Ο Αιμίλιος και Τιμόθεος είναι δύο φαντάσματα που για κακή τους τύχη έμειναν χωρίς σπίτι λόγω κατεδαφίσεως. Οι απαιτήσεις όμως που έχουν για το νέο σπίτι που πρέπει να βρουν είναι κάπως αυξημένες: θα πρέπει να κατοικείται από ανθρώπους οι οποίοι θα τους νιώθουν και θα τους αποδέχονται. Υπάρχουν άραγε τόσο ευαίσθητοι και μεγαλόψυχοι άνθρωποι που να μπορούν να αγαπήσουν δύο φαντάσματα; Μια ιστορία για τη δύναμη της φιλίας που αγνοεί ακόμα και τα σύνορα ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους.
Η Ελένη Δικαίου γεννήθηκε στη Νέα Ιωνία, τον προσφυγικό συνοικισμό του Βόλου. Η μυρωδιά του γιασεμιού και του νυχτολούλουδου, της κανέλας και του γαρίφαλου που συνόδευαν τις αναμνήσεις των ανθρώπων γύρω της σημάδεψαν τα παιδικά της χρόνια. Ήταν ένα παιδί που διάβαζε πολύ κι ονειρευόταν να γίνει συγγραφέας. Μεγάλες της αγάπες πάντα η οικογένεια και οι σιωπηλές βιβλιοθήκες, η βαβούρα των παιδιών στις αυλές, τα μάτια τους όταν ταξιδεύουν μαζί με λογοτεχνικούς ήρωες στη μεγάλη περιπέτεια που λέγεται ζωή. Με τη λογοτεχνία άρχισε να ασχολείται από τα μαθητικά της χρόνια στέλνοντας συνεργασίες στο περιοδικό Διάπλασις των παίδων. Το 1991 εκδίδεται το μυθιστόρημά της Τα κοριτσάκια με τα ναυτικά και βραβεύεται από την Ένωση Σμυρναίων Αθηνών, ενώ μεταφράζεται και κυκλοφορεί και στα γαλλικά. Έκτοτε ασχολείται αποκλειστικά µε τη λογοτεχνία για εφήβους και για παιδιά. Έργα της έχουν βραβευτεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και έχουν µεταφραστεί στη Γαλλία και στην Κορέα. Το 2004 τιµήθηκε µε το Κρατικό Βραβείο Βιβλίου Γνώσεων για παιδιά για το βιβλίο της Tο µεγάλο ταξίδι του Oδυσσέα, ενώ το Ελληνικό Τμήμα της ΙΒΒΥ - Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου την επέλεξε ως υποψήφια για το διεθνές βραβείο Άντερσεν 2016.
Ένα ακόμη βιβλίο που μου πρότεινε η αδερφή μου. Το διάβασε στα πλαίσια της φιλαναγνωσίας που ακολουθεί το σχολείο. Η ίδια μου είπε να το διαβάσω τελευταίο από τη σειρά των βιβλίων που μου έδωσε καθώς δεν της άρεσε ιδιαίτερα. Δεν μπορώ να συμφωνήσω μαζί της. Η ιστορία έχει πρωταγωνιστές δύο φαντασματάκια, τον Αιμίλιο και τον Τιμόθεο, καθόλα έντιμα και ήσυχα που αναγκάζονται να ξεσπιτωθούν επειδή το σπίτι τους θα γκρεμιστεί για να χτιστεί ένα σχολείο.Στα πρώτα τους βήματα έξω από το σπίτι γνωρίζουν κάποια άλλα φαντάσματα, πολύ αρχαιότερα των ίδιων κι γίνονται φίλοι. Σε εκείνο το σημείο δεν μαθαίνουμε τίποτα για το παρελθόν τους, τον κόσμο από τον οποίο προήλθαν, κάτι για να τους συμπαθήσουμε. Βρίσκονται εκεί για να βοηθήσουν τους πρωταγωνιστές και μόνο. Κάποια στιγμή, ο Τιμόθεος και ο Αιμίλιος, επιστρέφουν σε κάποια πυθάρια, τα οποία βρίσκονται ακριβώς απέναντι από το σχολείο, δλδ το παλιό τους σπίτι. Σε εκείνο το σχολείο ο επιστάτης συντηρεί τη γάτα του, Ζιζή, η οποία όπως δεν παραλείπεται γλαφυρά να περιγραφεί είναι απαίσια, κακιά, μοχθηρή, τεμπέλα και ηλίθια (λέξεις που χρησιμοποιούνται στο βιβλίο από τη συγγραφέα). Όλα αυτά γιατί, γενικά, οι γάτες δεν συμπαθούν τα φαντάσματα και τα διώχνουν. Έτσι γιατί μπορούν, ανεξήγητα! Με αυτο στο μυαλό οι ήρωες μας σκέφτονται να προκαλέσουν μεγάλη αναστάτωση στο σχολείο για να φανεί ότι η γάτα κάνει ζημιές και τελικά να τη διώξουν. Εκεί είναι νομίζω το σημείο που το βαρετό βιβλίο έγινε εκνευριστικό. Περνάει πολλά απαράδεκτα μηνύματα. Υπάρχει μία φήμη για κάποια κατηγορία, π.χ. γάτες, η οποία δεν μας αρέσει και για αυτό πρέπει να φανούμε κακοί και να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να ταλαιπωρήσουμε, παγιδεύσουμε, πληγώσουμε αυτόν που κουβαλάει τη φήμη. Οι γάτες είναι κακές, μοχθηρές, απαίσιες, ηλίθιες: εξαιρετικό φιλοζωικό αίσθημα έχει η κα. Δικαίου! Σε κάθε περίπτωση οι ήρωες κατάφεραν το σκοπό τους. Επίσης, όσο καιρό είναι στο σχολείο, ξεχωρίζουν δύο παιδιά και τους έχουν υπό την προστασία τους. Όταν αυτά τα παιδιά βρέθηκαν σε φασαρίες λόγω της αναστάτωσης που προκάλεσαν τα φαντάσματα στο σχολείο, αντί να απευθυνθούν στο δάσκαλο ή την διευθύντρια, οι οποίοι απεικονίζονται σκληροί, κατηγορηματικοί, αυστηροί και αδιάλλακτοι, βρίσκουν συμπαραστάτες στα φαντασματάκια. Δηλαδή, είναι σωστό το μήνυμα ότι πρέπει να μην απευθυνόμαστε σε κάποιον αρμόδιο και υπεύθυνο αλλά να "συνωμοτούμε" για να βρούμε λύση. Γενικά, το θεωρώ ιδιαίτερα αντιπαιδαγωγικό και δεν θα το πρότεινα σε κανένα.