Αν ο Μπουκόφσκι ζούσε στην Αθήνα των 50's και 60's, τότε πιθανόν το alter ego του θα σύχναζε στο Green Park και το Ροζικλαίρ, θα άναβε με αναπτήρα Τζούνιορ Τρίπλεξ και θα έμενε σε κάποιο παλιό σπίτι με φωταγωγό, στην οδό Ηπείρου, όπως ο Συμεών Αστράς. Όμως ο Νικολαΐδης σε αυτό το βιβλίο, παρότι ίσως έχει επιρροές από τον Μπουκόφσκι, καταφέρνει να δημιουργήσει κάτι μεγαλύτερο: Έναν νοσταλγικό αποχαιρετισμό στη γενιά του, "μια γενιά που πέθανε στα Ιουλιανά και εξαφανίστηκε στη δικτατορία". Δεν περιγράφει απλώς μια ζωή του περιθωρίου, αλλά σκηνοθετεί με ατμόσφαιρα αμερικάνικου νουάρ κάθε σελίδα, συνδυάζοντας λαϊκή αργκό με ποιητική πρόζα. Γράφει για τους Χαμένους και τους Οργισμένους, που είδαν τη ζωή σαν ένα μεγάλο ροκ εν ρολ πάρτι, και για μια παρέα που σκόρπισε και χάθηκε για πάντα, αφού κάποιοι επέλεξαν την απομόνωση, κάποιοι τη φυγή και κάποιοι το θάνατο. Εκείνος όμως τους θυμάται πάντα νέους και όμορφους, φωτεινά δεκαεφτάχρονα πρόσωπα "που δεν ξέρανε για το ροκ εν ρολ που πέθανε, το Green Park που ερήμωσε, το σινεμά Νινόν που γκρεμίστηκε κι ακόμα πώς έγινε και χαθήκαμε και δεν συναντηθήκαμε ποτέ πια".
Στα Γουρούνια στον άνεμο, ο Νικολαΐδης ανακατεύει το παρόν με το παρελθόν, την πραγματικότητα με τις ταινίες και τα χειρόγραφα του πρωταγωνιστή, τον αληθινό κόσμο με εκείνο των ονείρων. Ο Συμεών Αστράς, που γεννήθηκε σε μια κλινική της οδού Κυβέλης, μιλάει με πεθαμένους και φαντάσματα της νιότης του, ζει με το πτώμα του πατέρα του, προσπαθώντας να τον "αφήσει πίσω", και αποχαιρετά τα κορίτσια που αγάπησε, μαζί και την Κιμ Νόβακ, θέλοντας να ξεφύγει από την υγρή, γκρίζα πόλη και τους χαφιέδες του συστήματος. Το παρελθόν όμως καμιά φορά είναι η μεγαλύτερη παγίδα.
Με ψυχολογικές, κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις, τα Γουρούνια στον άνεμο είναι μια ιστορία απώλειας και ένα βιβλίο-σταθμός στην ελληνική "underground" λογοτεχνία.
Καλή αντάμωση.