"Κείνο το πρωϊνό, ο γαληνότατος δόγης Ενρίκο Ντάντολο, πήρε ένα δάχτυλο από τα δικά του κι' έξυσε το μετωπό του, και αυτό καταδικό του, να κατεβάση ιδέα. Φόραγε κι' όλας το κρεμεζί του ράσο το δογικό, αρραβωνιάρης της θάλασσας, επίσημος με δαχτυλίδι. Μύτη γαμψή και χαμογελαστός πάντα του, είχε μέσα του ριζωμένο βαθιά κείνο το δόγμα της πατρίδας του "σιάμι Βενετσιάνοι ε πόϊ Κριστιάνοι", που σημαίνει "πρώτα κλέφτε και μετά κάντε το σταυρό σας καλού - κακού".
Ο Τσιφόρος είναι μία κατηγορία μόνος του και σαν τέτοια καλείται κάποιος να τον διαβάσει. Ιστορικός, ηθογράφος, κωμωδιογράφος, σχολιαστής και πάντα επίκαιρος. Σε τούτο το πόνημα του τα βάζει με μία ιστορική περίοδο της Ελληνικής ιστορίας (1204-1453) που μένει έξω από την "καθεστωτική" ιστοριογραφία μαζί με αυτή της οθωμανικής περιόδου (1453-1821) λες και οι Έλληνες έπαψαν να υπάρχουν και να δρουν τις εποχές αυτές. Ο Τσιφόρος, βασιζόμενος σε ιστορικές πηγές (όπως το Χρονικό του Μορεώς) κάνει "κομματάκια" την περίοδο αυτή παρουσιάζοντας μία σατυρική εικόνα των λατίνων και Ελλήνων αρχόντων της περιόδου εκείνης. Δεν μένει παραπονεμένος κανένας, από τους Βιλαρδούινους μέχρι και τους Παλαιολόγους και Κατακουζηνούς. Όλοι περνούν από το κοφτερή γραφή του και ισοπεδώνονται όπως ακριβώς τους άξιζε. Και οι λίγοι που σώνονται από την κριτική του (όπως ο Θωμάς Παλαιολόγος αλλά και ο Πλήθων Γεμιστός) είναι για να δείξει την ένδεια σοβαρών ανθρώπων της εποχής αυτής του Μεσαίωνα, μία ένδεια που οδήγησε τον λαό μας σε μία οπισθοδρόμηση από την οποία δεν έχει ακόμα ανακάμψει.
Κρίμα που ο Τσιφόρος δεν έχει μεταφραστεί και γνωρίσει επιτυχία στο εξωτερικό.
Βρείτε και διαβάστε το, διότι είναι μία πολύ λυπηρή περίοδος για το έθνος μας και αν είναι να διαβαστεί, ας διαβαστεί με την αριστοφανική οπτική του Τσιφόρου.
Η ιστορία γράφεται από ιστορικούς και όχι μόνον. Γράφεται και από ανθρώπους με αντίληψη και γνώσεις.Όταν δε διαθέτουν και χιούμορ αξεπέραστο - όπως στην περίπτωση του Ν. Τσιφόρου - οι πικρές αλήθειες της μπορούν να ειπωθούν πιο εύκολα.