Το βιβλίο το χα διαβάσει την εποχή που είχε βγει, αλλά δεν νομίζω ο,τι είχα συγκράτησει και πολλά, η μάλλον είχα, γιατί τώρα που το ξαναδιάβαζω κανονικά, βλέπω ο,τι εχω μαρκάρει την εξής παράγραφο:
-Στα σάνγκο ποτέ δεν ρωτάνε μια γυναίκα που φεύγει:"ποτε θα ξανάρθεις;" Τη ρωτάνε: "Πόσες νύχτες θα κοιμηθείς πρίν ξανάρθεις;"
Αμέσως ψήθηκα, πως δεν γίνεται, για μια τέτοια γλώσσα αξίζει κανείς να γράψει ενα μυθιστόρημα.
Λέει ο Αλεξάκης: Στα γαλλικά όπως και στα ελληνικά, το αρνητικό μόριο τοποθετείται στην αρχή της πρότασης, στα σανγκο το συναντάμε
στο τέλος. Πως να μη μου κάνει εντύπωση μια γλώσσα που εμφανίζει τα πράγματα πάντα θετικά και που είναι ικανή, αμέσως μετά, να αναιρέσει τα ίδια της τα λόγια;
Αν θέλει να πει κάποιος οτι οι γονείς του δεν ζουν πια, θα δηλώσει κατ'αρχάς οτι τους εχει και κατόπιν θα προσθέσει πεπε( η πρώτη συλλαβή είναι ουδέτερη, η δεύτερη χαμηλή, πεπέ) δηλαδή "οχι" "καθόλου" "δεν": Εχω τον πατέρα μου και τη μητέρα μου δεν"
Το "δεν υπάρχουν τρείς γυναίκες στο κρεββάτι μου" θα αποδοθεί περίπου ως εξής:"Μεσα στο κρεββάτι μου ειναι τρείς γυναίκες δεν"
Πως να μην το λατρέψεις; Μπορείς; δεν μπορείς, θες δεν θες, υποκύπτείς (και το διαβάζεις,( αργά και υπομονετικά μέχρι να σου παραδοθεί)