Τέλη Οκτωβρίου του 1996. Γνώρισα την Ερση το απόγευμα μιας βροχερής μέρας. Μια καθημερινή ήταν. Μάλλον Τετάρτη. Εμπαινα στη στοά. Η θυρωρίνα, χρόνια εκεί να φυλάει τα γραφεία όπως μια πιστή σκύλα, έτρεξε να με προειδοποιήσει: - Φύγε, μια τρελλή! Τρελλή! Λες κι η ίδια πήγαινε πίσω, με τα βαμμένα κορακήσια μαλλιά της και τη σαν λαγωνικού μύτη της βαθιά χωμένη στη ζωή των ενοίκων του μεγάρου. Ήθελε, απ ότι φαίνεται, να με προστατεύσει: - Ήρθε μια τρελλή, σου λέω, και ζητάει εσένα. Φύγε! Μαγνητισμένος απο την απειλή προχώρησα στη στοά. Κόσμος είχε βγει απο τα γύρω μαγαζιά. Κεφάλια ξεπρόβαλαν απο το ουζερί όπου συχνάζουν Κρητικοί και οδηγοί λεωφορείων. Εκεί που παίρνουν μιαν ανάσα οι λαχειοπώλες και δίνουν ραντεβού για ούζα τα μεσημέρια τα δικηγοράκια. Η Ερση αναδύθηκε σαν τροπικό νησί μέσα στην καθημερινότητά τους. Είχε ήδη μπει στο ουζερί και είχε ζητήσει μια μπίρα. Δεν ήθελε όμως να πληρώσει και πούλησε σ΄όλους τσαμπουκά. Οσμίστηκα τον αέρα. Το ένιωθα. Από στιγμή σε στιγμή, κάτι δυνατό ερχόταν.