«Στη γη εκείνη δεν υπήρχαν καιρικές μεταβολές ούτε εποχιακοί κύκλοι, υπήρχε μόνο ο τεχνητός ουρανός ενός γιγάντιου αυγού, υπήρχε μόνο ένας νεφελοσκεπής θόλος, διάσπαρτος από ψηφίδες που λαμπύριζαν σαν ουράνια βλεφαρίσματα, κι έτσι το βραδινό σούρουπο περνούσε στο πρωινό χάραμα δίχως να παρεμβάλλεται άλλη διάσταση φωτός ανάμεσά τους, ακολουθώντας ένα σχεδιασμένο φεγγοβόλημα που εκτεινόταν σε μια ποικιλία από γκρίζες ανταύγειες, μια σκιά που έφθινε σε φως και ένα φως που παράλλαζε σε σκοτάδι, ένα πελώριο πινέλο, κρεμασμένο απ' το μάτι του ουρανού, που περιστρεφόταν ανάμεσα σε δυο παλέτες με αποχρώσεις του γκρίζου, βάφοντας την επιφάνεια της γης και τα πρόσωπα των ανθρώπων με την ωχρή αμφιλύκη μιας απέραντης άνοιξης...»
O Δημήτρης Τανούδης γεννήθηκε το 1981 στην Αθήνα. Έζησε στην Κέρκυρα, στη Μυτιλήνη και στα Ιωάννινα. Σπούδασε κοινωνική ανθρωπολογία και λαϊκό πολιτισμό. Μένει στην Αθήνα και εργάζεται ως μεταφραστής αγγλικών κειμένων. Συντονίζει το σεμινάριο δημιουργικής γραφής "Από την αυτοθεραπεία στη λογοτεχνία". Ο Σπασμός (εκδ. Νεφέλη) είναι το πρώτο του βιβλίο. Τον Δεκέμβριο του 2011 τιμήθηκε με μία από τις τρεις τιμητικές υποτροφίες συγγραφής που απονεμήθηκαν κατά τη διάρκεια του 1ου Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών, που διοργάνωσε το ΕΚΕΒΙ.
Μου είναι πραγματικά ακατανόητο το γεγονός ότι αυτό το βιβλίο ήταν υποψήφιο για κρατικό βραβείο. Όπως θα εξηγήσω αναλυτικά, πρόκειται για ένα μακρό και ακατάληπτο παραλήρημα με πολύ αδύναμη πρόζα, υπερβολική δραματικότητα σε σημείο που προξενεί το γέλιο, καθώς και πολλά μισογυνιστικά στοιχεία που συνενώνουν ως αφήγηση μια χαζούλικη ανδρική φαντασίωση που καταντά, παρά το μικρό μέγεθος του βιβλίου, αφόρητη.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το βιβλίο αφορά μια μητριαρχική κοινωνία με επικεφαλής ένα συμβούλιο δεκατριών ηγέτιδων, μια “γυναικεία σφηκοφωλιά” όπως την χαρακτηρίζει ο συγγραφέας. Στην εν λόγω κοινωνία οι άνδρες, αφού στο παρελθόν κατακρεουργήθηκαν “εκδικητικά” από τις γυναίκες, ευνουχιζόμενοι συστηματικά και με όλους τους τρόπους, κατέληξαν να αποδυναμωθούν τόσο και να καταβαραθρωθεί το ηθικό τους ανεπανόρθωτα, έτσι που το σπέρμα τους δεν μπορούσε πια να “γονιμοποιήσει”, φέρνοντας, κατά τον συγγραφέα, το ανθρώπινο είδος αντιμέτωπο με τον αφανισμό. Γι’ αυτό το λόγο δημιουργήθηκε ένα τεχνητό οικοσύστημα στο οποίο φυλάκισαν ικανό αριθμό ανθρώπων προκειμένου να αναπαραχθούν.
Ο συγγραφέας, δηλαδή, μας αφηγείται την χιλιοειπωμένη από cishet άνδρες φαντασίωση μιας τάχα αποτυχημένης μητριαρχικής κοινωνίας, η οποία πάνω στο μένος της μισανδρίας της ευνούχισε τους άνδρες, κυριολεκτικά και μεταφορικά, και ήρθε αντιμέτωπη με τις “ολέθριες συνέπειες”. Έχουμε συναντήσει στην ελληνική λογοτεχνία κι άλλες τέτοιες φαντασιώσεις (πχ μού έρχεται στο μυαλό το διήγημα Οι κόρες της Αιθάλης από τον Σάλτο του Νικολακόπουλου) που αφορούν συνήθως μια κοινωνία όπου οι γυναίκες πήραν τα ηνία και στη συνέχεια ήρθαν αντιμέτωπες με τις συνέπειες της “ύβρης” -όπως την χαρακτηρίζει ο Τανούδης.
Όλα αυτά τα κακογραμμένα παραληρήματα αποτελούν, εκτός των άλλων, έμμεσα σχόλια για το σήμερα, ανέμπνευστες μισογυνιστικές μεταφορές που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την κατάλυση της ανισότητας, την άνοδο του φεμινισμού και την ισχυροποίηση της θέσεως της γυναίκας. Ο Τανούδης μάς παρουσιάζει τις ηγέτιδες πανικόβλητες μπροστά στο γεγονός ότι ήταν τόσο άδικες με τους καημένους τους cishet άνδρες, ώστε πια ολόκληρο το ανθρώπινο είδος θα σβήσει κι έτσι παλεύουν με ακραίους τρόπους να φέρουν πίσω τις περασμένες ένδοξες εποχές της ανισότητας (σελ 49 “εποχές που πάλευαν να φέρουν πίσω")
Αυτή την βλακωδία ο συγγραφέας την ντύνει και με έναν συνεχή βιολογισμό, οποίος μάλιστα σε πολλά σημεία μεταφέρει ανακριβείς πληροφορίες για το πώς λειτουργεί η ανθρώπινη βιολογία. Συνήθως τα άτομα που εκφράζουν τέτοιες απόψεις για ένα αυστηρό δίπολο του φύλου θεωρούν ότι σαλπίζουν τάχα βιολογικές αλήθειες της φύσης, λες κι είναι οι ίδιοι αυθεντίες, ενώ φυσικά κάτι τέτοιο δεν υφίσταται.
Στο συγκεκριμένο βιβλίο εκφράζονται απανωτές παρανοήσεις για πολλά βιολογικά πεδία που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί με ένα καλό μάθημα σεξουαλικής αγωγής ή έστω εκμάθηση ορθών βιολογικών δεδομένων στη σχολική ύλη των ελληνικών σχολείων της μεταπολίτευσης. Ήδη στην πρώτη πρώτη σελίδα της αφήγησης ο συγγραφέας περιγράφει το πώς δεν επιβίωνε “κανένα ελπιδοφόρο έμβρυο που να επιμηκύνει την ανάπτυξή του, πέρα από μερικές ώρες, αφού η αμέσως επόμενη διείσδυση ερχόταν ορμητική και το κάρφωνε σαν μήλο στο κεφάλι αλυσοδεμένου ζώου, ερχόταν εκκωφαντική και έσπαγε τα τύμπανα του τελευταίου ήχου που άκουγε το έμβρυο μες στην αγέννητη ζωή του”.
Πέραν της αμηχανίας που δημιουργεί η ανεδαφική (γκουσγκούνικη) πεποίθηση πως το ανθρώπινο πέος μπορεί να εισχωρήσει εντός της μήτρας ή έστω να αγγίξει ικανοποιητικά τον τράχηλο, τμήμα του οποίου, σπάνια, μπορεί να καλύψει ο εμβρυικός σάκος (σε τέτοιες περιπτώσεις συστήνεται αποφυγή της σεξουαλικής επαφής κατά τους ύστερους μήνες της εγκυμοσύνης), ο Τανούδης φαίνεται να πιστεύει πως ένα κύημα μερικών ωρών αποτελεί έμβρυο το οποίο μάλιστα έχει τύμπανα και μπορεί να αφουγκράζεται ήχους. Αυτές οι ανακρίβειες σε συνδυασμό με τις ακρότητες της διήγησης παραπέμπουν στον ανακριβή εθνικιστικό πανικό για “μείωση των γεννήσεων”. Δεν υποστηρίζω φυσικά πως ο συγγραφέας ενστερνίζεται απαραίτητα αυτές τις απόψεις (δεν μπορώ να το γνωρίζω αυτό), αλλά όσα γράφει μπορούν κάλλιστα να ερμηνευθούν έτσι, ως μια ηθικιστική κινδυνολογία για την χειραφέτηση της γυναίκας με δήθεν βιολογικά επιχειρήματα. Άλλωστε και άλλες κριτικογραφίες (πχ αυτή του Φώτη Θαλασσινού, στο protagon) έχουν ερμηνεύσει παραπλησίως τον Σπασμό, ως ένα σχόλιο για την χειραφετημένη γυναίκα (“η πορεία τους προς την κορυφή” γράφει ο Θαλασσινός, “δημιουργεί γυναίκες με απολεσθείσα τη φύση τους και εξαλλαγμένη την ιδιοσυγκρασία τους σε αναφανδόν ανδρική. Αυτό είναι και ο βασικός προβληματισμός του συγγραφέα.”) Είναι βέβαια άξιο απορίας γιατί ένας δημιουργός, τη στιγμή που η έμφυλη βία και γενικά οι έμφυλες ανισότητες κάθε άλλο παρά έχουν εξαλειφθεί, να επιλέξει να μορφοποιήσει λογοτεχνικά ένα τέτοιο γεμάτο υπονοούμενα σενάριο και τι ακριβώς προσφέρει νοηματικά ένα τέτοιο βιβλίο, που κατέληξε μάλιστα σε λίστες βραβεύσεων. Οι σεξιστικοί βιολογισμοί είναι επαναλαμβανόμενο μοτίβο σε όλο το βιβλίο, αλλά γίνονται εντονότεροι σε ορισμένα σημεία, όταν ο συγγραφέας αποφασίζει να περιγράψει το σεξ ως μια εντελώς μονοδιάστατη πράξη βιολογισμού, όπου “την ωθητική πρωτοβουλία κρατούσαν αποκλειστικά οι άνδρες, όπου η απωθημένη αντρική ορμή κατηύθυνε τα ηνία της κίνησης, λες και ήταν οι άντρες αυτοί μια αγέλη αρσενικών αλόγων που στριμώχνουν τα θηλυκά (...) και τους επιτίθενται μ’ απανωτούς βιασμούς (...) συνεχίζουν τώρα (...) ενσωματώνοντας (...) μια παράξενη σεξουαλική μορφοποίηση (...) η οποία (...) περιόριζε (...) την παραδοσιακή κατάσταση της επιβολής του άντρα στη γυναίκα, τον εξευτελισμό της, την ταπείνωσή της, τη μειωτική της ολίσθηση από την εισβολή μιας ανατομικά ανώτερης δύναμης”.
Στο παρόν χωρίο, λοιπόν, ο αφηγητής μας λέει πως 1. οι άνδρες έχουν απωθημένες ορμές βιασμού (ένας μύθος που δεν ευσταθεί βιολογικά και καταλήγει να μειώνει την δραστική επίδραση που παίζει η διάχυτη κουλτούρα βιασμού σε αυτά τα περιστατικά) 2. Πως το σεξ μεταξύ ενός άνδρα και μιας γυναίκας εμπεριέχει όρους εξευτελισμού και ταπείνωσης για τη δεύτερη και 3. Πως οι άνδρες είναι ανατομικά ανώτεροι από τις γυναίκες.
Είναι εξοργιστικά όλα αυτά, είτε τα ενστερνίζεται είτε δεν τα ενστερνίζεται ο συγγραφέας, αφού παρουσιάζονται, όπως και να ‘χει, ως αδιάψευστες αλήθειες εντός της ιστορίας. Παρόλο, φυσικά, τον εμφανή και σκόπιμο υπερβολισμό που τους προσδίδει ο συγγραφέας, φαίνεται να πιστεύεται πως αφορμόνται από έναν σπόρο βιολογικής αλήθειας, κάτι που είναι ανακριβές, καθώς δεν υπάρχει καμία ανατομική ανωτερότητα των ανδρών έναντι των γυναικών. Τέτοια πιστεύω αποτελούν σεξιστικά μυθεύματα που προκύπτουν από τις ανακριβείς παρατηρήσεις των πρώτων ανατόμων, οι οποίοι ενστερνίζονταν και εξέφραζαν τον σεξισμό και την ανισότητα της εποχής.
Τα πράγματα δεν καλυτερεύουν καθώς προχωράμε παρακάτω την ανάγνωση του βιβλίου. Στη σελίδα 40 ο συγγραφέας γράφει τα εξής: “οι ομόφυλοι είχαν κατά έμπρακτο τρόπο ενστερνιστεί την ετερόφυλη πλευρά του εαυτού τους, είχαν απεκδυθεί το μειονέκτημα της έμφυλης σεξουαλικής τους κλίσης και είχαν εισχωρήσει στο στρατόπεδο της φυλετικής πανγαμίας”. Και, συνεχίζει στη σελίδα 41: “...απομακρύνοντας έτσι τον παρά φύσιν έρωτα”. Και σε αυτό το σημείο, λοιπόν, διαφαίνονται ορισμένες παραδοχές που φαίνεται να θεωρούνται αξιωματικές αλήθειες, όπως, δηλαδή, ότι η ομοφυλοφιλία είναι βιολογικό μειονέκτημα (ενώ ακόμα κι αν εξετάσουμε το δεδομένο αυτό με βάση την εξελικτική βιολογία ισχύει το ακριβώς αντίθετο αν λάβουμε υπόψη τις επικρατούσες θεωρίες σχετικά με τη βιολογικότητα του ομόφυλου σεξουαλικού προσανατολισμού) και “παρά φύσιν”.
Στις σελίδες 67-68 λέει: “...ήταν λες και οι άνθρωποι αυτοί είχαν από κοινού αποφασίσει να γυρίσουν την πλάτη στις ίδιες τις γονιδιακές τους καταβολές, ήταν λες και απαξίωναν το νόμο της οντολογικής διαιώνισης (...) λες και εκμηδένιζαν όλη την προϊστορία της ανθρώπινης εξέλιξης (...) όλα όσα είχαν διδαχτεί (...) ο έναρθρος λόγος μέσα απ’ τις συντροφικές προειδοποιήσεις των κυνηγών κι από το προφορικό χάδι του μητρικού φίλτρου” Στο συγκεκριμένο χωρίο ο συγγραφέας ανανεώνει ασκέπτως τους ανθρωπολογικούς μύθους -που έχουν πια πολλάκις αμφισβητηθεί από τη σύγχρονη επιστήμη - περί άνδρα κυνηγού και γυναίκας τροφού. Η επιστήμη του 19ου και του 20ού υπεραπλοποίησε τους έμφυλους ρόλους και βασίστηκε σε μια απλουστευτική εξήγηση της κοινωνικής διάρθρωσης της πρώιμης ανθρωπότητας. Έχουν βρεθεί αρχαιολογικά ευρήματα (για παράδειγμα ο σκελετός στις Άνδεις, μιας γυναίκας κυνηγού) που αποδεικνύουν την ύπαρξη μιας πολύ πιο περίπλοκης διάρθρωσης και κατανομής των έμφυλων ρόλων. Συνεπώς μια τέτοια διατύπωση στο κείμενο είναι λανθασμένη.
Στη συνέχεια, στη σελίδα 69, γίνεται αναφορά σε έναν επιστημονικά ανακριβή κοινωνικό δαρβινισμό: “(...) της υπερίσχυσης του ανώτερου όντος σε βάρος του ατελέστερου (...) αυτή η ανεπίστρεπτη πορεία της οργανικής τελειότητας”. Η Εξέλιξη δεν οδηγεί σε καμία περίπτωση τα όντα σε οργανική τελειότητα. Αυτό είναι μια λανθασμένη κατανόηση των μηχανισμών που την κατευθύνων και συνήθως το χρησιμοποιούν ως επιχείρημα δημιουργιστές που επικαλούνται τον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής και την εντροπία για να αποδείξουν πως τάχα η Εξέλιξη είναι ανύπαρκτη. Στην πραγματικότητα, η εξελικτική διαδικασία αφορά την προσαρμοστικότητα και την επιβίωση των οργανισμών, παρά την τελειότητα. Για παράδειγμα ένα ζώο που έχει εξελιχθεί για να τρέχει πολύ γρήγορα, υστερεί σε άλλους τομείς, όπως στην αντοχή. Δεν τείνει, δηλαδή, κανένα είδος προς μια οργανική τελειότητα, αυτό θα ήταν ένα εξωπραγματικό σενάριο.
Εκτός αυτού, η φράση που υπονοείται, δηλαδή το “survival of the fittest” είναι μια παρανόηση, αφού στην πράξη το fittest δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε οργανική υπεροχή, αλλά στην προαναφερθείσα ικανότητα προσαρμογής. Επίσης, δεν αποκλείει την συνεργασία των μελών ενός είδους, δεν αφορά δηλαδή μια ακραία μάχη και ανταγωνιστικότητα μεταξύ τους, αλλά μπορεί να συντεριάζει την κοινωνική συνεργασία για την επιβίωση και την διαώνιση. Πρόκειται λοιπόν περί μιας απαρχαιωμένης φράσης που δεν έχει καμία επιστημονική ακρίβεια. Kι ενώ, φυσικά, ένα λογοτεχνικό έργο δεν είναι επιστημονική εργασία, δεν σημαίνει πως είναι ανεκτό να υπολείπεται σε ακρίβεια, καθώς, ειδικά οι συγκεκριμένες ιδέες, φαίνεται να παίζουν κομβικό ρόλο στο χτίσιμο της μυθιστορίας εντός της αφήγησης. Άρα, η απουσία επιστημονικής ακρίβειας είναι μια μεγάλη παράλειψη του συγγραφέα που κοστίζει συνολικά στο βιβλίο.
Kαι δεν σταματά, δυστυχώς, μόνο στο πεδίο του σεξισμού, αλλά συνεχίζει απροκάλυπτα και σε στιγματισμό ατόμων με ψυχικές παθήσεις. Για παράδειγμα, στη σελίδα 71 γίνεται λόγος για “φυσιογνωμικό τύπο του σχιζοφρενούς”. Η άποψη ότι τα άτομα με ορισμένες ψυχικές παθήσεις έχουν συγκεκριμένους φυσιογνωμικούς τύπους δεν ευσταθεί και προέρχεται από τα βάθη του ψευδοεπιστημονικού σκοταδισμού του 19ου αιώνα και συγκεκριμένα από την ψευδοεπιστήμη της Φρενολογίας.
Οι ανακρίβειες συνεχίζονται σε όλη την έκταση του βιβλίου. Έτσι, στη σελίδα 106 ξεκινά μία άκρως απωθητική περιγραφή γονιμοποίησης. Εκεί ο άνδρας παρουσιάζεται εκπορθητής, τα σπερματοζωάρια ως “αφηνιασμένοι κομήτες”, ως στρατιώτες που περνάνε από τις “παγίδες του σώματος που τους γέννησε”, σε ένα “βάναυσο καλωσόρισμα”, “στις δίνες μια αφιλόξενης γαιοθάλασσας”, βρισκόμενοι σε μια “πολιορκητική επέλαση (...) στο πνιχτικό σκοτάδι της μήτρας”, “εμβολίζοντας σπλάχνα, περονιάζοντας ιστούς, (...) αποκρούοντας πλήθη θανατερών σκοπέλων”. Βλέπουμε δηλαδή πως ο συγγραφέας παρασύρεται για ακόμα μία φορά από έναν καθιερωμένο σεξιστικό μύθο που θέλει το γεννητικό υλικό ενός cishet άνδρα να κάνει “όλη τη δουλειά” της γονιμοποίησης, ενώ στην πραγματικότητα όλο αυτό συνιστά μια κατασκευασμένη αφήγηση. Το ωάριο εξίσου κινείται εντός της μήτρας και δεν είναι παθητικό, αντιθέτως, εκπέμπει καθοδηγητικά σινιάλα και συνεισφέρει εξίσου στην δημιουργία του ζυγωτού. Την ίδια στιγμή, η παρουσίαση της μήτρας ως αφιλόξενης και σκοτεινής απηχεί τις πολλές σεξιστικές παραδόσεις αρχαίων λαών αλλά και τις ψευδοεπιστημονικές ιδέες της αρχαιότητας για τοξικότητα του αιδοίου και γυναικεία υστερία.
Σε όλον αυτόν τον αντιεπιστημονικό αχταρμά, υπάρχει και η φαλλοκρατική ακρότητα που συσχετίζει τα πάντα με την ανδρική υπόσταση. Το πέος παρουσιάζεται σε κουραστικό βαθμό ως ένα “κλειδί” για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω εδώ, συντμημένο, ένα από τα πολλά παραληρήματα σχετικά με το συγκεκριμένο μέρος του σώματος: “ένα κλειδί αυτάρεσκο (...), ένα κλειδί έγκλειστο στην ατελέσφορη ηδονή του, που σε καμία κλειδαρότρυπα δεν ταιριάζει πλέον διότι έχει ολοσχερώς διαβρωθεί (...) δεν στέκεται ικανό για τον οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό, ούτε στο σήμερα, ούτε στο αύριο, ούτε απέναντι στους άλλους ούτε απέναντι στον εαυτό του (??), (...) εφόσον δεν καταφέρνει να ξεκλειδώσει την πόρτα του μέλλοντος δεν θα υπάρξει και κανένας μελλοντικός σκοπός να υπηρετήσει”.
Σε άλλο σημείο το πέος παρομοιάζεται με μια γάτα (δεν ξέρω σε τι τού έφταιξαν οι γατούλες του συγγραφέα και τις ανακάτεψε σε αυτή την γελοία υπόθεση) η οποία αδιαφορεί για τις ορδές ποντικών που διαπράττουν ένα γιουρούσι στις αποθήκες με τα τρόφιμα της ζωής. Οι ποντικοί δηλαδή εννοεί ο συγγραφέας είναι οι γυναίκες και όλα τα υπόλοιπα άτομα που τολμούν να αμφισβητήσουν την κοινωνική ανισότητα και την πρωτοκαθεδρία του cishet άνδρα.
Η μανία με τον ακρωτηριασμό των ανδρικών οργάνων (“ψωλές τεμαχισμένες ενώ παλινδρομούσαν σε μουνιά που δέχονταν τη θανάσιμη βάλανο της σφαίρας”, “πέη δολοφονημένα από τους κολεοσπασμούς”, “σωρός από πεθαμένες ανδρικές ψωλές” κ.ά ) προέρχεται φυσικά ως αντίστιξη από την παντοδυναμία που τους προσδίδεται εντός του βιβλίου. Ο “πολύχρονος, αδιάλειπτος και παρολίγον ολοκληρωτικός αποκεφαλισμός των ανδρικών ψωλών” κατέστησε κατά τον συγγραφέα “ζωτική (...) την αναγκαιότητα της εύρεσης ορθωμένης αντρικής σάρκας”(σελ 16-17) Η “βαθύρριζη ανδρική φυλοκτονία” οδηγούσε με “μαθηματική ακρίβεια στη στάχτη του γυναικείου ολοκαυτώματος, στην τέφρα της γυναικείας φωτιάς”, στην “ιστορική εκατόμβη αντρικών ψωλών και στην ύστατη μνημειακή εκδίκηση του γυναικείου χεριού μέσα στο διάβα του χρόνου (σελ 23), έτσι που ο cishet άνδρας κρίνεται πια πολύτιμος, παρόλη βέβαια την βιαιότητα με την οποία παρουσιάζεται το συγκεκριμένο σενάριο. Τα πέη των ανδρών “ηδονίζονται από υποτακτικές σε κατάσταση ωορηξίας” (σελ 46) αλλά το σπέρμα που βγάζουν είναι αδύνατο να τις γονιμοποιήσει αφού οι γυναίκες το κατέστρεψαν. Φαίνεται δηλαδή πως οι “πεπτωκότες του αντρικού θρόνου” (σελ 23) παίρνουν τη δική τους εκδίκηση για τη χειραφέτηση των γυναικών.
Για να μην τα πολυλογώ, το νοηματικό πλαίσιο του βιβλίου είναι αδύναμο, ανεπαρκές και ανακριβές σε όλα τα επίπεδα, ενώ αγγίζει ποικιλοτρόπως τη γελοιότητα.
Και πάμε τώρα στο τεχνικό μέρος. Καταρχάς το “εύρημα” της έλλειψης των σημείων στίξης έχει επιχειρηθεί πλέον πολλάκις στην λογοτεχνία, ακόμα και στην νεοελληνική. Συνεπώς, ως μορφολογικό προτέρημα είναι κάπως αδύναμο, ειδικά εφόσον πρακτικά το κείμενο δεν έχει το σωστό ρυθμό. Είναι, δηλαδή, σχεδόν αδύνατο να διαβαστεί χωρίς περαιτέρω παύσεις. Και δεν τοποθετώ αυτή την αναγκαιότητα στις τελείες, αλλά στη λανθασμένη τοποθέτηση των κομμάτων. Αν δοκιμάσετε να διαβάσετε δυνατά μια σελίδα, θα καταλήξετε να λαχανιάσετε. Μπορεί φυσικά αυτή να ήταν η πρόθεση του συγγραφέα, αλλά όπως και να ‘χει, είναι κουραστική αυτή η μέθοδος και δεν προσφέρει λογοτεχνική τέρψη.
Ο συγγραφέας, επίσης, φαίνεται να έψαξε αρκετά για συνώνυμα λέξεων σε σημείο που ορισμένες λέξεις δεν βγάζουν νόημα μέσα στις φράσεις. Η πρόζα είναι αφύσικα και κωμικώς φορτωμένη, πομπώδης, σε πολλά σημεία εντελώς ασυνάρτητη νοηματικά, χωρίς αυτή να είναι η πρόθεση του συγγραφέα. Η προκλητικότητά της ιστορίας δεν συνιστά πρόβλημα, αλλά δυστυχώς, παρά τις αξιώσεις του συγγραφέα, δεν πλησιάζει σε κανένα σημείο την ελευθεριότητα ενός ντε Σαντ ή ενός Απολλιναίρ, αντιθέτως, μοιάζει με μια προκλητικότητα συμπλεγματική, κακομοίρικη και καθόλου ερεθιστική.
Οι παρεμβολές της επωδού λέξεως “Σπασμός” είναι άκρως ενοχλητικές και κινδυνεύουν να κάνουν το αναγνωστικό υποκείμενο να αποκτήσει όντως σπασμούς. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη ως τελεία, ως την αρχή μικροκεφαλαίων εντός των σελίδων, αλλά δυστυχώς αυτό δεν λειτουργεί. Αναφέρεται περίπου 127 φορές και σύντομα μοιάζει με ενοχλητικό σλόγκαν διαφήμισης κακής ποιότητας προφυλακτικών.
Σε ορισμένες σελίδες ο Τανούδης πλησιάζει αμυδρά μια μακρινή ποιητικότητα, όπως για παράδειγμα στις σελίδες 78-79, ωστόσο η ένταση που προσπαθεί να αποδοθεί καταρρέει αφού το ύφος είναι απελπιστικά πανομοιότυπο με όλη την υπόλοιπη αφήγηση και δεν υπάρχει η παραμικρή αντίθεση ή κάποιο ξάφνιασμα για το αναγνωστικό υποκείμενο, αντιθέτως, όλο το βιβλίο είναι γραμμένο με τον ίδιο τρόπο, έτσι που καταντά πληκτικό. Για ποιο λόγο η αφήγηση ενός ιστορικού υποτίθεται γεγονότος ή ακόμα και μιας βιβλικής παραλλαγής να είναι τόσο υπερφορτωμένα πομπώδης και όχι, έστω, με την απλότητα των αρχαίων κοσμογονιών; Φυσικά το βιβλίο μπορεί να λειτουργήσει και ως μεταφορά μιας λιβιδινικής ακρότητας, ενός σοπεναουερικού και φροϋδικού εφιάλτη, αλλά, δεδομένων και όλων των στοιχείων βιολογικού εσενσιαλισμού που ανέφερα παραπάνω, θεωρώ πως επικεντρώνει κυρίως σε μια μεταφορά δήθεν βιολογικών δεδομένων ως σχόλιο για την κοινωνική κατάσταση των τελευταίων δεκαετιών, κάτι που, όπως έδειξα, κρύβει πολλές σεξιστικές και μισογυνιστικές αντιλήψεις.
Το στοιχείο του λογοτεχνικού υπερβολισμού (πχ εκεί που περιγράφονται τα διογκωμένα όργανα) καθώς και η λιστώδης απαρίθμιση κατά τη γνώμη μου καταλήγουν πλήρως ανεπιτυχή, αφού, ο μεν υπερβολισμός λειτουργεί καλύτερα σε ένα πλαίσιο λιγότερο σοβαροφανές, όπως έχει αποδειχθεί και σε κλασικά έργα (πχ Γαργαντούας) οι δε λίστες, όπως ανέφερα ήδη, χρειάζονται κάποιου είδους αντίθεση για να εξορύξουν την κορύφωση που αποζητά ο συγγραφέας μέσω αυτής της μεθόδου. Συνεπώς και τα δύο αυτά στοιχεία δεν βρίσκουν επιτυχή εφαρμογή στην παρούσα ��φήγηση.
Για το τέλος θα παραθέσω ορισμένα εντελώς κριντζ αποσπάσματα: “ ...μαραθώνιος της καύλας (...) έβλεπες τα όργανα (...) όργανα σε καταχρηστική αλληλοεντρύφηση, ψωλές σε μόνιμη αιμάτωση (...) γεμάτες διογκωμένες φλέβες (...) μουνιά να πάλλονται σαν χαίνουσες καρδιές σε επιθανάτια ταχυπαλμία (...) μουνιά πηγμένα στην βλέννα (...) στο πουτσομαχητό, στη μουνοφορία (...) στο πουτσοξεχείλωμα, στο πουτσομάδημα, στο καυλοστράγγισμα” (ένα αντίτυπο του βιβλίου μπορεί να προσφέρεται και ως ικανή παραλλαγή αντισύλληψης αφού μετά την ανάγνωσή του δεν θα θέλουν πολλά άτομα να ξανακάνουν σεξ)
“...μπορούσαν να δουν καθαρά τα έγκατα του αιδοίου και ν’ακούσουν με ολοένα πιο διαυγή φρίκη την ασυγκράτητη βροντή ενός καταράχτη, που έπεφτε ορμητικός στις γυναικείες σωληνώσεις” (μπλιαχ. Φανταστείτε να κάνετε sexting με κάποιον και να σας πει πως θέλει να κάνει πράγματα στις “σωληνώσεις σας”)
“αιδοιακή αγρανάπαυση” (vomit emoji)
“κατανέμοντας με μακάβρια σχολαστικότητα τη ροή των σφαγμένων από τη ροή της παρθενορραγίας (...) δύο εκβολές, το αίμα της παρθενίας και το αίμα του φόνου, τον σπασμό με τον θάνατο, το αίμα με το αίμα” (γενικά μην κάνετε το λάθος να διαβάσετε το βιβλίο όσο τρώτε ή αν μόλις καταναλώσατε οποιουδήποτε είδους τροφή)
“ψυχρήλατη στύση, στύση ωχρή” (η περιγραφή της ανεπαρκούς στύσης συνεχίζει για πολύ ακόμα, με κατά τη γνώμη μου αταίριαστα επίθετα)
“κύκνοι με φαλλόμορφους λαιμούς” (δεν του έφταναν οι γάτες, τα έβαλε και με τους κύκνους)
“οργασμοί που δεν προέρχονταν απ’τα μητρικά ένστικτα ώριμων γυναικών οι οποίες πιπιλούν με τις ώρες ένα νεογέννητο βρέφος ούτε από διεστραμμένους άνδρες που διακορεύουν εφηβικούς πρωκτούς ούτε από πρεσβυόφιλα κορίτσια που πειραματίζονται με τις αντοχές σταφιδιασμένων κορμιών” (??)
“στόματα μπλαβιασμένα απ’τα θανατηφόρα μικρόβια που άνθιζαν σαν τα σκαθάρια μες στις γυναικείες σχισμές” (rolling eyes)
5 αστέρια γιατί είναι του Τανούδη κι αυτό από μόνο του είναι αρκετό. Το βιβλίο κατά τα άλλα είναι απλά παράξενο. Δεν έχει τελείες αλλά δεν κουράζει γιατί έχει ρυθμό, έναν δικό του τρόπο ομιλίας που μοιάζει σε ένα είδος ποίησης που θα μπορούσε να υπάρξει μετά από αιώνες, όταν η ποίηση όπως την ξέρουμε δεν θα υπάρχει πια. Τα περισσότερα πράγματα δεν τα έπιασα, αλλά δεν νομίζω πως είναι γραμμένο για να διαβαστεί μια φορά (ίσως πάλι να είμαι απλά εγώ που μέχρι εκεί φτάνω). Έχει πολύ ζωντανές εικόνες, ίσως πιο ζωντανές από όσο άντεχα σε συγκεκριμένα σημεία. Η γεύση που σου αφήνει είναι αυτή ενός πολύ ζωντανού ονείρου, αρκετά ενοχλητικό σε κάποια σημεία ώστε να θέλεις να πιάσεις τον συγγραφέα από τον λαιμό και να απαιτήσεις να σου εξηγήσει τι εννοεί. Δεν είναι ένα βιβλίο για όλους, αλλά είναι το βιβλίο αυτό που θα θυμούνται όλοι όσοι το διάβασαν.