσερα εν συνόλω μυθιστορήματα του Αντρέα Φραγκιά, που δημοσιεύτηκαν κατά το διάστημα μιας τριακονταετίας, η Καγκελόπορτα, η οποία κυκλοφορεί εν έτει 1962 από τις εκδόσεις της Επιθεώρησης Τέχνης, αποτελεί, όπως κι αν τη ζυγίσουμε ή τη λογαριάσουμε, το λιγότερο αλληγορικό και συμβολικό του έργο. Παρακολουθώντας την Καγκελόπορτα από σκηνή σε σκηνή και από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, εύκολα διαπιστώνουμε πως στις σελίδες της δεν υπάρχουν ούτε η απρόσωπη πολυπροσωπία των ηρώων στο Άνθρωποι και σπίτια (1955), που περιστέλλει εμφανώς και εξ αρχής την ατομικότητά τους, μεταμορφώνοντάς τους σε ένα είδος παθητικού και ανώνυμου θιάσου, ούτε η διαλεκτική δούλου και αφέντη η οποία κινεί με αρχετυπικούς σχεδόν όρους τη δράση στον Λοιμό (1972) ή στο Πλήθος (1987). Από την Καγκελόπορτα απουσιάζουν δύο ακόμη δομικά στοιχεία της υπόλοιπης πεζογραφίας του Φραγκιά: η συστηματική ελλειπτικότητα του μύθου και η εμφανώς αφαιρετική (αν όχι ανιστορική) προβολή της εμπειρίας της Κατοχής και της Αντίστασης στη συνείδηση και στις αντιδράσεις των ηρώων.
Όποιος θέλει να διαβάσει κριτική να πάει στο παραπέρα περίπτερο. Εδώ υπάρχουν μόνο σκόρπιες σκέψεις. Και πρώτη αυτή: θέλω να διαβαστεί αυτό το βιβλίο, του αξίζει να μνημονηθεί και να κάνει το γύρο έστω των Ελλήνων αναγνωστών. Είναι πλατύ και καθαρό σαν τη θάλασσα που δε μαυρίζουν τα νερά και χωρίς βράχους στα άκρα της. Είναι ένα μυθιστόρημα για τον κόσμο που αλλάζει και που μένει πάντα ίδιος, έτοιμος να ξεχάσει και να επαναλάβει τα λάθη του ξανά και ξανά, να λυτρωθεί παράτολμα μέσα στον πανικό του και να δοξαστεί απ’ τη βλακεία του. Με λίγα λόγια είναι ένα μυθιστόρημα με μεγάλο πρωταγωνιστή το Χρόνο. Αυτό που είναι και αυτό που ονομάζουμε και τον τρόπο που αφήνουμε να κατευθύνει τη ζωή μας η χρονική διάρκεια στις λέξεις. Γι’ αυτό κι ο μεγάλος υπέροχος του βιβλίου είναι ο δικαστής. Γιατί είναι ένας άνθρωπος με σκοπό κι ο χρόνος δεν υφίσταται σα λέξη πίσω απ’ την οποία κρύβεται. Ο χρόνος έχει σημασία μόνο σαν συνδέεται με τα γεγονότα. Η διαδρομή μπορεί να είναι θολή, εύκαμπτη, μπερδεμένη, αλλά ο σκοπός που διέπεται απ’ αγάπη κι έχει τις αιτίες του καθαρές με τα ιδανικά τους, είναι φάρος.
- Ο Αντώνης τρέχει όλη την ημέρα, μα δεν κατάφερε ακόμα τίποτα… Εμένα δε μου λέει την αλήθεια, θέλει να μου τα παρουσιάζει όλα ρόδινα. Εγώ όμως ξέρω πως κινδυνεύει… κάνω πως τα πιστεύω, για να μη στενοχωρηθεί περισσότερο. Και κεντάω τις κουρτίνες για το καινούργιο σπίτι… Έτσι είναι βέβαιος πως με κοροϊδεύει. - Και μπορείς; - Μερικές φορές μου ‘ρχεται να γελάσω, όταν προσπαθεί να μου κρυφτεί. Μιλάει για σπουδαίες δουλειές που σχεδιάζει… - Κι εσύ; - Τον ακούω και συμφωνώ. Ναι, ναι, όλα θα πάνε καλά του λέω. Η Βαγγελία σώπασε. Δίπλωσε τις ατελείωτες κουρτίνες και βρήκε πάλι το χαμόγελο της. - Κι όμως, στο βάθος πιστεύω πως όλα θα πάνε καλά, είπε. Ο Αντώνης είναι άξιος, θα τα καταφέρει, γιατί λοιπόν να μη του χαρίσω αυτή τη βεβαιότητα, αφού τη χρειάζεται τόσο πολύ; Δεν είναι κι αυτό μια βοήθεια;
Ένας συγγραφέας που αποτυπώνει και χειρίζεται με ευχέρεια και αληθοφάνεια τόσους χαρακτήρες, τους οποίους δομεί και αγαπάει όλους, είναι ένας συγγραφέας που οφείλουμε να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας. Το λόγια, οι καταστάσεις είναι καθημερινές, άλλων εποχών και τωρινών. Οι σχέσεις όμως, οι σκέψεις, το συναίσθημα, τα απωθημένα, ο βυθός του παρελθόντος λάμπουν μέσα από ένα μωσαϊκό χαρακτήρων, που φωτογραφίζει έντονα την ελληνική κατάσταση, χωρίς κραυγαλέες γελοιότητες. Και τα σπουδαία ζητήματα ξεπηδούν με μικρά άλματα σαν του καγκουρώ, αβίαστα, λίγο αστεία και πολύ σοβαρά, με τη διακριτικότητα ενός συγγραφέα που προτού προσφέρει τη φιλία του και καφεδάκι, θέλει να δεις.
Περίτρανος πρωταγωνιστής ο χρόνος. Ναι εδώ ο Χρόνος είναι χαρακτήρας. Θα έπρεπε να είναι κάτι συνυφασμένο με τα Γεγονότα, αλλά δεν είναι. Όπως και εδώ, όπως και έξω, ο Χρόνος είναι ένας μισητός, ένας ακατανόητος, ένας άσπονδος, φίλος. Ο Χρόνος είναι μια λέξη. Ο Χρόνος είναι ένα σώμα συμπαγές, ψυχρό, βαδίζει ακάθεκτος και δε φτάνει ποτέ στους τόπους που τον περιμένουν να φανεί, εξαϋλώνεται πριν πλησιάσει κι επανεμφανίζεται αμέσως μετά.
Αν με κοιτούσε κατάματα και με ρωτούσε τι έκανα όλα αυτά τα χρόνια, θα του ‘λεγα καθαρά: φοβόμουν, η μόνη μου πράξη είναι ο φόβος. Και ‘κεινος θ’ απαντούσε πολύ σωστά ότι ο φόβος δεν είναι πράξη. Για πες μου πατέρα, η απαλλαγή απ’ το φόβο είναι πράξη;
Η ζωή μετά. Στο γαλατικό χωριό μας την Ελλάδα μας, που ύστερα από δυο παγκόσμιους, είχε ανάγκη έναν εμφύλιο και μια χούντα. Ένας τόπος που δεν του φτάνει ο χρόνος, οι άνθρωποι, οι ευκαιρίες και ασταμάτητα ταυτίζει το Χρόνο με την ευκαιρία για ζωή αλλά μετά, σε ένα κάποτε που όσο πλησιάζουμε, απομακρύνεται και μόνο από μακριά μπορείς να σφυρηλατείς τα σχήματα – επιθυμίες σου και όσο φτάνεις, όλα αλλάζουν, χάνονται ή διαφοροποιούνται.
Ο μεγαλύτερος χαμένος είναι οι σχέσεις και ειδικά οι σχέσεις μικτού χαρακτήρα, ίδιον κάθε εποχής στην Ελλάδα, σε μικροκοινωνίες και πόλεις. Μασονείες αβάπτιστες. Με δυο βασικές κατηγορίες εμπορευόμενων. Αυτούς που για εμπόρευμα έχουν τον εαυτό τους κι εκείνους που για εμπόρευμα έχουν τις εμπειρίες τους. Βασική προϋπόθεση και των δύο, να βλέπουν σε ένα ασαφές περιεχόμενο όσα δεν έχουν, και ποτέ, τα άλλα που έχουν, περιχαρακώνοντας σε μια νοούμενη ως ασφαλή γραμμή ψέματα αισιοδοξίας και σιωπή.
Κι έπειτα είναι οι άνθρωποι της καρδιάς για τους οποίους χρόνος σημαίνει αναμονή στη στειρότητα και καρπός για να μη βλέπουν τη στατικότητα κάθε τι άλλο, μια βύθιση στην καθημερινότητα. Είναι οι άνθρωποι που για όσο προστάζει η αγάπη, δε βλέπουν καμιά ουσία στο πρέπει και καμιά έννοια στις επιλογές. Για όσο αγαπούν, δε γίνεται αλλιώς, οι πράξεις τους μπορούν να είναι συνυφασμένες με την αντοχή, την προσμονή, την κενότητα σε κάθε τι που δεν περιλαμβάνει το αγαπημένο.
Εφαλτήριο, η υπερπροσπάθεια μιας γενιάς που επέζησε πολέμων με αυτοθυσία και συντροφικότητα σε κόσμους που διαπλατύνθηκαν, ενώ νέκρωσαν την έκπληξη, τη λύπη, τη συμπόνια. Μια εποχή από κυνηγημένα απ’ το Χρόνο, θύματα και μωροφιλόδοξες αντιλήψεις, δανεικές φυσικά, για τον άνθρωπο του Χρόνου ( λιγότερο από 120 χρόνια πριν τραγουδούσε ένας συγγραφέας μέσα απ’ το Λισιέν Λεβέν γι’ αυτό το νέο τύπο ανθρώπου ). Γιατί ο άνθρωπος του Χρόνου, δεν είναι ο άνθρωπος της δράσης. Είναι ο άνθρωπος που συνδράμει τη μεγαλοδυναμία του, πάει πίσω του, πάει μπροστά του, πάει και δίπλα του, χωρίς να τολμά να τον αγγίξει. Είναι ο ίδιος χρόνος, αλλά δεν είναι δράση.
Κι εδώ όμως, υπάρχουν τόσα όμορφα δοσμένα προγνωστικά για το που θα καταλήξει το λιανεμπόριο, αφού αυτό είναι: αναμονή στην οκνηρία, όχι δράση. Η ελπίδα είναι σαν το φως που παράγεται απ’ τους εργομετρικούς φακούς, γεννιέται στην προσπάθεια και διαρκεί όσο προσπαθείς. Μετά αλλάζει γίνεται μεμψιμοιρία, γίνεται μένος, γίνεται θάνατος κι εκμετάλλευση.
Τώρα που κάθουμαι, η καρέκλα έχει χρησιμότητα, γίνεται –ας πούμε- ευτυχισμένη. Όταν η καρέκλα μένει στην άκρη άχρηστη, μόνο για να διατηρηθεί ως ‘’καρέκλα’’ χάνει τη μεγάλη της ευτυχία, να παλιώνει απ’ τη χρήση της, να γίνεται δηλαδή μια σωστή καρέκλα. Είναι ένα μάτσο καρφωμένα ξύλα που κι ανάποδα αν τα είχαν συνδέσει, δε θα είχε καμιά σημασία. Η καρέκλα κι εγώ γίναμε περίπου το ίδιο. Θα ‘θελα πολύ να ξέρω, αν τώρα που κάθουμαι εδώ, της προσφέρω την ιδιότητα να είναι καρέκλα. Αν το ‘ξερα, θα ‘ταν αλλιώτικη η ζωή μου αυτά τα τελευταία χρόνια. Σκέψου ότι το ερώτημα μου κατάντησε να είναι αν μεταβάλλω τώρα αυτά τα ξύλα σε καρέκλα
Ο κόσμος της αυλής είναι μια μινιμαλιστική απεικόνιση της δυστοπίας που ωθούμαστε να δημιουργήσουμε, θύματα του χρόνου και της έπαρσης του νέου περιούσιου λαού. Και έξω απ’ την καγκελόπορτα, η πριονοκορδέλα να σημάνει την παραγωγή, τη δράση, τη ζωή, τη… χρήση. Μια καγκελόπορτα που ανοίγει με θόρυβο σα να κατηγορεί εκείνον που επιλέγει το μόχθο και την ανοίγει για να βγει. Μα δεν αρκεί να την ανοίξει και να βγει, ούτε είναι λύση να μη γυρίσει. Οφείλει να γυρίζει, μέχρι να τη δει ως μια στιγμή σχόλης, ποιοτικής ανάπαυλας – ουσιαστικής. Ή να την δει ως εστία συγκέντρωσης. Ή ως αντικείμενο, αλλά άχρονο, ανεξάρτητο θεμέλιο. Να βγαίνεις από ‘κει για να φτάσεις στο σταθμό προετοιμασμένος δε γίνεται. Μπορείς μόνο να είσαι απαλλαγμένος απ’ τις δυστοκίες που σα μαγνήτης τραβάς και παραδίδεις. Παθών και ξενιστής.
Η «Καγκελόπορτα» του Ανδρέα Φραγκιά (που πέθανε στις 6 Ιανουαρίου του 2002), είναι ένα από τα "παραμελημένα" αριστουργήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Η ιστορία της απλή: μια φτωχή αυλή της Αθήνας κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '50, που σ' αυτήν "κινούνται" κυρίως δυο πρόσωπα: ο Άγγελος, κομμουνιστής καταδικασμένος σε θάνατο, που κρύβεται στα πιο απίθανα μέρη της αυλής για να γλιτώσει από τις αρχές και ο Αντώνης, που ψάχνει τις πιο απίθανες "εμπορικές" ιδέες για να καταφέρει να επιβιώσει αυτός κι η οικογένειά του.Την εικόνα συμπληρώνουν η Ισμήνη, που προσπαθεί να πείσει τον Άγγελο να πάει να "κρυφτεί" πιο άνετα στην εξοχή, η Βαγγελία, που καρτερικά υπομένει τις (ψεύτικες, συχνά) καυχισιές του Αντώνη για τις επαγγελματικές του "επιτυχίες, ο Ευτύχης, σαλταδόρος στην κατοχή που προσπαθεί να προσαρμοστεί στον "καινούριο κόσμο" και ο Θόδωρος, δοσίλογος στην κατοχή και πλούσιος -και ατιμώρητος- στην "καινούρια κατάσταση". Στο τέλος, με κάποιο τρόπο έρχεται η λύτρωση για όλους τους. Ένα ρεαλιστικό, λιτό και υπέροχο μυθ��στόρημα, γραμμένο με γλώσσα ζωντανή και γεμάτη εικόνες. Το ξαναδιάβασα μετά από χρόνια, το αγάπησα περισσότερο και θα το δώσω και στη "νεολαία" της παρέας μου να το διαβάσει. Νομίζω θα τους αρέσει.
Μου άρεσε πάρα πολύ αυτό το βιβλίο. Η γραφή του Φραγκιά, το χτίσιμο των ηρώων του, που σου γίνονται τόσο οικείοι. Ι��μήνη, Άγγελος, Ευτύχης και Μαίρη, Αντώνης και Βαγγελία, ο κος Χαρίλαος, ο Θόδωρος, η Αλίκη, ο Φάνης και η Ελπίδα. Το ότι τους φωτίζει από όλες τις πλευρές και βλέπεις την καλή, αλλά και την κακή πλευρά τους. Κλείνοντας το βιβλίο είμαι σίγουρη ότι αυτοί οι άνθρωποι ζούσαν εκείνη την εποχή στην Αθήνα, σε εκείνη την αυλή. Ένιωσα την ανάσα τους, την αγωνία τους, την απόγνωση, την χαρά, τον ενθουσιασμό, τον φόβο. Άπειρα συναισθήματα. Ρεαλισμός από την αρχή, μέχρι και το τέλος. Ζωντανές εικόνες και χρώματα. Νομίζω ότι πλέον δεν θα ξαναδώ κονσέρβα με τον ίδιο τρόπο… θα δοκιμάζω με επιφύλαξη. Δεν κατάλαβα όμως το λόγο ύπαρξης της ιστορίας της Αλίκης. Δεν ξέρω τι ήθελε να πει ο συγγραφέας με αυτήν. Θα το προτείνω σίγουρα σε όλους του φίλους μου και απορώ πως ένα τόσο ωραίο βιβλίο δεν είναι γνωστό.
Ενα σταθμός στην σύγχρονη ελληνική βιβλιογραφία καταγράφωντας την μεταπολεμική εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας. Οι χαρακτήρες που διαπλάθονται με μοναδικό τρόπο από τον συγγραφέα, καλύπτουν όλες τις χαρακτηριστικές ενίοτε ακραίες πτυχώσεις της ελληνικής κοινωνίας
"Στον καπιταλισμό, ο καθένας σπάει το κεφάλι του για να βρει με ποιον τρόπο βγάζει λεφτά ο άλλος". Εικόνες της μετεμφυλιακής Αθήνας: το παιδί που έγινε "ένας πολτός κρέατα", ο άνθρωπος που έπαιζε χαρτιά τέσσερα χρόνια, τα βιβλία που "η φωτιά τάκανε πάλι καινούργια" και πολλές σάπιες κονσέρβες. Στην παρατήρηση, την καταγραφή, τον σχολιασμό και την εμβάθυνση ο, πολύ ανθρώπινος, Αντρέας Φραγκιάς.