1985. Μηχανές κι αλητεία σε μιαν Αθήνα που βράζει από την κάψα του καλοκαιριού. Τρεις φίλοι σχεδιάζουν το ‘μεγάλο’ κόλπο. Μπας και πιάσουνε την καλή και γυρίσει ο τροχός, μήπως και δεν χρειαστεί να δουλέψουνε ξανά και το καλοκαίρι διαρκέσει για πάντα (κι αυτοί σαν τα τζιτζίκια, εν χάριτι άδοντες). Ληστεία στο Δημόσιο Ταμείο, μες το καταμεσήμερο, με κουκούλες στο κεφάλι. Αλλά το Δημόσιο Ταμείο είναι άδειο (σάμπως ήταν και ποτέ γεμάτο;) κι οι ήρωες μας καβαλάνε τις μηχανές τους και φεύγουν. Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, κυνηγημένοι πλέον για το τίποτα.
«Και ξαφνικά μ’ έπιασε ένα μυστήριο πράμα. Είναι βλακεία που το λέω, αλλά μας λυπήθηκα. Γιατί πηγαίνανε όλα στραβά κι ανάποδα και δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγουμε. Είναι να μην αρχίσει η γρουσουζιά. Μετά, το ένα φέρνει τ’ άλλο. Όπως στα χαρτιά. Μόνο που εκεί μπορείς να πας γι’ άλλα. Ενώ εδώ δε γίνεται. Δεν αλλάζει. Γι αυτό σου λέω πως ο καθένας είναι μόνος του, ρε Τακούλη. Με σκούντησε κι άνοιξα τα μάτια, πήρα τσιγάρο. Γύρισα μπρούμυτα ξανά και στηρίχτηκα στους αγκώνες. Δω’ μου ν’ ανάψω. Έτσι που λες. Όλα στραβά κι ο καθένας μόνος του»
Αυτοπρόσωπη αφήγηση τεσσάρων από τους πέντε πρωταγωνιστές, απλότητα στην έκφραση και τις περιγραφές, διάλογοι που αποπνέουν ζωντάνια, αμεσότητα και το άρωμα μιας δεκαετίας που έχει φύγει ανεπιστρεπτί. Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος στα καλύτερά του.
Πριν ενάμιση σχεδόν χρόνο βρήκα με ένα ευρώ σε έκδοση τσέπης το βιβλιαράκι αυτό και τώρα που μ'έπιασε μια τρέλα με τους Έλληνες συγγραφείς, που η αλήθεια είναι ότι έχω παραμελήσει, ήρθε η ώρα του για να το διαβάσω. Δεν κράτησε πολύ, μιας και ήταν πολύ ευκολοδιάβαστο και καλογραμμένο, αλλά όσο κράτησε σίγουρα πέρασα καλά. Βλέπουμε την ιστορία μιας παρέας νέων την δεκαετία του '80 που σχεδιάζει μια ληστεία στην Εφορία. Η αφήγηση γίνεται εναλλάξ από κάθε μέλος της παρέας, χωρίς ο συγγραφέας να μας λέει ποιος μιλάει, αλλά δεν ήταν και τόσο δύσκολο να καταλάβεις. Μέσω της ιστορίας παίρνουμε μάτι την δεκαετία του '80, με τα ηλεκτρονικά, τις ντισκοτέκ, τους μηχανόβιους κι όλ'αυτά. Εγώ βέβαια γεννήθηκα το 1992 και δεν την έζησα την εποχή, αλλά όσο να'ναι έχει ενδιαφέρον να διαβάζεις τέτοιες ιστορίες, να βλέπεις πόσο διαφορετικά ήταν τότε τα πράγματα και οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Η πλοκή είναι απλή αλλά ενδιαφέρουσα, μιας και θέλεις να δεις την κατάληξη της παρέας και η γραφή καθημερινή, έτσι όπως θα περίμενε κανείς με πρωταγωνιστές πέντε νέους της δεκαετίας εκείνης, ρεαλιστική και αληθινή. Γενικά ένα ενδιαφέρον βιβλίο που αξίζει μια ανάγνωση, άλλωστε δεν θα σας φάει και πολύ χρόνο. Δεν μπορώ να του βάλω πάνω από τρία αστεράκια στο Goodreads, για να μην αδικήσω κι άλλα, καλύτερα βιβλία, αλλά σίγουρα μου κράτησε καλή παρέα για ένα τρίωρο.
H γενια του '80, της ντισκοτέκ, των ηλεκτρονικών και των μηχανόβιων, ζωντανεύει μέσα απο την ιστορία μιας παρέας νεαρών που σχεδιάζει μια ληστεία στην Εφορία. Την ιστορία αφηγούνται εναλλάξ κάθε ένα από τα μέλη της παρέας, γεγονός που με μπέρδεψε λίγο στην αρχή γιατί ο συγγραφέας αφήνει τον αναγνώστη να καταλάβει από μόνος του ποιός έχει πάρει τον λόγο. Κατά τα άλλα όμως το μυθιστόρημα είναι εξαιρετικά καλογραμμένο, και ο Ραπτόπουλος πλέκει το νήμα της ιστορίας με πολλή δεξιοτεχνία, αφήνοντας τον αναγνώστη σε πραγματική αγωνία για το ποιά θα είναι τελικά η τύχη της σπείρας.
Grabbed this one on a whim the last time i was in Athens, not knowing anything about it, but intrigued by the Modern Greek Writers series.
Visceral, graphic, physical. All kinds of descriptions of engines revving and zits and motor oil and that claustrophobic feeling of wet clothes on your skin after swimming.
Athenian version of The Outsiders.
I can’t say that I enjoyed my reading of this one, but it was pretty transporting, and a lot of the images have stuck with me since finishing it.
Δε θυμάμαι τίποτα από την πρώτη ανάγνωση αλλά κρίνοντας από τη βαθμολογία, νομίζω ότι το εκτίμησα περισσότερο αυτή τη φορά. Ίσως επειδή μετά από τόσα χρόνια όλη αυτή η 80ίλα με τις μηχανές κ τις σουζες και τις ντισκοτέκ και την αργκό έχει γίνει και λίγο cult και ξυπνά και μια κάποια νοσταλγία , κι ας μην έζησα την Αθήνα των 80ς παρά μόνο μέσα από ταινίες. Μου άρεσε επίσης η χειμαρρώδης αφήγηση. Έχει έντονο αυτό που λέμε voice στα αγγλικά, και διαβάζεται απνευστί.