Όταν ο τόσο οικείος μας Ισπανός ποιητής Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα παρουσίασε στη φιλοσοφική σχολή στη Μαδρίτη τον Χιλιανό ομότεχνό του Πάμπλο Νερούδα, μίλησε για "έναν αυθεντικό ποιητή, από εκείνους που έχουν καλλιεργήσει τις αισθήσεις τους σ' έναν κόσμο που δεν είναι ο δικός μας και που ελάχιστοι τον αντιλαμβάνονται. Έναν ποιητή πιο κοντά στο θάνατο παρά στη φιλοσοφία· πιο κοντά στον πόνο παρά στη διανόηση· πιο κοντά στο αίμα παρά στο μελάνι. Παραμένει απέναντι στον κόσμο γεμάτος ειλικρινή έκπληξη και του λείπουν τα δύο εκείνα στοιχεία με τα οποία έχουν ζήσει τόσοι και τόσοι ψευδοποιητές: το μίσος και η ειρωνεία. Όταν πάει να γίνει τιμωρός και σηκώνει το σπαθί, βρίσκεται ξαφνικά μ' ένα πληγωμένο περιστέρι ανάμεσα στα δάχτυλά του". Ως το 1935, που εικάζεται ότι ειπώθηκαν αυτά τα λόγια, είχαν γραφεί μόνο τρία από τα δεκαεννέα ποιήματα που συμπεριλαμβάνονται στην παρούσα συλλογή. Τόσα χρόνια μετά, δε θα μπορούσαμε να βρούμε πιο καίριο σχολιασμό και για τα υπόλοιπα δεκαέξι, όπως και για το συνολικό έργο του Νερούδα. Να προσθέσουμε την παραληρηματική ρίζα του έρωτα, που βλαστάνει στο σύμπαν γύρω μας και εντός μας με συμμαχία της σιωπής; Μα, αν τα ποιήματα ήταν φωνές, αυτά εδώ θα είχαν τη χροιά του πάθους, της τρυφερότητας και μιας ειλικρίνειας που ξεγυμνώνει.
Pablo Neruda, born Ricardo Eliécer Neftalí Reyes Basoalto in 1904 in Parral, Chile, was a poet, diplomat, and politician, widely considered one of the most influential literary figures of the 20th century. From an early age, he showed a deep passion for poetry, publishing his first works as a teenager. He adopted the pen name Pablo Neruda to avoid disapproval from his father, who discouraged his literary ambitions. His breakthrough came with Veinte poemas de amor y una canción desesperada (Twenty Love Poems and a Song of Despair, 1924), a collection of deeply emotional and sensual poetry that gained international recognition and remains one of his most celebrated works. Neruda’s career took him beyond literature into diplomacy, a path that allowed him to travel extensively and engage with political movements around the world. Beginning in 1927, he served in various consular posts in Asia and later in Spain, where he witnessed the Spanish Civil War and became an outspoken advocate for the Republican cause. His experiences led him to embrace communism, a commitment that would shape much of his later poetry and political activism. His collection España en el corazón (Spain in Our Hearts, 1937) reflected his deep sorrow over the war and marked a shift toward politically engaged writing. Returning to Chile, he was elected to the Senate in 1945 as a member of the Communist Party. However, his vocal opposition to the repressive policies of President Gabriel Gonzalez Videla led to his exile. During this period, he traveled through various countries, including Argentina, Mexico, and the Soviet Union, further cementing his status as a global literary and political figure. It was during these years that he wrote Canto General (1950), an epic work chronicling Latin American history and the struggles of its people. Neruda’s return to Chile in 1952 marked a new phase in his life, balancing political activity with a prolific literary output. He remained a staunch supporter of socialist ideals and later developed a close relationship with Salvador Allende, who appointed him as Chile’s ambassador to France in 1970. The following year, he was awarded the Nobel Prize in Literature, recognized for the scope and impact of his poetry. His later years were marked by illness, and he died in 1973, just days after the military coup that overthrew Allende. His legacy endures, not only in his vast body of work but also in his influence on literature, political thought, and the cultural identity of Latin America.
"Γέλα με τη νύχτα, με τη μέρα ή με το φεγγάρι γέλα με τους στριφογυριστούς δρόμους του νησιού γέλα μ'αυτό το αδέξιο αγόρι που σε αγαπάει, όμως όταν εγώ ανοίγω τα μάτια και τα κλείνω, όταν τα βήματά μου φεύγουν και όταν γυρνούν, να μου αρνηθείς ψωμί, αέρα, φως και άνοιξη, Αλλά το γέλιο σου ποτέ γιατί θα πέθαινα ".
ΑΧ!!!
"Ωστόσο δεν αγαπώ τα πόδια σου παρά μόνο γιατί περπάτησαν πάνω στη γη και πάνω στον άνεμο και πάνω στο νερό μέχρι να με συναντήσουν"
"Ίσως πολύ αργά τα όνειρα μας ενώθηκαν στο ύψος ή στο βάθος, ψηλά σαν τα κλαδιά που τα κουνάει ο ίδιος άνεμος, κάτω σαν ρίζες κόκκινες που ακουμπάνε μεταξύ τους."
Πάρε μου το ψωμί, αν θέλεις, πάρε μου τον αέρα,όμως μη μου παίρνεις το γέλιο σου. [...] Γέλα με τη νύχτα, με τη μέρα ή με το φεγγάρι, γέλα με τους στριφογυριστούς δρόμους του νησιού, γέλα μ' αυτό το αδέξιο αγόρι που σ' αγαπάει, όμως όταν εγώ ανοίγω τα μάτια και τα κλείνω, όταν τα βήματα μου φεύγουν κι όταν γυρνούν, να μου αρνηθείς ψωμί, αέρα, φως και άνοιξη, αλλά το γέλιο σου ποτέ γιατί θα πέθαινα.
«Μικρό μου τριαντάφυλλο/ρόδο μου μικρό,κάποιες φορές μικροσκοπικό κι ολόγυμνο/μοιάζεις ότι στο χέρι μου χωράς».Για το κοριτσάκι μου,τη μικρή μου πορτοκαλένια.
Κάποτε είχα διαβάσει τον χαρακτηρισμό "Ο αιώνια ερωτευμένος ποιητής" για τον Νερούδα . Τα ποιήματα του αναδεικνύουν ακριβώς τον ρομαντισμό και την τρυφερότητα που αποπνέει αυτή η φράση .. Η συγκεκριμένη συλλογή είναι από τις αγαπημένες μου ποιητικές συλλογές. Μου άρεσε ιδιαίτερα το γεγονός πως μέσα συμπεριλαμβάνονται και τα ποιήματα στην ισπανική γλώσσα και μπορείς να τα διαβάσεις και στην πρωτότυπη γλώσσα έκδοσής τους.
Δεν ξέρω αν πρέπει να έχεις ζήσει έναν μεγάλο έρωτα ή έστω να τον λαχταράς για να μπορέσεις να νιώσεις στο πετσί σου την ποίηση του Neruda. Εκείνο που ξέρω είναι ότι ξεχειλίζει από ρομαντισμό, συναίσθημα και τρυφερότητα. Ίσως όχι όλα και ίσως όχι ολόκληρα, παρά μόνο συγκεκριμένα κομμάτια τους, αυτά τα ποιήματα χτυπάνε φλέβα. Πράγμα που αρκεί ως κίνητρο για να τα διαβάσεις. Και να ερωτευτείς από την αρχή. Ή να κυνηγήσεις τον έρωτα. Ό,τι ταιριάζει στον καθένα.
Αν κάθε μέρα ανεβαίνει ένα λουλούδι στα χείλη σου για να με βρει, αχ αγάπη μου, αχ δικιά μου, μέσα μου όλη τούτη η φωτιά θα επαναλαμβάνεται, μέσα μου τίποτα δε θα σβήσει ούτε θα ξεχαστεί, η αγάπη μου τρέφεται από την αγάπη σου, αγαπημένη, κι όσο θα ζεις θα είναι μες στην αγκαλιά σου χωρίς απ' τη δική μου να φεύγει.
Ο αγώνας μου σκληρός και επιστρέφω κάποιες φορές με μάτια κουρασμένα απ´το να βλέπω τη γη που δεν αλλάζει, αλλά σαν μπω το γέλιο σου ανεβαίνει ως τα ουράνια να με βρει και μου ανοίγει όλες τις πόρτες της ζωής. [...] Γέλα με τη νύχτα, με τη μέρα ή με το φεγγάρι, γέλα με τους στριφογυριστούς δρόμους του νησιού, γέλα μ´αυτό το αδέξιο αγόρι που σε αγαπάει, όμως όταν εγώ ανοίγω τα μάτια και τα κλείνω, όταν τα βήματα μου φεύγουν κι όταν γυρνούν, να μου αρνηθείς ψωμί,αέρα, φως και άνοιξη, αλλά το γέλιο σου ποτέ γιατί θα πέθανα.
" Ίσως το όνειρο σου απομακρύνθηκε από το δικό μου και στη σκοτεινή θάλασσα με αναζητούσε όπως πριν όταν ακόμα δεν υπήρχες, όταν χωρίς να σε διακρίνω έπλεα στο πλευρό σου, και στα μάτια σου γύρευαν αυτό που τώρα -ψωμί,κρασί,έρωτα και θυμό- σου προσφέρω απλόχερα γιατί είσαι το κύπελλο που περίμενε τα δώρα της ζωής μου.”
ay todo de tu piel vuelve a mi boca, vuelve a mi corazón, vuelve a mi cuerpo, y vuelvo a ser contigo la tierra que tú eres: eres en mí profunda primavera: vuelvo a saber en ti cómo germino.
Ωδή και Φύτρα
αχ, από το δέρμα σου όλα ξαναγυρνάν στο στόμα μου, γυρνάνε στην καρδιά μου, γυρνάνε στο κορμί μου, και ξαναγίνομαι μαζί σου η γη που είσαι εσύ: είσαι μέσα μου άνοιξη βαθιά: ξαναμαθαίνω μέσα σου πώς να φυτρώνω.
Absolutely beautiful love poems, extremely sweet and full of unprecedented love, but not really my style. I consider myself a romantic, but this endless expression of love, without much else (at least to my eyes) gets a bit tiring quickly and doesn't appeal to me as much as other kinds of poetry. Still, a very nice and sweet read, just not something I'd revisit in the near future.
"... Αγάπη μου, συναντηθήκαμε διψασμένοι και ήπιαμε όλο το νερό και το αίμα, συναντηθήκαμε πεινασμένοι και δαγκώσαμε ο ένας τον άλλον όπως η φωτιά δαγκώνει, αφήνοντάς μας πληγές. ..."
Αχ είναι τόσο καταπληκτικός, δεν χορταίνεις να τα διαβάζεις. «Αγάπη μου, στις πιο μαύρες ώρες μου τινάζεται το γέλιο σου, κι όταν ξάφνου δεις το αίμα μου να λεκιάζει τις πέτρες του δρόμου, γέλα, γιατί το γέλιο σου θα ‘ναι στα χέρια μου σα δροσερό σπαθί»