«Όταν πρωτοβγήκε τούτο το βιβλίο το 1961, με ρωτούσαν αν ήταν προσωπικό μου βίωμα. Για να μην επαναληφτεί η αδιακρισία, εξηγώ. Είχα πάντα ένα παράπονο: πως η οξύτερη αίσθηση απόλυτης βιολογικής ευτυχίας που ζούμε, εντείνεται, κορυφώνεται ώς την κραυγή του παροξυσμού, για να μας εκμηδενίσει εκμηδενιζόμενη. Τούτη η απερίγραπτη αίσθηση έχει μια γεύση αιωνιότητας. Που κανείς ωστόσο και τίποτα, δεν μπόρεσε να απαθανατίσει, να περιγράψει, να σταματήσει. Πίστευα παράλληλα πως αυτή την αισθησιακή ευτυχία τη χρωστούμε στο σερνικό, όσο και στο κορμί μας. Αυτό προσπαθούσα ν' απαθανατίσω. Μόνο σαν τελείωσα τη γραφή κατάλαβα πως, πέρα από τον ύμνο μου στον άντρα-έρωτα, έστελνα κι ένα μήνυμα απελευθερωτικό στις γυναίκες.»
Η Λιλή Ζωγράφου (English: Lily Zografou) υπήρξε μία από τις πιο έντονες, αιχμηρές και ασυμβίβαστες παρουσίες της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, με έργο που συνδύαζε τη δημοσιογραφία, τη μυθοπλασία, το δοκίμιο και την πολιτική παρέμβαση σε μια ενιαία, προσωπική φωνή. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης και μεγάλωσε μέσα σε περιβάλλον με ισχυρά πολιτικά και εκδοτικά ερεθίσματα, καθώς ο πατέρας της ήταν εκδότης εφημερίδας, γεγονός που την έφερε από νωρίς σε επαφή με τον λόγο και τη δημόσια σφαίρα. Σπούδασε φιλολογία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και πολύ γρήγορα στράφηκε στη συγγραφή και στη δημοσιογραφία, επιλέγοντας έναν δρόμο ανεξαρτησίας που θα χαρακτήριζε όλη της τη ζωή. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση και συνελήφθη από τη Γκεστάπο ενώ ήταν έγκυος, εμπειρία ακραία και τραυματική που επανέρχεται υπόγεια σε πολλές πτυχές του έργου της, ιδιαίτερα στην εμμονή της με την ελευθερία, τη βία και την επιβίωση. Μετά τον πόλεμο εργάστηκε σε εφημερίδες και περιοδικά, ταξίδεψε σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και έζησε για ένα διάστημα στο Παρίσι, απορροφώντας πνευματικά ρεύματα που ενίσχυσαν την ήδη ανήσυχη και συγκρουσιακή της σκέψη. Η συγγραφική της πορεία ξεκίνησε με διηγήματα, αλλά γρήγορα εξελίχθηκε σε ένα πολυεπίπεδο έργο όπου κυριαρχούν η κριτική απέναντι στην πατριαρχία, η σεξουαλική καταπίεση, η κοινωνική υποκρισία και η ανάγκη για προσωπική απελευθέρωση. Κατά τη δικτατορία των Συνταγματαρχών στάθηκε ανοιχτά απέναντι στο καθεστώς και έγραψε το «Επάγγελμα: πόρνη», ένα βιβλίο ωμό και αυτοβιογραφικά φορτισμένο, που λειτούργησε και ως μαρτυρία της εποχής. Στα πιο γνωστά έργα της συγκαταλέγονται επίσης η «Συβαρίτισσα», το «Η αγάπη άργησε μια μέρα» και το δοκίμιο «Αντιγνώση», μαζί με τις μελέτες της για τον Καζαντζάκη, τον Κάφκα και τον Ελύτη, όπου επιχείρησε συχνά απομυθοποιητικές αναγνώσεις. Το ύφος της είναι παθιασμένο, εξομολογητικό και συχνά σκληρό, με έντονη συναισθηματική φόρτιση και ρητορική δύναμη. Μέχρι το τέλος της ζωής της παρέμεινε μια φωνή ριζικά ανεξάρτητη, που δεν εντάχθηκε εύκολα σε σχολές ή ιδεολογικές ταυτότητες, αλλά επηρέασε βαθιά τη δημόσια συζήτηση για τη γυναίκα, την ελευθερία και τη σχέση ανάμεσα στη λογοτεχνία και την πραγματική ζωή.
Μια απλή (σε σύλληψη και απόδοση) ιστορία, ένα ιδότυπο ερωτικό τρίγωνο που προσωπικά με άφησε ασυγκίνητο, όμως και η υπέροχη γραφή της Λιλής Ζωγράφου που δεν περνάει ποτέ απαρατήρητη. Λιλή. Πάντα η Λιλή.
Με λίγα λόγια: ένα όμορφο ποιητικό, ερωτικό πεζογράφημα. Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1961 και μάλλον θα τάραξε λίγο τα νερά της ελληνικής πεζογραφίας. Το βιβλίο αυτό είναι ένας ύμνος στον έρωτα. Ένας ύμνος τον οποίο ο αναγνώστης ρουφά άπληστα, απ’ την πρώτη ως την τελευταία σελίδα. Ένα ποίημα για το θάνατο των πρέπει, για την εκτέλεσή τους με τη φωτιά του έρωτα. Η Λιλή Ζωγράφου έγραψε ένα τραγούδι για το κορμί και τις αισθήσεις, για την απογείωση στη στρατόσφαιρα του αληθινού είναι. Η ιστορία της μιλά για τρεις απλούς ανθρώπους: τον Παναγιώτη, τη Γαλανή και το Γρηγόρη. Η Γαλανή, μια απελπισμένη ύπαρξη, καταφθάνει στο μικρό τους χωριό, στις όχθες μιας λίμνης, για να ξεχαστεί και να ξεχάσει. Εκεί όμως, με τη βοήθεια του απεγνωσμένου στην προσπάθειά του για να την κατακτήσει Παναγιώτη, και του σιωπηλού Γρηγόρη, όχι μόνο θα ξανανιώσει, αλλά και θα γνωρίσει στο πρόσωπο του τελευταίου τον έρωτα όπως δεν το συνάντησε ξανά ποτέ. “Η ζωή της είχε γίνει όραση, φως, γεύση και αφή”. Η Γαλανή ανακαλύπτει μέσα στην ταπεινή καλύβα του ψαρά Γρηγόρη, στα πρόσωπα των απλοϊκών βοηθών, στο κέφι του απογοητευμένου Παναγιώτη, την ουσία της ζωής, αντιλαμβάνεται τη ματαιότητα της μέχρι τότε ύπαρξής της. Της άρεσε πάντοτε να φιλοσοφεί για τη ζωή, τώρα μαθαίνει και πως να τη ζει. Ο Γρηγόρης θα γίνει ο φάρος που θα την οδηγήσει με ασφάλεια -όση ασφάλεια μπορεί, δηλαδή, να υπάρξει στον έρωτα- έξω από τις φουρτουνιασμένες θάλασσες της άχαρης πραγματικότητάς της, θα την οδηγήσει στη γη των ονείρων της. Κι όταν θα ενώσει το κορμί του με το δικό της, εκείνη είναι σίγουρη πως: “Τούτη η ώρα δε θα πέθαινε ποτέ στη μνήμη της γης”, κι ότι ακόμη: “Απόψε, όσοι κοιμούνται θα νειρευτούν την τέλεια ευτυχία. Οι χωρισμένοι θα συμφιλιωθούν και οι ερωτευμένοι θα πιάσουνε όμορφα σαν ήλιους παιδιά, γιατί πλαγιάσανε όλοι τους πάνω στην αγάπη μας που σκέπασε τη γη”. Κάποτε όμως θα φθάσει αναπόφευκτα η ώρα του χωρισμού. Για ένα ζευγάρι σαν κι αυτό δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Τα δάκρυα της ερημιάς του αύριο τους φέρνουν πιο κοντά. Της ομολογεί: “Πριν έρθεις… δεν ήξερα. Νόμιζα πως όλοι οι άντρες γεννιούνται έρημοι, παντρεύονται έρημοι, κάνουνε παιδιά έρημοι, παλεύουνε μοναχοί και μοναχοί πεθαίνουνε. Κι ύστερα ήρθες… Κι ύστερα ήρθες λιγνή σαν καλαμιά. Και σαν έφυγες έχασα και την ερημιά και σένα…”. Τρέχει το δάκρυ για να ξεπλύνει τον πόνο: “Με κοροϊδεύεις που κλαίω;” την ρώτησε. - “Μόνο οι αληθινοί άντρες έχουνε καρδιά. Κι όσοι έχουνε καρδιά κλαίνε, γιε μου… άντρα μου”. Η συγγραφέας μας μιλά για την πεμπτουσία του έρωτα, για την κατάργηση των πρέπει, για τις χαμένες αγάπες που υπήρξαν ίσως και οι πιο αληθινές, και αναρωτιέται: “Ποιος θα μας σώσει από την έσχατη προδοσία κατά του εαυτού μας;” Την απάντηση ας την ψάξει ο καθένας μέσα του.
Το ξαναδιάβασα έπειτα από 20 χρόνια και με διέλυσε πάλι η αφήγηση με διαφορετικό τρόπο. Δε θυμόμουν πολύ την ιστορία, θυμόμουν μόνο πως ένιωσα όταν το διάβαζα. Πόση λυρικότητα να κρυφτεί μέσα στις λέξεις; Η Ζωγράφου περιγράφει κι εσύ δημιουργείς τοπία, αισθήματα και σώματα πίσω από τα βλέφαρά σου. Στο τέλος έκλαψα για να αποσυμπιεστώ από όλα τα συναισθήματα που δημιουργήθηκαν διαβάζοντάς το. Δεν είμαι καθόλου αντικειμενική για τη Ζωγράφου γιατί είναι μία από τις αγαπημένες μου συγγραφείς, αλλά διαβάστε το!