Εξαιρετικό ανάγνωσμα, που θα έπρεπε και σήμερα να διαβάζεται, όχι μόνο για ανθρωπιστικούς λόγους αλλά και για την ευκολία που εκτοξεύονται πυρηνικές απειλές ένθεν κακείθεν. Η σουηδέζα Εντίτα Μόρρις έζησε τους επιζώντες της Χιροσίμα και έγραψε για την προσπάθεια τους, δεκαπέντε χρόνια μετά, να ξαναστήσουν την ζωή τους κουβαλώντας το τραύμα-σωματικό, ψυχικό, κοινωνικό.
Στη Χιροσίμα του 1960, ένας καλομαθημένος αμερικάνος, ο Σαμ Γουίλλομπι, έρχεται για δουλειές στην Ιαπωνία και νοικιάζει ένα δωμάτιο σ' ένα σπίτι στη Χιροσίμα όπου διαμένουν δύο γιαπωνέζες αδερφές, ο άντρας και τα παιδιά της μεγάλης, επιζώντες του ατομικού ολοκαυτώματος. Έχει ακούσει μόνο για το γεγονός και όχι για τις συνέπειες της ισοπέδωσης της πόλης στις 6 Αυγούστου 1945. Η σπιτονοικοκυρά του, η Γιούκα, μια ευγενέστατη και όλο δοτικότητα και φροντίδα για τους ανθρώπους, προσπαθεί να του αποκρύψει τις συνέπειες του βομβαρδισμού, για να μην τον κάνει να νιώσει ενοχές. Όμως ο Σαμ που έχει δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους σπιτονοικοκύρηδές του και ειδικά για την Οχάτσου, την μικρή αδερφή της Γιούκα, συναναστρέφεται και παρατηρεί και σύντομα αρχίζει και νιώθει τον Γολγοθά που ανεβαίνουν.
[ Ο Σαμ-σαν πλησιάζει στο κρεβάτι. Το πρόσωπό του δείχνει ένταση. Περνάει το χέρι νευρικά στα μαλλιά του.
-Ακούστε, Φούμιο, δεν ξέρω πολύ καλά πως να σας ευχαριστήσω για όλα όσα μου μάθατε. Χάρη σε σας κατάλαβα τι σημαίνει Χιροσίμα και δεν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που να το ξέρουν αυτό. Αυτό όμως που είδα θα το ειπώ. Αυτό είναι το μόνο που μπορώ να κάνω: να το διαλαλήσω ολόγυρά μου.] (σελ.127)
Και χάρη στην Εντίτα Μόρρις καταλάβαμε κι εμείς τι ήταν η Χιροσίμα.