[...]Τα απογεύματα του φθινοπώρου στην Άνω Πόλη είναι σύντομα. Δυο στάλες ώχρας, λίγο ροζ, ίσως και λίγο κόκκινο, μια δυο δόσεις μοβ και μετά σκοτάδι. Φωνές από τη γειτονιά, μια μητέρα καλεί τα παιδιά της να επιστρέψουν γιατί σκοτεινιάζει, δυο άντρες μιλούν στα κινητά τους, ένας βήχει στην ανηφόρα και αναθεματίζει το τσιγάρο, κάποιος τρέχει για να κρατηθεί σε φόρμα, κάθε σημείο των δρόμων είναι γεμάτο παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Αυτό ήταν. Σκοτείνιασε. Ησυχία. Κανείς δεν κινείται στους δρόμους. Δεν είναι εύκολος τόπος για νυχτερινούς περιπάτους.[...]
[...]Χιλιάδες, αν όχι εκατομμύρια, άνθρωποι μάτωσαν εδώ, έζησαν, διεκδίκησαν την αιωνιότητα, θριάμβευσαν, καταποντίστηκαν, καταστράφηκαν, έζησαν δηλαδή όπως ζει η πλειονότητα των ανθρώπων. Νομίζοντας πως είναι αθάνατοι. Οι αρχαιότητες θυμίζουν πως όλοι είναι προσωρινοί. Οι άνθρωποι και τα έργα τους.[...]