Αυτός δεν είχε τίποτα να φοβηθεί. Αν οι άλλοι πηλαλούσαν τα βουνά και ξενυχτούσανε στα καλύβια και τις ρεματιές, είτανε που το θέλησαν από μοναχοί τους. Ακαμάτηδες, ζεβζέκηδες κι ανοικοκύρευτοι σ' όλη τους τη ζωή, θέλανε και τα τραβούσαν. Κι αν αυτώνε τους είχε μπει στο στραβό τους το μυαλό να σηκώνουνε τα ντουφέκια και να μαζώνονται στο σκολειό και στο μεσοχώρι να λεν εκείνα τα χαμένα τα λόγια τους, ο Γιακουμής βέβαια και δε θα 'τανε μαζί τους.
Dimitrios Hatzis (Greek: Δημήτρης Χατζής, 1913–1981) was a Greek novelist and journalist.
Hatzis was born in Ioannina (Epirus) northwestern Greece, the son of the author and journalist, Georgios Hatzis. He graduated from the Zosimaia school in his home land. In 1930, after the dead of his father, he succeeded him as director of the newspaper Epirus. In 1932-1934 he was influenced by marxist ideologies and joined the Communist Party of Greece. In 1936 he was arrested by the regime of Ioannis Metaxas for communist activity.
Hatzis got involved in the Greek Civil War (1946-1949), where he joined the left-wing guerrillas. As a result, following the Left's defeat, he went into exile and until the legalization of the Greek Communist Party in 1975, he lived in various socialist countries in Eastern Europe.
Το περασμένο καλοκαίρι αδειάσαμε με τη θεία μου το παλιό της δικηγορικό γραφείο. Εκεί πέρα υπήρχαν πολλοί λογοτεχνικοί θησαυροί. Μέσα σε αυτούς ήταν και βιβλία παλιών Ελλήνων συγγραφέων. Τον Δημήτρη Χατζή (1913-1981) μέχρι τότε δεν τον ήξερα. Ο Δημήτρης Χατζής ήταν από νωρίς μέλος του ΚΚΕ, στην κατοχή συμμετείχε στο ΕΑΜ βοηθώντας στο τυπογραφείο του και κατά διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου υπήρξε μέλος του ΔΣΕ. Αρθρογραφούσε στα παράνομα έντυπά αυτών των οργανώσεων, καθώς και στον επίσης παράνομο Ριζοσπάστη, δημοσιεύοντας πολλές φορές και διηγήματα στα παραπάνω έντυπα. Μετά τη λήξη του Πολέμου αυτοεξορίστηκε στη Βουδαπέστη όπου και έζησε μέχρι τη πτώση της Χούντας το 1974. Το πρώτο του μυθιστόρημα ήταν η Φωτιά που κυκλοφόρησε το 1946 (η συγκεκριμένη έκδοση είναι του 1973), σε μια πολύ ταραγμένη περίοδο για τον ελλαδικό χώρο. Η κατοχή μόλις είχε τελειώσει και ο Εμφύλιος Πόλεμος ήταν στην αυγή του. Το μυθιστόρημα αυτό λαμβάνει χώρα στη θεσσαλική επαρχία και τα περίχωρα της Λαμίας την περίοδο της κατοχής, όπου οι αντάρτες παλεύουν να αντιμετωπίσουν Ιταλούς και Γερμανούς και να πάρουν πίσω τα κατεχόμενα και κατεστραμμένα χωριά τους. Οι προσπάθειές τους για εφοδιασμό των αποθηκών τους, οι μάχες με τους κατακτητές, η ανδρεία και η δειλία των ντόπιων και η ελπίδα για λαοκρατία μετά τη λήξη του πολέμου, αποτελούν το κύριο μέρος του μυθιστορήματος. Στο τελευταίο σκέλος του βιβλίου, η δράση μεταφέρεται στην Αθήνα όταν πλέον ο πόλεμος έχει θεωρητικά τελειώσει. Ένας νέος πόλεμος όμως ξεκινάει στην πρωτεύουσα αυτή τη φορά με αντίπαλους Άγγλους και κυβερνώντες Έλληνες. Είναι εντυπωσιακό να διαβάζει κανείς τα γεγονότα εκείνα, από μία πένα τόσο φρέσκια που τα έζησε εκ των έσω. Και γι’ αυτό θεωρώ τη Φωτιά ως ένα συγγραφικό κειμήλιο. «Αν δεν πήγαινα τώρα θα ντρεπόμουν πάντα γι’ αυτούς που σκοτώθηκαν πρώτα… Σάμπως να τους είχαμε προδώσει».
Μέσα σε λίγες σελίδες όλος ο καημός, τα βάσανα των Ελλήνων που αγωνίστηκαν εναντίον των Γερμανών στην Κατοχή αλλά και τα Δεκεμβριανά με την αίσθηση της ήττας. Βαθιά ανθρώπινος όπως πάντα ο Χατζής.
Σκέφτεται πως θάπρεπε να της πει, πως όλα είναι μέσα στον πόλεμο. Η ζωή τους ορίζεται μέσα σ'αυτόν. Και πως ύστερα όλα θα γίνουν καλά, όπως πρέπει για όλους... Μα είναι πολύ δύσκολο τώρα να της πει. Της είπε μονάχα - όλα θα γίνουν. Εκείνη σφίγγεται πάνω του, τα χέρια της τυλίγονται στο στήθος του.