Σε μια στροφή της μοίρας, ο Αλέξης φεύγει από το Αϊδίνιο με τη μητέρα του Αντριάνα, ακολουθώντας τη στην ελευθεριάζουσα τότε Σμύρνη, όπου αυτή πάει για να συναντήσει τα όνειρά της. Φτάνοντας εκεί, στα Χιώτικα, όπου είναι συγκεντρωμένοι όλοι οι οίκοι ανοχής, κρυφοί ή φανεροί, τα καφέ αμάν και τα μπαρ, γίνεται κοινωνός ενός άλλου κόσμου, γεμάτου πόρνες και ρεμπέτες, μυρωδιά οπίου και λιβανιού και μιας ασύδοτης διασκέδασης που μέχρι τότε δεν είχε ξανασυναντήσει. Μεγαλώνει ανάμεσά τους, κοντά στην Ανεσσώ και την Πολυξένη, την Ντυράν, τον Σάββα και την Τασούλα, αλλά κυρίως τη Μαρίκα που διαφεντεύει τα Χιώτικα, μαθαίνοντας από αυτούς τη σχετικότητα του ηθικού και του ανήθικου.
Στην καταστροφή της Σμύρνης κατορθώνει να επιβιβαστεί σε ένα πλοίο με μόνη αποσκευή τη μνήμη. Άνθρωπος πια χορτάτος από τη ζωή, με τη σκέψη στη χαμένη αδερφή του, ξεκινά να ξεδιπλώνει μπροστά μας την ιστορία τη δικιά του και μιας πόλης με πολλά πρόσωπα.
Ο Αλέξης πήρε την γραφομηχανή του και άρχισε να γράφει την ιστορία της ζωής του. Το βιβλίο του θα είχε τον τίτλο "Πηλός και αμαρτία". Όλα ξεκίνησαν λίγα χρόνια πριν την καταστροφή της Σμύρνης, όταν ο πατέρας του επιστρέφοντας ένα βράδυ από το μοναστήρι και περιμένοντας ένα σημάδι για να αποφασίσει τι θα κάνει με τη ζωή του, άκουσε τη μαγευτική φωνή της Ανδριάνας και την ερωτεύτηκε. Όμως η ζωή στο Αϊδίνιο κυλούσε αργά και χωρίς απολαύσεις για την Ανδριάνα η οποία δεν ξέχασε ποτέ τον πρώτο της έρωτα, τον Μηνά. Όταν της δόθηκε η ευκαιρία, εγκατέλειψε τον άνδρα της και τα δύο μεγαλύτερα παιδια της, πήρε τον μικρό της γιο, τον Αλέξη και ακολούθησε τον Μηνά στην Σμύρνη. Φτάνοντας εκεί θα βρει καταφύγιο στα Χιώτικα. Θα ξεκινήσει το τραγούδι που τόσο αγαπούσε, όμως η ζωή φέρνει ανατροπές και έτσι θα αφήσει τον οκτάχρονο Αλέξη ολομόναχο να μεγαλώνει μέσα σε οίκους ανοχής. Η Μαρίκα που διαφέντευε τα Χιώτικα θα σταθεί διπλα του σαν πραγματική μάνα και θα τον αναθρέψει μέχρι τη στιγμή που θα τους χωρίσει η καταστροφή. Ο Αλέξης αναπολεί τον πρώτο του έρωτα για την Κατερίνα. Θυμάται με νοσταλγία την Ανεσώ, την Ντυράν και την Πολυξένη. Φιγούρες που σημάδεψαν για πάντα τη ζωή του και χάθηκαν. Άραγε τι συνέβη και πώς κατάφερε να γλυτώσει και να φτάσει στην Αθήνα; Θα καταφέρει να ξανασμίξει με την αδερφή του; Πρόκειται για ένα νοσταλγικό βιβλίο που μας ταξιδεύει στο παρελθόν και μας μεταφέρει αρώματα Ανατολής. Στον αντίποδα της κοσμοπολίτικης Σμύρνης, βρίσκονται τα Χιώτικα, η κακόφημη συνοικία, εκεί που είναι συγκεντρωμένοι οι οίκοι ανοχής. Εκεί που θα δούμε τους ήρωες μας να μεγαλώνουν, να ερωτεύονται, να ονειρεύονται και να προσπαθούν να σωθούν όταν οι φλόγες θα τους πλησιάσουν απειλητικά. Στην πόλη των αντιθέσεων, του πλούτου και των ονείρων, στην πόλη που συγκρίθηκε με πολλές ευρωπαϊκές και που το 1922 γνώρισε την κόλαση, τα βασανιστήρια, τις σφαγές και τον ξεριζωμό.